Το εμπόριο είναι η ατμομηχανή της οικονομίας

Η Βάλια Αρανίτου μιλά στην «Ε»για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, τα εργαλεία που θα στηρίξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις κόντρα στις σκέψεις της τρόικας και τα μεγάλα προβλήματα των «κόκκινων»δανείων
και των ληξιπρόθεσμων οφειλών που απαιτούν άμεση λύση.

aranitou

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Η συζήτηση επικεντρώνεται στην αξιολόγηση και τη διαπραγμάτευση. Πώς πάει, όμως, η οικονομική δραστηριότητα, η κατάσταση των επιχειρήσεων, η πορεία της απασχόλησης;
Οπωσδήποτε τα αποτελέσματα για το 2015, μια πολύ δύσκολη χρονιά για την οικονομία, είναι λίγο καλύτερα από αυτά που περιμέναμε. Ένα πολύ θετικό μήνυμα ήταν η μείωση της ανεργίας και η σταθεροποίησή της στα επίπεδα του 24% - 24,5% (Δ΄ Τρίμηνο 2015 ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Το δεύτερο θετικό μήνυμα ήταν η πορεία του ΑΕΠ το 2015, το οποίο παρά την εφαρμογή των capital controls το δεύτερο εξάμηνό του, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο (μείωση ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους - όγκος ΑΕΠ - 2015/2014: -0,2%, ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Το τρίτο, ήταν ότι, ουσιαστικά, τα λουκέτα στις επιχειρήσεις, όπως τα καταγράψαμε εμείς, φαίνεται να σταθεροποιούνται. Δηλαδή, η μεγάλη ύφεση, που χτύπησε τις επιχειρήσεις και είχε ως αποτέλεσμα να κλείσουν πολλές από αυτές, μοιάζει να έχει πιάσει πάτο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνουμε το Μάρτιο του 2016, δεν φαίνεται να κλείνουν περισσότερες επιχειρήσεις από όσες είχαν κλείσει. Οπωσδήποτε, ο επιχειρηματικός κόσμος περιμένει με αγωνία την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης και μια καθαρή εικόνα σε δυο πεδία. Ποιο θα είναι το φορολογικό πλαίσιο και τι θα γίνει με το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και των επιχειρηματιών. Θέλει να κλείσει η διαπραγμάτευση με τα λιγότερα αρνητικά στοιχεία γι’ αυτούς και με την ελπίδα να μπορούν να κάνουν ένα, έστω βραχύ-μεσοπρόθεσμο, προγραμματισμό.

Που αποδίδετε τα αποτελέσματα αυτά, σε ένα έτος με τόσες δυσκολίες;
Υπάρχει η ελπίδα ότι τα πράγματα θα πάρουν μια θετική έκβαση. Η ελπίδα ότι δεν θα βγούμε από την ΕΕ, ότι θα παραμείνουμε στο νόμισμα αυτό κ.τ.λ. Αυτό το αίσθημα πάρα πολλές φορές οδήγησε τους ανθρώπους σε αποφάσεις θετικές. Το βλέπουμε, π.χ, στη μεταβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία στη διάρκεια του 2015 και παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες σημείωσε μικρή άνοδο 0,3% (σε όρους όγκου, ΕΛ.ΣΤΑΤ. 2015). Από την άλλη μεριά το γεγονός ότι τελικά παραμένουμε στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, οδηγεί σε μια χαλάρωση, που διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές, που είχαν πολλές επιχειρήσεις και δίσταζαν. Επίσης, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης πολλές επιχειρήσεις έκαναν μια διαφοροποίηση του προϊόντος τους. Δηλαδή, ενσωμάτωσαν τις πιέσεις της ύφεσης, θα λέγαμε. Η ελληνική οικονομία, επειδή έχει αυτό το χαρακτηριστικό των πολύ μικρών επιχειρήσεων, έχει ένα προσόν: προσαρμόζεται πολύ ευκολότερα από μια οικονομία με πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να αλλάξουν τις γραμμές παραγωγής τους, την πηγή προμήθειας πρώτων υλών, τις τιμές των προϊόντων τους.
Το άλλο ζήτημα, που φαίνεται και είναι ένας θετικός δείκτης, είναι η αύξηση της απασχόλησης. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι όλη αυτή την περίοδο η απασχόληση βελτιώνεται σημαντικά. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 24,4% (Δ΄ Τρίμηνο 2015), αλλά, ειδικά στο εμπόριο για παράδειγμα, βλέπουμε ότι σε ετήσια βάση η συνολική απασχόληση αυξήθηκε κατά 6,5%, με τον αριθμό των εργοδοτών να καταγράφει την υψηλότερη ανοδική ετήσια μεταβολή (12,4%). Βλέπουμε ακόμη ότι ενώ η μισθωτή απασχόληση εμφανίζει άνοδο 11,1% στο τέταρτο τρίμηνο του 2015, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2014, οι εργοδότες αυξάνονται με ακόμη μεγαλύτερο ρυθμό. Εκεί που έχουμε σημαντική μείωση, κατά 4,1%, είναι οι αυτοαπασχολούμενοι. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις είτε κλείνουν, είτε αποφασίζουν να μεγαλώσουν. Επέλεξαν, δηλαδή, την επιχειρηματική στρατηγική να γίνουν εργοδότες από αυτοαπασχολούμενοι.

Τα λουκέτα σταθεροποιούνται

Ποια η πορεία των λουκέτων στο εμπόριο;
Τα θετικά αυτά στοιχεία που σας ανέφερα συμβαδίζουν από την άλλη μεριά με μια σταθεροποίηση των λουκέτων. Έχουμε ένα μετασχηματισμό και μια συγκεντροποίηση. Όταν βλέπεις ότι και η μισθωτή απασχόληση αυξάνει κατά 11,1%, αλλά και οι εργοδότες κατά 12,4%, τότε οι μεταβολές που έχουν επέλθει μόνο ως ασήμαντες δεν μπορούν να θεωρηθούν. Για πρώτη φορά η μισθωτή απασχόληση στο σύνολο της απασχόλησης του κλάδου του εμπορίου υπερβαίνει το 60%. Για να καταλάβετε τι σημαίνει αυτό, στη δεκαετία του 1960 ήταν 25%! Συνολικά, στο εμπόριο απασχολούνται 667.500 άνθρωποι, εργοδότες, μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι και συμβοηθούντα μέλη οικογένειας, από τους οποίους πάνω από 400.000 είναι μισθωτοί. Όταν λέμε ότι το εμπόριο είναι η ατμομηχανή της οικονομίας είναι γεγονός. Είναι ένας ιμάντας, που πρώτος λαμβάνει τα μηνύματα, γεγονός που συνιστά αναντίρρητα θετική εξέλιξη.

Αυτά τα μηνύματα φτάνουν και στην παραγωγή;
Και εδώ έχουμε μια αναδιάρθρωση – ανανέωση. Για παράδειγμα, στον πρωτογενή τομέα πάρα πολλές νέες επιχειρήσεις δουλεύουν στην τυποποίηση και κάνουν θαύματα. Έχουμε, δηλαδή, πρωτογενή παραγωγή με κατάληξη την τυποποίηση, με προορισμό την εξαγωγή και την εσωτερική αγορά. Αυτό αναπτύχθηκε, νομίζω, και θα ενισχυθεί κι άλλο για προϊόντα τα οποία αντί να τα εξάγουμε χύμα, όπως το λάδι, τυποποιούνται και εξάγονται.

Τα προβλήματα του εμπορικού κλάδου

Ποια τα κεντρικά προβλήματα που συναντά ο κλάδος του εμπορίου;
Το θέμα της χρηματοδότησης είναι το σημαντικότερο. Υπάρχει πολύ μεγάλο ζήτημα στον κλάδο με των δυο κατηγοριών χρέος των επιχειρήσεων: τα «κόκκινα» δάνεια και αυτά που έχουμε σημαντικές ενδείξεις πως θα καταστούν «κόκκινα». Τα δάνεια αυτά, σύμφωνα με έναν ευρύτατο ορισμό της Τραπέζης Ελλάδος, ονομάζονται πιστωτικά ανοίγματα. Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις των τραπεζών οφείλονται κάτι παραπάνω από 100 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο ποσοστό να το έχουν οι μεγάλες επιχειρήσεις και μικρότερο ποσοστό οι μικρές (40 και 20 δισ. αντίστοιχα). Βλέπουμε, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, ότι μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2016 είχαμε μία συρρίκνωση των πιστωτικών ανοιγμάτων, από 108 – 110 δισ. ευρώ στα 100 – 103 δισ. (εκτιμήσεις). Ένα άλλο πολύ μεγάλο θέμα είναι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις στην εφορία, οι οποίες εμφανίζουν αυξητική τάση. Για παράδειγμα, με βάση και στατιστικά στοιχεία, ένας στους δύο πλέον φορολογουμένους χρωστάει στο Δημόσιο, ενώ περίπου το 30% των οφειλετών απεντάχθηκε από το ευνοϊκό καθεστώς ρύθμισης χρεών, γι’ αυτό και τώρα τίθεται ξανά ζήτημα μερικής ή ολικής αναβίωσής του. Το άλλο πρόβλημα είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία. Στον κατεξοχήν φορέα ασφάλισης των εμπόρων, εκείνον του ΟΑΕΕ, οι οφειλές των αυτοαπασχολουμένων και των εργοδοτών, υπολογίζονται στα τέλη του 2015 στα 10 δισ. ευρώ, ενώ στο ΙΚΑ ξεπερνούν τα 17 δισ. Είναι μεγάλα ποσά. Υπάρχουν ακόμη και ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις στη ΔΕΗ κάπου 2,5 δισ. ευρώ. Συνολικά, το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ανέρχεται στα περίπου 218 δισ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ από 127,4 % έχει μειωθεί στο 124,6%.

Τα «κόκκινα» δάνεια πώς εμφανίζονται, ως πρόβλημα, στον χώρο του εμπορίου;
Είναι ένα βαρύ πρόβλημα. Προσεγγίζοντάς το, δεν μπορείς να αγνοήσεις ότι οι επιχειρήσεις αυτές ξεκίνησαν τα σχέδιά τους χωρίς κρίση και μετά άλλαξαν οι συνθήκες. Το μεγάλο πρόβλημα είναι οι 250.000 επιχειρήσεις, που δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από πουθενά. Είχαν βρει διάφορους ιδιότυπους τρόπους, όπως τη μεταχρονολογημένη επιταγή, που πλέον δεν λειτουργούν, λόγω των capital controls. Οι μικρές, οι πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, επομένως, ασφυκτιούν, διότι είναι αφενός υπερχρεωμένες, αφετέρου δεν έχουν ρευστότητα. Κατά το παρελθόν εξηγήσαμε επανειλημμένα στην τρόικα, τα ειδικά δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Τα κατανοούν, αλλά έχουν συγκεκριμένο σχέδιο να την αλλάξουν, να τη συρρικνώσουν. Διότι δεν θέλουν τη μικρό-μεσαία επιχειρηματικότητα. Όλη αυτή η προπαγάνδα περί χαμηλής ανταγωνιστικότητας, αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας έχει εμπεδωθεί ως άποψη. Όμως, τελικά μόνο χάρη σ’ αυτή τη μικρό-μεσαία επιχειρηματικότητα κρατιέται κάποια απασχόληση, ο κοινωνικός ιστός στις πόλεις κ.τ.λ. Να σημειώσω εδώ και μια συμβολική χειρονομία αλληλεγγύης, που έγινε με ένα ποσό που δόθηκε στη διαδρομή των προσφυγικών δρόμων, για να αγοραστούν τοπικά προϊόντα για τις ανάγκες των προσφύγων ή τη συνεισφορά και των επιχειρηματιών αυτών στο γενικό κλίμα αλληλεγγύης.

Λύσεις σε κόκκινα δάνεια, ληξιπρόθεσμες οφειλές

Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, με ληξιπρόθεσμα και ρευστότητα;
Πρέπει να ρυθμισθούν τα «κόκκινα» δάνεια και να τους δοθεί, οπωσδήποτε, επαναχρηματοδότηση. Μια μικρή νέα χρηματοδότηση, διότι αλλιώς δεν μπορούν αυτές οι επιχειρήσεις να συνεχίσουν να λειτουργούν. Ένα τμήμα του χρέους τους πρέπει να διαγραφεί, το δε κεφάλαιο να πάρει μια μακρά περίοδο αποπληρωμής, αλλά η επιχείρηση να λάβει και μια ρευστότητα. Να φτιαχτεί ένα απλό «εργαλείο», όπου η κάθε επιχείρηση να βάζει τα στοιχεία της και να προκύπτει ο τρόπος αντιμετώπισης, να προκύπτει αν όντως μια επιχείρηση διαθέτει τις δυνάμεις για να επιβιώσει. Θα μπορούσαν να το φροντίσουν αυτό από κοινού οι αρμόδιες υπηρεσίες των υπουργείων, οι συλλογικοί φορείς των επιχειρηματιών και οι τράπεζες. Για να πάρει εμπρός η οικονομία, αυτή είναι η δομή της, πρέπει να το καταλάβουν και οι δανειστές αυτό.

Και με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές στα ταμεία των επιχειρηματιών του κλάδου;
Πρόκειται για μεγάλο πρόβλημα, που έχουν σχεδόν όλοι οι επιχειρηματίες. Έχουν πολύ μεγάλες οφειλές στο ταμείο τους, νέες και παλιές. Τώρα, αν χρωστούν άνω των 20.000 ευρώ (οφειλή + προσαυξήσεις) το επιπλέον ποσό γίνεται άμεσα απαιτητό, με αποτέλεσμα, εάν αυτό δεν καταβληθεί, να μην μπορούν οι δικαιούχοι να συνταξιοδοτηθούν, δεδομένου ότι έχει συμπληρωθεί το απαιτούμενο χρονικό διάστημα. Αν, όμως, κάποιος χρωστάει μεγάλα ποσά, ακόμη και να ρυθμίσει τις οφειλές του, δεν μπορεί να αποπληρώσει ούτε το χρέος του, ούτε να είναι συνεπής με την υποχρεωτική καταβολή των τρεχουσών εισφορών. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η πρόταση που προωθείται, είναι να μπορεί ο ασφαλισμένος να παγώσει το χρέος του και να πληρώνει από τώρα και στο εξής, έως να βγει στη σύνταξη και όταν βγει στη σύνταξη ένα ποσοστό της να αποπληρώνει το χρέος. Μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κράτηση έναντι. Δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος, νομίζω. Μια και μιλάμε για την ασφάλιση να αναφερθούμε και στο εργόσημο, κάτι πολύ σημαντικό. Η διαδικασία, για να δηλωθεί ένας εργαζόμενος, είναι πάρα πολύ κοπιαστική για το μικρό εργοδότη. Η πρόταση από τους επαγγελματίες είναι να επεκταθεί ο θεσμός του εργόσημου, πρώτα απ’ όλα στις αγροτικές επιχειρήσεις. Αλλά και για εποχιακούς λόγους, μικρής διάρκειας, θα μπορούσε να αγοράζεται το εργόσημο ως ένα κουπόνι. Με περιορισμούς, βέβαια, που να προστατεύει τους μισθωτούς.

Ο τουριστικός κλάδος χρειάζεται αναδιάρθρωση

Στους κλάδους που πάνε εμφανώς καλά, όπως ο τουριστικός, δεν θα έπρεπε να έχει αρχίσει η άρση της υπερχρέωσης;
Η λειτουργία του τουριστικού τομέα στην Ελλάδα θέλει μεγάλη συζήτηση. Μια κατηγορία, που είναι τα πολύ μεγάλα ξενοδοχεία, κλείνουν τα πακέτα πολύ καιρό πριν, μέσω ξένων τουριστικών πρακτόρων. Εδώ, το τεράστιο ζήτημα είναι οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές δωματίων. Πρέπει οι επιχειρήσεις αυτές να αλλάξουν τρόπο τουριστικής επιχειρηματικότητας. Υπάρχουν δυο προβλήματα. Αφενός πουλάνε σε πολύ χαμηλές τιμές, αφετέρου χρησιμοποιούν πολλές φορές προσωπικό, που βρίσκεται «κάτω από την ομπρέλα» της μαθητείας. Τρίτο και βασικό πρόβλημα είναι ότι, επειδή δουλεύουν με το «βραχιολάκι», ο τουρίστας όλο το διάστημα είναι μέσα στο ξενοδοχείο και δεν ωφελείται σημαντικά η τοπική αγορά. Μερικές φορές, μάλιστα, τα προϊόντα που καταναλώνουν είναι εισαγόμενα!
Η άλλη κατηγορία είναι τα μεσαία και μικρά ξενοδοχεία, τα οποία, νομίζω, ότι έχουν καλύτερους δείκτες. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει και το φαινόμενο των τριγωνικών συμφωνιών, που μπορεί να ερμηνεύουν εν μέρει, τις χαμηλές τιμές σε κάποιες περιπτώσεις. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε, δηλαδή, το πρόβλημα της λειτουργίας των πολύ μεγάλων τουριστικών μονάδων, ώστε να μην υπάρχουν διαφυγές σε εργασία και συνάλλαγμα. Όντως, με τόσο αυξημένη δραστηριότητα, είναι κάπως παράδοξο να μην μπορούν, στο τέλος, να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους.

Μειώση των χρεώσεων στα POS

Πώς προχωράει η απόκτηση POS και οι υψηλές προμήθειες που πληρώνονται στις τράπεζες;
Τα POS, ο αριθμός των οποίων προσεγγίζει πλέον τις 240.000, τα 80.000 εκ των οποίων αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της επιβολής των κεφαλαιακών περιορισμών, συνιστούν ένα πολύτιμο εργαλείο, η χρήση των οποίων πρέπει να επεκταθεί και να υποβοηθηθεί. Άρα, πρέπει να μειωθεί το ποσοστό των χρεώσεων. Έχει ήδη επιτελεστεί πρόοδος στο συγκεκριμένο ζήτημα, ύστερα και απ΄ τις παρεμβάσεις των επαγγελματικών οργανώσεων και της διεύρυνσης των συναλλαγών, αλλά οι χρεώσεις διατηρούνται σε υψηλά ακόμη επίπεδα. Συνέπεια όλων των παραπάνω είναι οι προμήθειες να ξεκινάνε από 0,8% και να φτάνουν το 3% επί των συναλλαγών. Το 25% των επιχειρηματιών επιβαρύνεται από προμήθεια 0,5% - 1%. Το 65% των επιχειρήσεων επιβαρύνεται με προμήθεια 1% - 2,5%, ενώ το 10% επιβαρύνεται με πάνω από 3% (τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από δειγματοληπτική έρευνα και αφορούν την πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω χρήσης πιστωτικής κάρτας)1. Σε κάθε περίπτωση οι επιχειρήσεις πρέπει να επαναδιαπραγματευθούν με τις τράπεζες για μικρότερες προμήθειες. Οι οργανώσεις τους έχουν κινητοποιηθεί πολύ στο θέμα αυτό, με αποτέλεσμα η κατάσταση να αρχίζει σιγά – σιγά να ομαλοποιείται.

1.Τα αντίστοιχα μεγέθη από τη χρήση χρεωστικής κάρτας είναι: 35% των επιχειρηματιών επιβαρύνεται από προμήθεια 0,5% - 1%, 61% των επιχειρήσεων επιβαρύνεται με προμήθεια 1% - 2,5%, το 4,5% επιβαρύνεται με πάνω από 3%.

 

Μύθος η φυγή επιχειρήσεων στη Βουλγαρία

Αληθεύει ότι φεύγουν επιχειρήσεις στη Βουλγαρία;
Δεν υπάρχουν τόσο πολλές επιχειρήσεις, όπως γράφεται, που μετακομίζουν. Λογαριασμοί ανοίγουν στη Βουλγαρία και είναι, όντως, πάρα πολλοί, όχι όμως επιχειρήσεις. Μέχρι τις 31/12/2014 ο συνολικός αριθμός εταιρειών ελληνικών συμφερόντων ανέρχονταν σε περίπου 11.000 μονάδες, εκ των οποίων οι 9.000 περίπου δεν εμφανίζουν εργαζόμενο, ενώ οι 6.000 (εκ των 11.000) εμφανίζουν μηδενική δραστηριότητα. Το 2015 έκαναν έναρξη 2.000 επιχειρήσεις που στο σύνολο τους δεν εμφανίζουν απασχολούμενο (και βέβαια δημιουργία θέσεων εργασίας στη Βουλγαρία), όπως επίσης δεν περιλαμβάνουν μεταφορά παραγωγικής ή εμπορικής δραστηριότητας. Το 2014 υπήρχε μία έντονη δραστηριότητα εξαιτίας της υιοθέτησης του συντελεστή 10% επί των εταιρικών κερδών, στην οποία όμως προστίθετο και ένα «κρυφό» 6%, άρα συνολικά 16%, που μαζί με άλλες επιβαρύνσεις έφτανε το 20%. Η Βουλγαρία είναι μεν Ε.Ε αλλά όχι Ο.Ν.Ε, οπότε μια επιχείρηση δεν μπορεί να κάνει από εκεί εξαγωγή συναλλάγματος. Υπάρχει και το απρόβλεπτο κόστος άσκησης επιχειρηματικότητας σ’ αυτή τη χώρα. Άρα πρόκειται περισσότερο για μύθο παρά πραγματικότητα.

Υπάρχουν, βέβαια, οι καταναλωτικές επισκέψεις ένθεν και ένθεν όπως και αγορά πρώτων υλών από επιχειρήσεις στη Β. Ελλάδα.
Αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχει καταναλωτική εκροή και όχι μόνο στη Βουλγαρία, αλλά και στη FYROM. Εκεί τι μπορείς να κάνεις; Όχι, βέβαια, να κλείσεις τα σύνορα, αλλά να αντιστρέψεις έντονα την τάση, να ενισχύσεις συγκεκριμένες περιοχές στη Β. Ελλάδα, επιλεγμένες. Να φτιάξεις, π.χ, δυο μεγάλα εμπορικά κέντρα, με πρωτοβουλία των οργανώσεων, της περιφέρειας. Τα σύνορα δεν κλείνουν. Να δημιουργηθούν, λοιπόν, αντίστροφες συνθήκες για να έλθει και από εδώ κόσμος να ψωνίζει.
Πρόσφατα άρθρα ( Οικονομία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet