Η ωραιότερη μέρα ήταν όταν τελείωσε ο πόλεμος

Fo_2

Τον αναζητούν όλοι για τα ενενήντα κεράκια του. Εκείνος αντιτάσσει: Δεν έκανα τίποτα σημαντικό, έχω μόνο γενέθλια. Ο αριθμός όμως είναι σημαντικός. Όπως είναι σημαντικός και ο οικοδεσπότης, που μας δέχεται μια ηλιόλουστη μιλανέζικη μέρα, ενώ η άνοιξη ανατέλλει έξω από τα παράθυρα. Ξέρουμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν, γιατί δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει, να γράφει, να παίζει θέατρο, αλλά ούτε και να κάνει ν’ ακούγεται η φωνή του στο δημόσιο λόγο. Με την ευκαιρία, λοιπόν, αυτής της τόσο γεμάτης ζωής και συνεπώς αυτών των τόσο συμβολικών γενεθλίων, προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε από πού προέρχεται αυτός ο ηφαιστειώδης οίστρος που έδωσε τόσα πολλά στην Ιταλία.
Όλα αρχίζουν στο Λουίνο, στις 24 Μαρτίου 1926, όταν η μαμά Πίνα έφερε στον κόσμο τον Ντάριο. Ο άντρας της, ο Φελίτσε (ΣτΜ Ευτύχης), όνομα και πράγμα, είναι ένας σταθμάρχης που έχει πάθος με το θέατρο. Η παλαιότερη ανάμνηση του μικρού Ντάριο είναι ένα «αιματηρό επεισόδιο», όπου στο βάθος υπάρχουν οι γραμμές του τρένου: «Ήμουν περίπου τριών χρόνων. Είδα ένα παιδί που διέσχιζε βιαστικά με το ποδήλατο τις σιδηροδρομικές γραμμές. Έπεσε και τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι. Πήγα κοντά του, το χέρι του ήταν μες στα αίματα. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα αίμα και ανακάλυψα ότι ο άνθρωπος είναι γεμάτος αίμα. Μετά ήρθε ένας κύριος, του έδωσε τις πρώτες βοήθειες και του έδεσε ένα κασκόλ γύρω από την πληγή. Του είπε: “Πάμε στο νοσοκομείο γιατί πρέπει να σου βάλουν ράμματα”. Άλλο ένα πράγμα που μου έκανε τρομερή εντύπωση: δεν ήξερα ότι ήταν δυνατό να ράψει κανείς τους ανθρώπους όπως έκανε η μαμά μου με τα φθαρμένα παντελόνια μου».

 

Συνέντευξη στην Σίλβια Τρούτσι*

Η επιλογή σας να καταταγείτε νεότατος στο στρατό της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (ΣτΜ το καθεστώς Μουσολίνι και Γερμανών ναζί που ακολούθησε την ανακωχή του 1943) προκάλεσε πολλές πολεμικές τη δεκαετία του ’70.
Τα έγραψα όλα σε ένα βιβλίο: κατατάχτηκα στον ιταλικό στρατό, ως ιταλός και όχι ως φασίστας, για μια εξαιρετικά σύντομη περίοδο. Κατατάχτηκα για να μην εκτοπιστώ στη Γερμανία και τελικά πήγα στους αλεξιπτωτιστές γιατί γι’ αυτούς υπήρχε μια περίοδος αναγκαστικής εκπαίδευσης και ήξερα ότι ο πόλεμος ήταν στο τέλος του: Δεν ήθελα να πάω στη Γερμανία, κανείς δεν γύριζε πίσω. Στο τέλος το έσκασα, γιατί είχαν τουφεκίσει είκοσι πολίτες χωρίς λόγο. Δεν μ’ ενδιέφερε να με σκοτώσουν: ο κόσμος γύρω μου ήταν μόνο ωμότητα, βία, καταπίεση. Δεν με ενδιέφερε πια πού θα κατέληγε. Κατέφυγα στο βουνό τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τη απελευθέρωση. Όμως, όταν γύρισα, οι άνθρωποι του χωριού μου, με φώναζαν φασίστα. Προσπάθησα μόνο να σωθώ: Ήμουν παιδί.

Η πρώτη σας καλλιτεχνική κλίση ήταν η ζωγραφική.
Σπούδασα στην Ακαδημία της Μπρέρα, για οκτώ χρόνια. Σε εκείνα τα χρόνια έμαθα χαρακτική, ζωγραφική, γλυπτική. Όμως κατάλαβα ότι δεν ήμασταν πια στη χρυσή εποχή της ζωγραφικής, με τον πόλεμο κάτι έσπασε. Πράγματι, οι ήδη καταξιωμένοι ζωγράφοι άρχισαν να κουράζονται. Σε κάποια στιγμή ένας σημαντικός έμπορος τέχνης μου προτείνει να μπω στο εργαστήρι του. Δηλαδή εκείνος μου έδινε ένα μισθό, αλλά σε αντάλλαγμα ήθελε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής μου. Μου άφηνε καμιά δεκαριά πίνακες: Εκείνη την εποχή εγώ είχα πολύ μεγάλη παραγωγή, έναν πίνακα την ημέρα. Εκείνος έπαιρνε τα πάντα, εκτός αν γινόμουν διάσημος, οπότε θα λάμβανα ποσοστά επί των πωλήσεων. Κατάλαβα ότι ήταν μια απάτη και τότε είπα φτάνει, αυτό δεν είναι το επάγγελμά μου.

Και μετά;
Γράφτηκα στην Αρχιτεκτονική. Συγχρόνως δούλευα για να βοηθήσω στον πατέρα μου να πληρώνει τους φόρους του πανεπιστημίου και τα βιβλία: Δούλευα ως μαθητευόμενος σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Με έστελναν να κάνω τη χωρογράφηση, πάνω στην οποία παρήγα τα προσχέδια. Σε κάποια στιγμή ανακαλύπτω ότι το οικόπεδο με το οποίο ασχολούμαι είναι χαρακτηρισμένο για αγροτική χρήση. Τότε πάω στον ιδιοκτήτη του γραφείου και του λέω: μα γιατί δουλεύουμε τα σχέδια πάνω σ’ αυτό το οικόπεδο που είναι δεσμευμένο; Είναι ανώφελο. Κι αυτός μου απαντάει: «Μην ανησυχείς, είναι άπειρες οι διέξοδοι στην αρχιτεκτονική που μπορούν να σε εκπλήξουν». Ένα μήνα αργότερα, ο Δήμος είχε αλλάξει τη χρήση εκείνου του οικοπέδου, από αγροτικό έγινε οικοδομήσιμο. Για μένα ήταν μια τεράστια απογοήτευση. Μέσα στην απελπισία μου παραιτήθηκα. Δεν είχα δεκάρα, κυριολεκτικά, και είχα κατάθλιψη. Εξακολουθούσα να αδυνατίζω, γιατί μόλις έτρωγα κάτι, έκανα εμετό. Ένας φίλος μού είπε: «Μα εγώ σε άκουσα να παίζεις θέατρο και όλοι σε χειροκροτούσαν. Είσαι πάρα πολύ καλός, αυτό είναι το επάγγελμά σου!».

Ο έρωτας με την Φράνκα Ράμε

Τότε πήγατε να χτυπήσετε την πόρτα του Φράνκο Παρέντι.
Πήγα και με κάποιους μονολόγους που είχα ετοιμάσει με πήραν αμέσως. Στην πρόβα ήταν και η Φράνκα. Εγώ την ήξερα ήδη, από μια φωτογραφία που είχα δει στο σαλόνι του σπιτιού της μητέρας της στο Βαρέζε, επειδή κατά τύχη είχα γνωρίσει τον αδελφό της.

Την ερωτευτήκατε αμέσως;
Θεέ μου… ήταν υπέροχη, πανέμορφη, γοητευτική, πνευματώδης. Άριστη στη δουλειά της. Μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν ήταν όμως προσιτή σε μένα. Κάθε φορά που την κοίταζα έλεγα από μέσα μου: «Μη χάνεις χρόνο, μην δημιουργείς μπερδεψοδουλειές. Με όλους τους ισχυρούς και πλούσιους υποψήφιους μνηστήρες που έχει…». Επέβαλα στον εαυτό μου να μη διασταυρωθούν ποτέ τα βλέμματά μας, να μην της δώσω σημασία αν μου απεύθυνε το λόγο. Έρχονταν λουλούδια, δώρα, έρχονταν να την πάρουν με το αυτοκίνητο. Για σκέψου, εγώ ήμουνα μπατίρης. Ένα βράδυ όμως βρεθήκαμε μόνοι. Εγώ έβγαινα από το θέατρο κι εκείνη μου είπε: «Μα πού πας, Ντάριο;». Εγώ, ξερά: «Σπίτι». Κι εκείνη: «Δεν θα φας;». Της είπα ψέματα: «Έφαγα νωρίτερα». Εκείνη όμως κατάλαβε: «Λες μπούρδες». Δεν είχα δεκάρα στην τσέπη μου. Τότε με κάλεσε εκείνη: «Πληρώνω εγώ. Αλλά έχω λεφτά μόνο για ψωμί, σαλάμι και για μια μπίρα. Εντάξει;». Όλες οι καλές μου προθέσεις πήγαν στον αγύριστο… Διασχίσαμε το Μιλάνο από πάνω μέχρι κάτω, εκείνη τη νύχτα. Εγώ τη συνόδευα στο σπίτι της, μετά εκείνη επέμενε να συνοδέψει εμένα κι εγώ πάλι εκείνη. Μιλήσαμε για πολλές ώρες, ήταν μια ευχάριστη και διασκεδαστική βραδιά.

Δηλαδή την φιλήσατε;
Καθόλου! Ίσα-ίσα, δεν ήθελα ποτέ να βγω μαζί της. Επινοούσα διάφορα ψέματα, έλεγα πάντα ότι ήμουν απασχολημένος, ότι δεν μπορούσα. Μια φορά έφθασα στο σημείο να της πω ότι είχα να δώσω ένα μάθημα στο Πολυτεχνείο και ότι έπρεπε να διαβάσω και δεν ήταν αλήθεια γιατί είχα ήδη εγκαταλείψει τις σπουδές. Το ίδιο βράδυ, ενώ ήμασταν στα παρασκήνια, εκείνη μου έδωσε μια σπρωξιά. Έμεινα με την πλάτη στον τοίχο και με φίλησε. Αυτή είναι η ιστορία.

Ήσασταν μαζί μια ολόκληρη ζωή. Όμως η Φράνκα κάποια στιγμή σας άφησε.
Για να πω την αλήθεια με άφησε πάρα πολλές φορές. Όταν έγινε γνωστή «σουμπρέτα», έτσι λέμε στη γλώσσα μας, σε έναν πολύ σημαντικό θίασο, η αδελφή της τής έλεγε: «Παράτα τους ηθοποιούς, είναι χαμένα κορμιά. Τι ζωή μπορεί να σου δώσει ο Ντάριο;». Μετά τα ξαναφτιάξαμε, μια φορά μάλιστα ήρθε να μας δει να παίζουμε. Και ήρθε πάλι να παίξει μαζί μας στο «Δάχτυλο στο μάτι». Μετά παντρευτήκαμε στο ναό του Αγίου Αμβροσίου με τον επίσκοπο που είχε κρατήσει το στολισμό ενός άλλου γάμου. Στη συνέχεια χωρίσαμε άλλες δύο φορές. Πάντα με πρωτοβουλία της. Και είχε δίκιο, ήμουνα άστατος. Είχαμε τεράστια επιτυχία, εγώ είχα γύρω μου πανέμορφα κορίτσια που με ήθελαν… Τότε εκείνη είπε φτάνει.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις περιπέτειες, υπήρξε κάποια που να ήταν σημαντική;
Αν ήμουν υποκριτής, θα σας έλεγα ότι ήταν όλες ιστορίες ασήμαντες, τυχαίες. Περιπέτειες που δεν μετρούσαν καθόλου. Όμως δεν ήταν έτσι: Κάποια από αυτά τα κορίτσια με ερωτεύονταν και εμπλεκόμουν κι εγώ. Όμως η Φράνκα ήταν πάντα το κέντρο του σύμπαντός μου. Όταν εκείνη έφευγε και μου τηλεφωνούσε ο δικηγόρος λέγοντάς μου: «Η γυναίκα σας θέλει να χωρίσετε», ήταν ένα δράμα για μένα.

Η Φράνκα σας έκανε ποτέ απιστίες;
Πιστεύω ότι το έκανε από εκδίκηση. Εγώ υπέφερα, αλλά ένιωθα υπερβολικά ένοχος, καταλάβαινα ότι είχε τους λόγους της. Όμως αυτά ήταν ατυχήματα, ήταν σαν να σκοντάφταμε. Δεν υπήρξαν ποτέ το κλειδί της σχέσης μας. Ένιωθα για την Φράνκα μια αγάπη απόλυτη, που ξεχείλιζε, που δεν είχε όρια. Θυμάμαι τότε που είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο και έπρεπε να κοιμάται πάνω σε μια σκληρή επιφάνεια και ξάπλωνε στο πάτωμα, γιατί δεν μπορούσε να μείνει στο κρεβάτι. Εγώ ξάπλωνα δίπλα της κατάχαμα.

Η πατρότητα και η φιλία

Τι σας δίδαξε η πατρότητα;
Κατάλαβα αργά τη σημασία του ρόλου μου ως γονιού, τι έπρεπε να κάνω με το γιο μου τον Ιάκοπο. Δούλευα πολύ, έλειπα συχνά σε τουρνέ. Έχασα την παιδική του ηλικία: Έλειψε και σε μένα. Μετά ήρθαμε πολύ κοντά και τόσο εγώ όσο και η Φράνκα καταλάβαμε ότι έπρεπε να βιώσουμε μαζί το γεγονός ότι ήμασταν γονιοί και να είμαστε από κάθε άποψη μια οικογένεια. Σήμερα είμαι παππούς και προπάππους, είμαι ευτυχισμένος. Περνάω πολύ χρόνο με την οικογένειά μου: Τώρα για τα γενέθλιά μου θα έρθουν όλοι, θα με στείλουν να κοιμηθώ στη σοφίτα!

Ας μιλήσουμε για τους φίλους σας.
Ήμουν πάντα ένας κλέφτης: Γνωριμιών, γνώσης, πείρας. Είδα τους φίλους μου να δουλεύουν, τους άκουσα κι έκλεψα απ’ όλους λίγο. Όταν ήμουν παιδί πήγαινα στους αγρούς να ζωγραφίσω μαζί με τους ενήλικες ζωγράφους: Τους παρατηρούσα προσεκτικά, τους αντέγραφα. Το ίδιο έκανα στην Ακαδημία. Εγώ έλεγα ιστορίες, παραμύθια. Έδινα παράσταση. Ήμουν ήδη διάσημος ως γελωτοποιός. Μετά ζητούσα με τη σειρά μου να μου δείξουν πώς γίνονταν τα πράγματα: Πάντα μάθαινα κλέβοντας.

Δεν μετανιώνω για τίποτα

Μετανιώσατε για κάτι;
Ποιος ξέρει γιατί μου το ρωτάνε όλοι… Είχα υπερβολική τύχη στη ζωή μου. Όλα όσα πήγαιναν στραβά, οι κρίσεις, οι καταστροφικές στιγμές ανατρέπονταν πάντα. Βρέθηκα μετατοπισμένος από τους ανέμους προς διαφορετικούς ορίζοντες, με αλλαγές, με νέα πράγματα. Δεν μετανιώνω για τίποτα, αλήθεια.

Γιατί δεν θελήσατε ποτέ να οδηγήσετε αυτοκίνητο;
Δεν με ενδιέφερε. Η οδήγηση είναι μια αποκλειστική δραστηριότητα, όπου δεν μπορείς ποτέ να αφαιρεθείς. Δοκίμασα κάποτε και κατάλαβα ότι δεν μου ταίριαζε. Όμως το υποπτευόμουν: Μέχρι και από το ποδήλατο έπεφτα γιατί σκεφτόμουν οτιδήποτε άλλο εκτός από το δρόμο. Ύστερα είχα την Φράνκα, που ήταν τόσο καλή οδηγός…

Τα σημαντικότερα βιβλία της ζωής σας;
Πάρα πολλά. «Οι αναμνήσεις ενός ογδοντάχρονου» του Ιπόλιτο Νιέβο, που το διάβασα παιδί και το αγάπησα πάρα πολύ. Μέχρι ένα ορισμένο σημείο καταβρόχθιζα μυθιστορήματα. Λάτρευα τον Ντος Πάσος και τον Χέμινγουεϊ. Είχα κάποιες περιέργειες που ήθελα να ικανοποιήσω, για την Ιστορία για παράδειγμα. Άρχισα να διαβάζω δοκίμια και επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Η ημέρα που σας έδωσαν το βραβείο Νόμπελ ήταν η ωραιότερη της ζωής σας;
Όχι! Η ωραιότερη μέρα ήταν όταν τελείωσε ο πόλεμος: Θυμάμαι σαν να ήταν χθες τη γιορτή στα χωριά, ενώ απομακρυνόταν ο εφιάλτης του θανάτου, των βομβών, εκείνης της φρικτής καταστροφής. Όταν μου απένειμαν το βραβείο Νόμπελ είπαμε με την Φράνκα: «Τώρα να μην το πάρουμε πάνω μας». Και ξαναρχίσαμε να δουλεύουμε.

Τι είναι τα γεράματα;
Γιατί το ρωτάτε σε εμένα; Εγώ δεν πήρα είδηση. Κάθε τόσο κάποιος μου έλεγε: «Σκέψου ότι σε λίγο θα γίνεις ενενήντα χρόνων», κι εγώ δεν έδινα σημασία. Τα γεράματα πέφτουν πάνω σου, ξαφνικά. Εγώ όμως αισθάνομαι ηλικιωμένος, όχι γέρος. Οι γέροι είναι συντηρητικοί, είναι νοσταλγικοί. Δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνουν «στον καιρό μου», έχουν μια κλειστή νοοτροπία, μερικές φορές στενοκέφαλη. Δεν δέχονται τα νέα πράγματα, γελάνε λίγο. Είναι εχθρικοί προς τη διαφορετικότητα. Εγώ δεν τα βρίσκω με τους ανθρώπους της ηλικίας μου: Εκτός των άλλων οι γέροι συνήθως ψηφίζουν τη δεξιά. Εγώ τη δεξιά ποτέ!

* Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 2016, στο «Il Fatto Quotidiano».

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

 

 

 

ΦΡΑΝΚΑ ΡΑΜΕ: Μια γυναίκα που  άνοιξε δρόμους

 

Οι γυναίκες χρωστούν ευγνωμοσύνη στην Φράνκα Ράμε γιατί είχε το θάρρος να μιλήσει για το βιασμό που υπέστη (ΣτΜ από μια ομάδα φασιστών) το ’73. Τι νιώσατε όταν η γυναίκα σας απήχθη;
Δεν υπάρχουν λόγια για να εκφράσω το θυμό μου, τον πόνο, το αίσθημα αδυναμίας. Το πιο τρομερό πράγμα ήταν όταν ήρθαν στο φως οι λεπτομέρειες, η εμπλοκή του κράτους και των καραμπινιέρων. Η δίκη παραγράφηκε… (ένα μικρό δάκρυ γλιστράει στα μάγουλά του πίσω από τα γυαλιά ηλίου).

Πώς το ξεπέρασε η γυναίκα σας;
Ένας καθηγητής φίλος μας της είπε: «Φράνκα, το να το καταγγείλεις δεν αρκεί. Τη θεραπεία πρέπει να την κάνεις μόνη σου, πρέπει να σωθείς η ίδια. Δεν αρκεί να μιλάς με τους συγγενείς σου ή με κάποιους φίλους. Πρέπει να λυτρωθείς, πρέπει να το αφηγηθείς. Κάνε το στο θέατρο, αυτή είναι η δουλειά σου». Εκείνη, κουνώντας το κεφάλι, απάντησε: «Όχι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω». Ένα βράδυ, ενώ παίζαμε στο θέατρο, εκείνη είχε μια σκηνή μετά από μένα, ένα μονόλογο. Ήμουνα στα παρασκήνια και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι δεν πρόκειται για το προβλεπόμενο κομμάτι, αλλά ότι η Φράνκα αφηγείται το δράμα της. Ο κόσμος ήταν αναστατωμένος. Έδειξε λιονταρίσιο θάρρος. Και τι παράδειγμα ήταν για τις γυναίκες! Εκείνοι ήταν ακόμη καιροί που οι κοπέλες δεν μπορούσαν να καταγγείλουν τη βία.

 
Πρόσφατα άρθρα ( Θέατρο )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet