Ο υφυπουργός Εσωτερικών Χριστόφορος Βερναρδάκης  μιλάει κατά τη διάρκεια της συζήτησης επί των Προγραμματικών Δηλώσεων της Κυβερνήσεως στη Βουλή, Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015. Συνεχίζεται και σήμερα η ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, με τοποθετήσεις υπουργών και βουλευτών, μετά τη προχθεσινή  εναρκτήρια ομιλία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Η διαδικασία ολοκληρώνεται τα μεσάνυχτα, οπότε η κυβέρνηση λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης με φανερή ονομαστική ψηφοφορία. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Μια συνέντευξη με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη θα αναμενόταν, ίσως, από τους αναγνώστες μας να περιορίζεται στις πολλές και σημαντικές εξελίξεις της περασμένης εβδομάδας. Όμως, όπως και ο ίδιος τονίζει θα πρέπει να πάψουμε να λειτουργούμε με πρόγραμμα ημέρας και να αναζητήσουμε καινούργια εργαλεία, για να προχωρήσουμε σε ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο, «διαφορετικά ��α διαιωνίσουμε τη θεσμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού κινούμενοι περιορισμένα στον ορίζοντα του εκσυγχρονισμού». Έτσι, η συζήτησή μας κινήθηκε πιο πέρα από αυτόν τον χρονικό ορίζοντα, στα επόμενα βήματα της κυβέρνησης, αλλά και του κόμματος.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Επιχειρείται από την πλευρά της αντιπολίτευσης, αλλά και από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο να εμφανισθεί πως η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια κατάσταση ασφυξίας και στο μέτωπο της αξιολόγησης, αλλά και στο προσφυγικό. Ποια η πραγματικότητα;
Πράγματι τα περιθώρια γύρω από τα οποία μπορεί να κινηθεί η κυβέρνηση είναι περιορισμένα, όμως σε καμία περίπτωση η κυβέρνηση δεν βρίσκεται σε καθεστώς ασφυξίας. Άλλωστε, με τις επιμέρους και γενικότερες πολιτικές που έχουμε υλοποιήσει μέχρι στιγμής και κινούνται εντός του πλαισίου της συμφωνίας, έχουμε αναπτύξει σημαντικά θεσμικά, διοικητικά και οικονομικά αντίβαρα παράλληλων πολιτικών. Στην εικόνα ασφυξίας που προβάλλεται, όπως ανέφερες, διακρίνω μια ιδιοτέλεια, καθώς οι απόπειρες άσκησης πίεσης προς την κυβέρνηση, από το εσωτερικό και από το εξωτερικό, θέτουν εμπόδια στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η οποία θα δημιουργήσει νέα πολιτικά δεδομένα. Αν, δηλαδή περάσουμε τις Συμπληγάδες, τότε θα μας δοθεί η δυνατότητα μεγαλύτερων πολιτικών κινήσεων από αυτές που έχουμε μέχρι σήμερα, καθώς θα διευρυνθεί σημαντικά ο χρονικός ορίζοντας της κυβέρνησης, ώστε να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να σχεδιάσουμε ένα πιο μακροχρόνιο κυβερνητικό έργο. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Είτε θα το ξεπεράσουμε με θετικό τρόπο οπότε θα έχουμε την πλήρη πρωτοβουλία των κινήσεων, είτε θα κερδίσουν τη μάχη τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της φοροδιαφυγής και της διαπλοκής, τα οποία χρησιμοποιούν τις διασυνδέσεις τους στο εξωτερικό και στους μηχανισμούς για να μην θιγούν. Γνωρίζουν, άλλωστε, πως αν περάσουμε την αξιολόγηση θα έχουμε πια πολύ μεγάλο χώρο και χρόνο ώστε να χτυπήσουμε τη μεγάλη φοροδιαφυγή και να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις στο χώρο της δικαιοσύνης, της διαφθοράς, της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της διοίκησης, προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων.

Θεωρείς πως υπάρχει ένας φόβος από την πλευρά των αντιπάλων της κυβέρνησης ότι μπορεί να θιγούν και επομένως επείγονται να κερδίσουν τη μάχη;
Αυτό είναι σαφές. Θέλουν να αφαιρέσουν από την κυβέρνηση κάθε δυνατότητα πρωτοβουλίας των κινήσεων. Άλλωστε, μέχρι τώρα κινούνταν στη λογική πως η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί τη συμφωνία του Ιουλίου. Και διαψεύστηκαν, καθώς οι κοινωνικές αντιδράσεις ήταν περιορισμένες, ενώ υπερίσχυσε ο διάλογος. Σαφώς η ασκούμενη πολιτική δεν μας καλύπτει ως Αριστερά, αλλά δεν ήρθε η καταστροφή που ευαγγελίζονταν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι: Το μισθολόγιο στο δημόσιο τομέα πέρασε όχι μόνο χωρίς περαιτέρω μειώσεις, για πρώτη φορά ύστερα από πέντε χρόνια, αλλά και με μικρές μεν αλλά ορατές αυξήσεις. Ακόμα, το ασφαλιστικό πάει να κλείσει με όσο γίνεται μεγαλύτερες εξισορροπήσεις και με προστασία των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτών. Από την άλλη, δημιουργήσαμε θεσμικά αντίβαρα, όπως για παράδειγμα οι πολιτικές στη δημόσια διοίκηση, η διαχείριση του προσφυγικού, οι πολιτικές παρεμβάσεις στο χώρο της υγείας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, ενώ ανταποκριθήκαμε μέχρι σήμερα στους στόχους των εσόδων.

Κοινός ο στόχος ΝΔ και ΔΝΤ

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η Νέα Δημοκρατία έλεγε ότι δεν ζητά εκλογές. Γιατί πιστεύεις ότι άλλαξε τακτική και πλέον τις ζητά επιτακτικά;
Ο Κ. Μητσοτάκης τις πρώτες βδομάδες εκλογής του κινήθηκε ως «ορθολογικός παίκτης», αναγνωρίζοντας πως δεν είναι προς το συμφέρον της παράταξής του να αναλάβει το κόστος της εφαρμογής μιας συμφωνίας που έχει ήδη δρομολογηθεί. Όμως το βαθύ κράτος της διαπλοκής δεν σκέφτεται ως «ορθολογικός παίκτης», αντίθετα τζογάρει με ορίζοντα μίας ημέρας και επιδιώκει μια άμεση –ακόμα και βίαιη- πολιτική απαλλαγή από την Αριστερά. Για να επιτύχει το σκοπό του, από τη στιγμή που ελέγχει πλήρως τη Νέα Δημοκρατία, θα χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να δημιουργήσει μια εικόνα ασφυξίας, διάλυσης, παρακμής και εξαθλίωσης.

Ποιο, τελικά, είναι το πραγματικό σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας;
Να πέσει η κυβέρνηση και να αναλάβει εκείνη την εξουσία, ώστε να διαχειριστεί πολύ πιο πιστά τις επιταγές των δανειστών, αφού με εκείνους έχουν απόλυτη ιδεολογική σύμπτωση. Άλλωστε, όπως είδαμε και από τη διαρροή των διαλόγων του ΔΝΤ, ο ένας χρησιμοποιεί τον άλλον εργαλειακά, για να πιέσει ο καθένας από την πλευρά του την κυβέρνηση. Ο στόχος, λοιπόν, της Νέας Δημοκρατίας με το ΔΝΤ είναι κοινός: να επιβάλλουν πολιτικές λιγότερου κοινωνικού κράτους και λιτότητας, να επιτεθούν στο λαϊκό εισόδημα και να πλήξουν ανεπανόρθωτα πλέον το δημόσιο συμφέρον.

Πώς όμως, μ’ αυτή τη γραμμή θα ανακινήσει την πλειοψηφία; Πως θα κυβερνήσει;
Αυτή είναι μια σκέψη που, όπως είπα και πριν, θα έκανε ένας «ορθολογικός παίκτης». Τον μη ορθολογικό παίκτη τον ενδιαφέρει να πάρει την εξουσία και μετά θα δει πώς θα τη διαχειρισθεί. Και στο μυαλό του έχει μηχανισμούς εκλογίκευσης εκ των υστέρων αυτής της επιλογής. Θα την αντιμετωπίσει με αυταρχισμό, με πυγμή, με ακροδεξιά στρατηγική διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων. Νομίζω πως αυτό είναι το σχήμα μέσα στο οποίο στρατεύεται σήμερα, όχι μόνο η Νέα Δημοκρατία, αλλά το ευρύτερο καθεστωτικό πολιτικό μπλοκ, που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ, όπως και διάφορα κέντρα και παράκεντρα εξουσίας στην Ελλάδα.

Οι δυνάμεις και η δυναμική του Κέντρου

Αυτή η πολιτική που περιγράφεις δεν φέρνει σε αντιπαράθεση τη Νέα Δημοκρατία με τις δυνάμεις του Κέντρου; Δεν είναι, άλλωστε, προς το συμφέρον της να συνεργαστεί με αυτές τις δυνάμεις, όπως έκανε και στο παρελθόν;
Η θεωρητική μου αφετηρία είναι πως το Κέντρο έχει πια διαλυθεί. Υπάρχουν, βεβαίως, μερικά πολιτικά μορφώματα ή παρέες, που περιορίζονται στο επίπεδο της βουλής και είναι ταυτόχρονα απολύτως ταυτισμένοι με τον νεοφιλελευθερισμό. Αυτοί, λοιπόν, δεν έχουν κανένα λόγο να μην προσχωρήσουν στη ΝΔ ή να μην συνεργαστούν μαζί της. Δεν θέλω να γενικεύσω, σαφώς υπάρχουν και κάποιοι που δεν είναι σε αυτή τη λογική, όμως πιστεύω πως το 80% θα δεχόταν άνετα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Και μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν προς το συμφέρον του Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος θα παρουσίαζε επιπλέον μια πολιτική συμμαχιών και διεύρυνσης της ΝΔ. Ίσως βέβαια τότε θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές αντιδράσεις από τις τάσεις της λαϊκής δεξιάς και της φιλελεύθερης κεντρώας δεξιάς. Για να επανέλθω,  το Κέντρο κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου εύκολο να διακριβώσει κανείς τι εκπροσωπεί. Υποψιάζομαι πως η Φ. Γεννηματά δεν εκπροσωπεί την ταύτιση με τον νεοφιλελευθερισμό, αν και δεν είναι απολύτως σαφές. Αλλά το τι ακριβώς εκπροσωπεί και το ποια ακριβώς είναι η απήχηση αυτού του υποσυνόλου, στην ουσία, του ΠΑΣΟΚ που πιθανόν να μην θέλει να συνεργαστεί με τον νεοφιλελευθερισμό και ποια είναι η στρατηγική του είναι ένα ερώτημα. Κατά την άποψή μου, στο υβρίδιο που λέγεται ΠΑΣΟΚ ηγεμονική φυσιογνωμία είναι ακόμα ο Ευ. Βενιζέλος. Από την άλλη, η Φ. Γεννηματά είναι μειοψηφία, χωρίς, μάλιστα, να έχει κάποιο στρατηγικό σχέδιο αλλά ούτε και τις δυνάμεις να το επιβάλει. Το ίδιο συμβαίνει και με το Ποτάμι, το οποίο είναι πολύ πιο τυπικό νεοφιλελεύθερο μόρφωμα. Από την άλλη, οι Κεντρώοι του Λεβέντη κινούνται σε ένα φάσμα ανορθολογικής κοινοτοπίας και πολιτικού αυταρχισμού. Επομένως, δεν έχουμε πια «κεντρώες» κοινωνικές, λαϊκές δυνάμεις, σαν και αυτές που παλιότερα συγκρότησαν το Κέντρο στη βάση της αντιδεξιάς και αντινεοφιλελεύθερης αντίληψης. Αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις εντάχθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στον ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον εκλογικά, και εκεί θα συνεχίσουν να είναι ενταγμένες, δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική εκπροσώπηση αυτού του χώρου.

Το Κέντρο σήμερα, όπως ανέλυσες, δεν έχει πολιτικές δυνάμεις. Όμως δημοσκοπικά παίρνει 15%. Πώς θα κινηθεί αυτός ο κόσμος;
Αυτό το σώμα, σε επίπεδο εκλογικής βάσης, είναι διεκδικούμενο. Και δεν σημαίνει, προφανώς, πως αυτός ο κόσμος θα προσχωρήσει σε μια νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Από την άλλη, δεν πρόκειται για ένα συμπαγές ιδεολογικά εκλογικό σώμα, αντίθετα είναι πολυμορφικό και διαπερνάται από πολύ μεγάλες αντιφάσεις, ακόμα και από ημιρατσιστικές ή ημιεθνικιστικές αντιλήψεις. Επομένως, δεν μπορεί κάποιος να επενδύσει σε αυτό το χώρο ως ενιαίο, ώστε να ασκήσει μια μακροχρόνια πολιτική ηγεμονίας. Επειδή, λοιπόν, υπάρχει αυτή η άμορφη μάζα, θα πρέπει εμείς, ως κόμμα, να διαμορφώσουμε επιτέλους ένα σχέδιο, να μιλήσουμε για τις κοινωνικές μας συμμαχίες, το κράτος, την κοινωνική πολιτική και πώς αυτά συνδέονται, ώστε να χαράξουμε τη δική μας στρατηγική. Αντίστοιχα, αυτός θα είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει και η δεξιά, ώστε να ηγεμονεύσει σε αυτά τα στρώματα –και ιδιαίτερα στα μεσαία στρώματα- με μια νεοφιλελεύθερη πολιτική. Βλέπεις ο αγώνας είναι και ιδεολογικός, γι’ αυτό εμείς πρέπει να μείνουμε σταθεροί στο σχέδιο μιας κοινωνικής συμμαχίας των λαϊκών στρωμάτων, με τα μεσαία στρώματα που έχουν φτωχοποιηθεί. Εάν εμείς το καταφέρουμε αυτό, θα μεταφρασθεί σε μια πολιτική και εκλογική πλειοψηφία.

Η διαιρετική τομή των εκλογών

Όταν επομένως γίνουν εκλογές, θα πρέπει η κυβέρνηση να έχει παράξει έργο, ώστε να μπορεί να την υπερασπιστεί ο κόσμος. Πώς θα συμβεί αυτό;
Αυτό είναι κάτι που πρέπει να συζητήσουμε. Στα υπουργεία λειτουργούμε με πρόγραμμα ημέρας, καθώς υπάρχει σωρεία ζητημάτων που πρέπει να επιλύσουμε. Και δυστυχώς, τα μόνα διαθέσιμα εργαλεία είναι αυτά που μας άφησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Όμως, πρέπει να αναζητήσουμε καινούργια εργαλεία, διαφορετικά θα καταρρεύσει η όλη προσπάθεια και επομένως πρέπει να ξεφύγουμε από την μεγάλη ένταση της καθημερινότητας. Αυτό θα μας υποχρεώσει να το κάνουμε ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό πολιτικό σχέδιο, διαφορετικά θα διαιωνίσουμε τη θεσμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού κινούμενοι περιορισμένα στον ορίζοντα του εκσυγχρονισμού.

Ποια θα είναι, κατά τη γνώμη σου, η διαιρετική τομή των επόμενων εκλογών;
Αυτή θα είναι η τομή μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ιδιωτικών συμφερόντων. Αλλά για να μπορείς να την επικαλεστείς, πρέπει να τη δικαιώνεις με έργα κάθε μέρα. Και εδώ ανακύπτει ένα ακόμα ιδεολογικό αυτή τη φορά ζήτημα για το συνέδριο. Το πρόγραμμα του μνημονίου έχει καλές πλευρές; Αυτό πρέπει ιδεολογικά να το απαντήσουμε. Διότι διαφορετική είναι η κατάληξη μια άποψης που λέει ότι έχει και καλές ή έστω ουδέτερες πλευρές, και διαφορετική η  κατάληξη μια άποψης που λέει ότι είναι ο πυρήνας της νεοφιλελεύθερης ταξικής πολιτικής. Η πρώτη άποψη οδηγεί σε ένα «άλλου τύπου» παράλληλο πρόγραμμα από τη δεύτερη. Εννοείται βεβαίως, ότι στο συνέδριο κατά τη γνώμη μου πρέπει να επιβεβαιώσουμε ομόφωνα τη δεύτερη άποψη και σε αυτήν τη κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε συντεταγμένα.

Πώς ερμηνεύεις τις τελευταίες δημοσκοπήσεις;
Όπως είχα δημοσιεύσει παλιότερα, από τη σκοπιά της ειδικότητά μου ως πολιτικού επιστήμονα, οι δημοσκοπήσεις ενσωματώνουν πολύ υψηλό βαθμό μη εγκυρότητας, και αυτό γιατί το «τεχνικό» εργαλείο δεν είναι ικανοποιητικό να παρακολουθήσει μεταβαλλόμενες έντονα κοινωνικές αλλαγές. Γι’ αυτό απέτυχαν να προβλέψουν τα αποτελέσματα των τελευταίων τριών εκλογικών αναμετρήσεων. Πλέον οι δημοσκοπήσεις ως προς την μορφή και τον τρόπο που επικοινωνούνται δυστυχώς, υπηρετούν μονάχα τον προπαγανδιστικό τους ρόλο.

Το κόμμα να λειτουργήσει ως συλλογικός διανοούμενος
Τα επίδικα του συνεδρίου

Αναφέρθηκες στην ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει το πρόγραμμά του, ώστε να μπορέσει να ενισχύσει την ηγεμονία του. Εν όψει του συνεδρίου, τι προτείνεις πως πρέπει να γίνει;
Μέχρι σήμερα, τα θεωρητικά, ιδεολογικά και πολιτικά μας εργαλεία είναι αυτά που είχαμε διαμορφώσει πριν από τις εκλογές του 2015. Έκτοτε έχει περάσει πολύς ιστορικός χρόνος: η πρώτη διακυβέρνηση, η συμφωνία του Ιουλίου, από την οποία προέκυψαν μεγάλοι τριγμοί και εσωτερικές αναταραχές, οι εκλογές του Σεπτεμβρίου. Σήμερα, υπάρχει ένα τεράστιο κενό, γι’ αυτό θα πρέπει να επανατοποθετήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητάμε, δρούμε και κυβερνάμε. Ιδιαίτερα η τελευταία, είναι μια παράμετρος που μέχρι τώρα δεν υπήρχε και πρέπει πλέον να αξιοποιήσουμε την εμπειρία της διακυβέρνησης, η οποία είναι τεράστια και πολύμορφη, στην εμπειρία της κοινωνικής δράσης. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε θεωρητικά και στρατηγικά πώς αυτά τα δύο συναρθρώνονται. Σήμερα είναι σαφές πως υπάρχει αφενός έλλειμμα στρατηγικής και, αφετέρου, έλλειμμα σύνδεσης της στρατηγικής με τις επιμέρους φάσεις προγραμμάτων που ακολουθείς. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή υποτίθεται ότι είμαστε στη φάση του παράλληλου προγράμματος. Αυτό εν πολλοίς ως όρος είναι μια «εφεύρεση», στην προσπάθεια να ορίσουμε ένα οδικό χάρτη ώστε να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ισχυρά αντίβαρα σε ένα πλαίσιο το οποίο μας επιβλήθηκε από έναν ταξικό συσχετισμό δυνάμεων. Έπρεπε να βρούμε, λοιπόν, παράλληλα πεδία άσκησης πολιτικής.

Γιατί κατά τη γνώμη σου καθυστερεί η εφαρμογή του παράλληλου προγράμματος;
Κατά τη γνώμη μου, ο βασικότερος λόγος καθυστέρησης είναι γιατί έχουμε μια τεράστια –αντικειμενική και υποκειμενική- απουσία διοικητικής εμπειρίας. Πράγματι είναι ένα άγνωστο πεδίο σε εμάς, το οποίο υπό τις ασφυκτικές δημοσιονομικές και θεσμικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Ένας άλλος λόγος είναι πως δεν υπάρχει συλλογικός διανοούμενος, δηλαδή ένα συλλογικό υποκείμενο που θα αντιλαμβάνεται κάθε φορά τι συζητάμε τη δεδομένη στιγμή και πως οι επιμέρους δράσεις εντάσσονται σε ένα γενικό πολιτικό σχέδιο. Και αυτό είναι θεωρητικό μας έλλειμμα. Το κόμμα θα έπρεπε να σχεδιάζει το παράλληλο πρόγραμμα, διαμορφώνοντας παράλληλα συνθήκες ενός μεταβατικού προγράμματος, κάνοντας, όπως λέει ο Γκράμσι, «πόλεμο θέσεων μέσα στο κράτος», δημιουργώντας δομές, εφαρμοστικές υποδοχές, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες κοινωνικές ομάδες, αλλάζοντας δομικά το κράτος, την παιδεία, την υγεία κ.λπ.
Η έννοια και ο ρόλος του παράλληλου προγράμματος είναι αμυντικός, ώστε να αντιμετωπίσει την ακραία φτώχεια, το ζήτημα των ανασφάλιστων, τις αδικίες που έγιναν και, ταυτόχρονα, να δημιουργεί πρωτογενώς κοινωνικές συμμαχίες. Αυτό το πρόγραμμα, όμως, έχει ένα συγκεκριμένο ορίζοντα και θα πρέπει ταυτόχρονα και συνεκτικά να προετοιμάζει το μεταβατικό πρόγραμμα, ώστε να καταλήξουμε στο τέλος σε ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Γι’ αυτό πρέπει να χαράξουμε το χρονικό ορίζοντα του παράλληλου προγράμματος. Διαφορετικά ενδέχεται να θεωρήσουμε στρατηγικό μας όριο την ολοκλήρωση του παράλληλου προγράμματος και επομένως έτσι να καταλήξουμε στον κυβερνητισμό. Δηλαδή να καθηλωθούμε στη διαχείριση της καθημερινότητας και να εξαντλήσουμε σε αυτή όλες μας τις δράσεις. Αν συμβεί αυτό, τότε δεν θα μπορούμε να έχουμε αίσθηση της τακτικής, της πολιτικής, του ελιγμού, των συμμαχιών κ.ο.κ. και επομένως θα απωλέσουμε τις κοινωνικές μας συμμαχίες, αντί να τις διευρύνουμε. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει το κόμμα να ενεργοποιηθεί και να σχεδιάσει ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο, δηλαδή τη συνάρθρωση «παράλληλου» και «μεταβατικού» προγράμματος.

Ωστόσο, το κόμμα έχει αποκλειστεί από αυτή την ευθύνη της χάραξης πολιτικής…
Ναι και εδώ μπαίνει ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να συζητήσει το συνέδριο: αυτό της σχέσης κόμματος με την κυβέρνηση. Ωστόσο, αυτός είναι ο ρόλος του κόμματος, να χαράσσει την πολιτική και την στρατηγική. Και ήταν νομοτελειακό πως θα αποκλειόταν από τη διακυβέρνηση, καθώς αυτή είναι μια παθογένεια που την κουβαλάει ιστορικά το κόμμα, πολύ πριν το 2015, θα έλεγα από την εποχή του παλιού Συνασπισμού που κληροδότησε στον ΣΥΡΙΖΑ όλες τις βασικές παθογένειες. Και ήταν τόσο ισχυρές αυτές οι παθογένειες ώστε αναπαρήχθησαν και σε άλλα μορφώματα, όπως η ΛΑΕ, π.χ., εξαιτίας των οποίων μάλιστα νομοτελειακά εκτιμώ ότι θα συρρικνωθεί ασφυκτικά.
Όμως, τώρα πρέπει το κόμμα να οργανωθεί ξανά, να αποκτήσει τη λειτουργία του συλλογικού διανοούμενου, να θέτει αυτό το στρατηγικό και θεωρητικό του όριο, να έχει λόγο, να εκπονεί το πολιτικό πρόγραμμα. Και αυτά δεν μπορεί να τα κάνει λειτουργώντας συντεχνιακά, πρέπει να αποκτήσει θεωρητικά εργαλεία. Επομένως, αν δεν πάμε σε ένα πολιτικό συνέδριο που θα κάνει μια γενική αυτοκριτική στο μοντέλο κόμματος που ακολούθησε μεταπολιτευτικά και δεν καταφέρει να απαλλαγεί από αυτό, τότε ο ορίζοντάς του θα είναι η άσκηση της εφήμερης πολιτικής εξουσίας ως πολιτικό του πρόγραμμα και θα γίνει και αυτό ένα κόμμα καρτέλ. Το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος θα πρέπει να είναι σαφώς πιο μακράς πνοής από μια κυβέρνηση και ύστερα θα πρέπει να του εξασφαλίζει τις απαραίτητες για την ύπαρξή του κοινωνικές συμμαχίες. Ακόμα θα πρέπει να συζητήσει και να καθορίσει τους στόχους του, αναβαθμίζοντας την πολιτική του λειτουργία. Για παράδειγμα, θα πρέπει από τώρα να σχεδιάσει με ποιο πολιτικό πρόγραμμα, με ποιο πολιτικό προσωπικό και με ποιες κοινωνικές δυνάμεις και συμμαχίες θα κατέβει στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Και ύστερα θα πρέπει να δει τι θα κάνει με τα συνδικάτα. Η ιστορία με την ΓΣΕΕ και τα συνέδριά της έχει καταντήσει πλέον ανέκδοτο, και είναι αδιανόητο όχι μόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και για όλες τις αριστερές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να μη θέτουν επιτακτικά στην ατζέντα θέμα δημοκρατίας και αντιπροσωπευτικότητας στα συνδικάτα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet