gerovasili2

Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε την εξέλιξη ενός παράδοξου: ενώ όλοι –ή σχεδόν όλοι– διακηρύσσουν την ανάγκη να κλείσει το συντομότερο η αξιολόγηση, μερικοί μάλιστα, όπως η ΝΔ, καταηγορούν την κυβέρνηση γιατί δεν την ολοκλήρωσε ήδη από τον Δεκέμβριο του 2015, στην πραγματικότητα η μόνη που βιάζεται να την κλείσει αποδεικνύεται ότι είναι η κυβέρνηση.

Το ΔΝΤ και όσοι ασπάζονται τη λογική της τακτικής του, η οποία αναδείχθηκε με το περιεχόμενο της συνομιλίας Τόμσεν-Βελκουλέσκου, δεν έχουν πρόβλημα να καθυστερήσει, ώστε να σφίξει κι άλλο στο λαιμό της Αθήνας η θηλιά της απαιτητής δόσης του Ιουλίου. Η Κομισιόν θα ήθελε να τελειώνει το συντομότερο, ώστε να μην αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα στα τόσα που σήμερα συσσωρεύονται στον ουρανό της ΕΕ, αλλά δεν φαίνεται να κόβει και τις φλέβες της (άλλωστε δεν την χαρακτηρίζει και απόλυτη εσωτερική ομοφωνία).

Το περίεργο, όμως, είναι ότι τώρα πια δεν μοιάζει να βιάζεται να κλείσει η αξιολόγηση ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση, που μέχρι πρότινος ισχυριζόταν ότι έχει άλλες προτεραιότητες και όχι τη διενέργεια πρόωρων εκλογών. Ο νέος πρόεδρος της ΝΔ εγκατέλειψε ξαφνικά την αρχική «γραμμή» και ζητάει πια μέρα παρά μέρα εκλογές. Και λέμε ότι είναι περίεργο, γιατί ως εκπρόσωπος της μεγαλύτερης μερίδας του αστικού πολιτικού κόσμου και υπερασπιστής της επιχειρηματικότητας, μάλλον θα έπρεπε να προτάσσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο που ο τελικός λογαριασμός, υπό την ασφυκτική πίεση των πάντων, δεν θα απέχει παρασάγγας από τις απαιτήσεις των δανειστών, τις οποίες καθαγιάζει.

Από κοντά σ’ αυτή τη λογική και τα φερέφωνα της πολιτικο-οικονομικο-μιντιακής διαπλοκής: η εικόνα που παρουσιάζουν, είναι εικόνα διάλυσης της οικονομίας και της κοινωνίας, εικόνα που υπονοεί σαφέστατα, εδώ και τώρα, διακοπή του βίου της κυβέρνησης.

Η ερμηνεία που δίνουν στην τοποθέτηση αυτή τα επικοινωνιακά επιτελεία τους, είναι η γνωστή ρήση του κ. Μητσοτάκη: «Το κόστος της διατήρησης της κυβέρνησης είναι υψηλότερο από το κόστος των εκλογών». Μέσα στο δεύτερο κόστος δεν διστάζουν να βάλουν και τη μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Επικίνδυνη η ανοιχτή παρένθεση

Πίσω, όμως, από αυτή την ερμηνεία της βιτρίνας υπάρχει η πολιτική εκτίμηση ότι η παραμονή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ-Οικολόγων εγκυμονεί κινδύνους διατάραξης των μεταπολιτευτικών ισορροπιών, που έχουν σε σημαντικό βαθμό παγιωθεί στο οικονομικό, πολιτικό και επικοινωνιακό πεδίο. Και μια τέτοια εξέλιξη προκαλεί ανησυχία σε όσους είχαν αναπτύξει προνομιακές σχέσεις στο πλαίσιο αυτών των ισορροπιών. Γι’ αυτό και η μεγάλη ανησυχία, καθώς και η σκληρή επίθεση σε όλα τα μέτωπα δεν εκδηλώθηκαν τόσο με αφορμή την πορεία των διαπραγματεύσεων, όσο με αφορμή ρυθμίσεις που αποπειρώνται να θίξουν παγιωμένες καταστάσεις στο μιντιακό τοπίο της τραπεζικής πίστης όπου αλώνιζε η διαπλοκή, στο τοπίο της κατ’ όνομα ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, στο πολιτικό τοπίο, όπου εξελίσσεται η απόπειρα αναβίωσης του δικομματικού συστήματος ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τη νέα του μορφή «δύο σε ένα», δηλαδή με την παγίωση της πρόσφατης κυβερνητικής συνεργασίας τους.

Αν κάνουμε μια αναδρομή, θα διαπιστώσουμε ότι εκεί δίνονται οι πιο σκληρές μάχες, με στόχο να γίνει κοινή συνείδηση (τρομοκρατημένη συνείδηση) ότι κάθε απόπειρα να θιγούν κατεστημένα συμφέροντα και κατεστημένες σχέσεις, αποτελεί δήθεν απόπειρα κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος. Την εξέλιξη των πραγμάτων στο πεδίο της αξιολόγησης την αφήνουν κατά βάση στο ΔΝΤ και τους άλλους δανειστές, κι αυτοί εδώ απλώς νιώθουν την υποχρέωση να υποστηρίζουν τις προσπάθειές τους.

Στην επιχείρηση αυτή δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν και σαν βαρύ πυροβολικό (λέμε τώρα…) πανεπιστημιακούς καθηγητές, που οδηγούνται στην αυτογελοιοποίηση υποστηρίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι συγκρίσιμη με την ουγγρική ακροδεξιά του Βίκτορ Όρμπαν και τον οθωμανικό αυταρχισμό του Ερντογάν –όπως έπραξε ο Ν. Αλιβιζάτος χάνοντας κάθε μέτρο και κάθε σοβαρότητα.

Όλα αυτά, όμως, είναι απλές παρανυχίδες κατά την εκτίμησή τους, σε σύγκριση με τα τεράστια συμφέροντα που διακυβεύονται όσο διατηρείται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων. Μπροστά στον κίνδυνο να αναδιαταχθούν οι επιχειρηματικές συμπράξεις στο μιντιακό πεδίο και να βρεθούν ο ΔΟΛ και ο κ. Ψυχάρης οικονομικά ξεκρέμαστοι, η επίθεση χοντραίνει. Και δεν εννοούμε τις «αποκαλύψεις» και τα κυβερνητικά «σκάνδαλα», που σερβίρονται με ρυθμό πολυβόλου ακόμα και με ανυπόγραφα «ρεπορτάζ». Εννοούμε κυρίως τη συντονισμένη προσπάθεια να μη διαρραγούν οι πολιτικοί δεσμοί που σφυρηλατήθηκαν μεταξύ δεξιάς και κέντρου στην εφαρμογή των μνημονίων.
Κεντροαριστερά, δηλαδή κεντροδεξιά;

Παρακολουθώντας τις γεμάτες εμπόδια προσπάθειες των ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και Ποταμιού –Δράση να συμπαραταχθούν και διαβλέποντας ότι οι δυσκολίες προέρχονται από την έλλειψη κοινών προσανατολισμών, ο κ. Πρετεντέρης παρεμβαίνει από τη στήλη του στα «Νέα»: «Η ίδια η καταθλιπτική ευρωπαϊκή πραγματικότητα (…) επιβάλλει τη στρατηγική συμπόρευση της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς απέναντι στους φυγόκεντρους λαϊκισμούς της Δεξιάς και της Αριστεράς». Με άλλα λόγια, η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς, κατά τη γραμμή του, έχει ένα σκοπό: να διεκδικήσει μια όσο γίνεται πιο ισότιμη μοιρασιά με τη ΝΔ σε ένα αδιατάρακτο πολιτικό τοπίο, συνέχεια του 2010, το 2012 και πάει λέγοντας.

Η ειρωνεία είναι ότι την ίδια ακριβώς μέρα ξεσπούσε διαδικτυακός πόλεμος ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Πράγμα αναπόφευκτο, από τη στιγμή που η ΝΔ διεκδικεί μερίδιο του Κέντρου. Τόσο η προσπάθεια της ΝΔ να βάλει χέρι στους κεντρώους ψηφοφόρους, όσο και η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να αμυνθεί, για να μπορέσει να υπάρξει, απειλούν την παλιά καλή αγαστή συνεργασία που ονειρεύεται ο κ. Πρετεντέρης και οι συν αυτώ. Γιατί υπάρχει εγγενής αντίφαση: για να μπορέσει να πάρει πρωτιά η ΝΔ, πρέπει να ελαχιστοποιήσει την επιρροή του Κέντρου, πολύ περισσότερο τώρα που επιχειρεί να την πλαγιοκοπήσει από τα δεξιά το νέο πολιτικό σχήμα· αν όμως λεηλατηθεί το Κέντρο, με ποιο σύμμαχο θα υλοποιηθεί η συμμαχία που ονειρεύεται ο κ. Πρετεντέρης; Και πώς θα μπορούσε να διεκδικήσει ξανά η αριστερή πτέρυγα του Κέντρου ψήφους της Αριστεράς, με σκοπό να τους καταθέσεις ως κεφάλαιο στην πολιτική ετερόρυθμη εταιρία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ; Ποιον θα έπειθε;

Δυσεπίλυτη εξίσωση. Και θα γίνεται όλο και πιο δυσεπίλυτη όσο περνούν οι μέρες χωρίς να πέφτει η κυβέρνηση, και όσο θα διαφαίνεται στον ορίζοντα πιθανό κλείσιμο της αξιολόγησης, ακόμα κι αν αυτό δεν γίνει με τους καλύτερους αναμενόμενους όρους. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο που απασχολεί όλους εκείνους που βιάζονται να επιστρέψουν, για να διαιωνίσουν τις παλιές καλές ισορροπίες που απειλούνται από παρείσακτους.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet