tonia
Του Λεονάρντο Πάτζι

Διαβάζω στο Μανιφέστο της 22 Απρίλη ότι δύο βουλευτές της Ιταλικής Αριστεράς βλέπουν στην προώθηση εκ μέρους του Ρέντσι του σπιτιού- μουσείου του Γκράμσι στη Γκιλάρτζα, στη Σαρδηνία, «μια πράξη με σημαντικό συμβολικό νόημα που αναγνωρίζει τη μεγάλη ιστορική αξία της σκέψης και της πολιτικής δράσης» του Αντόνιο Γκράμσι.
Για τον Γκουίντο Λιγκουόρι πρόκειται απλά για ένα «μετάλλιο», πράγμα που συμμερίζεται ολόκληρο το δίκτυο της International Gramsci Society, της οποίας είναι πρόεδρος. Είμαστε βέβαιοι ότι όταν μας χαρίζουν γάιδαρο δεν τον κοιτάμε στα δόντια;

Με τη συναίνεση της αριστεράς;

Κατ’ αρχήν αυτή η βουλή που κηρύχτηκε παράνομη από το Συνταγματικό Δικαστήριο λόγω του τρόπου με τον οποίο εκλέχθηκε, η οποία καθημερινά καταπατά και τους πιο στοιχειώδεις φιλελεύθερους δημοκρατικούς νόμους της διάκρισης μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, υπογράφοντας τη μια πίσω από την άλλη συμφωνίες όλο και πιο σκοτεινές και ανησυχητικές, δεν έχει πραγματικά κανένα δικαίωμα να αφαιρεί και ακόμη λιγότερο να προσθέτει κάτι από την παρουσία και την υπόληψη του Γκράμσι στην Ιταλία και στον κόσμο.
Η κυβέρνηση Ρέντσι χαρακτηρίζεται σήμερα από την προσπάθειά της να απαντήσει στην κρίση διακυβέρνησης που προκαλεί παντού η πολιτική λιτότητας, με μια επίθεση σε συνταγματικό επίπεδο που δεν υπάρχει, αυτή τη στιγμή, όμοιά της στην Ευρώπη (εκτός ίσως από την Ουγγαρία).
Τη διάσταση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού που έχει πλέον ανοιχτά εκφραστεί στο πεδίο των οικονομικών- κοινωνικών περιεχομένων κάποιοι θέλουν να την προεκτείνουν αντίστοιχα και με τον κατάλληλο τρόπο στο πεδίο των πολιτικών- θεσμικών μορφών. Αυτή η φιλοδοξία κατέστη δυνατή λόγω ενός μοναδικού γεγονότος: η κυβέρνηση Ρέντσι, παρά την πολιτική της, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την ενεργή ή παθητική συναίνεση του ιστορικού χώρου της ιταλικής αριστεράς. Σ’ αυτό ακριβώς το δεδομένο πρέπει να ανάγονται όλες οι δυσκολίες και οι αβεβαιότητες που συναντάμε, καθώς προχωράμε στη δρομολόγηση της εκστρατείας για το συνταγματικό δημοψήφισμα (ΣτΜ: Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο η Ιταλία ψηφίζει για την αλλαγή του ιταλικού συντάγματος προς αυταρχικότερη κατεύθυνση, που προώθησε το Δημοκρατικό Κόμμα).

Η ιδέα «μνημειοποίησης»

Το Pci δεν «πέθανε» καθόλου το 1989, όπως εξακολουθούν να νομίζουν κάποιοι νοσταλγοί του, που ακόμη βασανίζονται με την επεξεργασία του πένθους, αλλά υπάρχει ακόμη μέχρι σήμερα στη συνέχεια των ηγετικών του ομάδων και των περιοχών όπου είχε ριζώσει, βιώνοντας σε βάθος τη διανοητική και πολιτική φθορά που έχει προσβάλλει τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό και παρασέρνοντας μέσα στην πτωματική του μπόχα την ιταλική πολιτική κατάσταση.
Ένα σημαντικό κομμάτι εκείνου του κόμματος δουλεύει σήμερα με ζήλο για να στηρίξει τη τρέχουσα πολιτική πορεία. Ακριβώς απ’ αυτό το χώρο προέρχεται η ιδέα να «μνημειοποιηθεί» ο Γκράμσι.
Δεν πρόκειται για κόλπο, για τέχνασμα, αλλά για τη γλοιώδη υπόσταση ενός είδους θλιβερής συνείδησης, που θέλει με κάθε τρόπο να συμβιβάσει τις ταυτότητες του παρελθόντος με τις αθλιότητες της πολιτικής του παρόντος, για τις οποίες δεν ξέρει ή δεν θέλει να βρει εναλλακτική. Ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα την μακρά του καριέρα ως «μεταρρυθμιστής», νομιμοποιώντας τη συγκράτηση της δυναμικής των μισθών που απαιτούσε ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων με τη φράση του Γκράμσι, σύμφωνα με την οποία όταν η εργατική τάξη θα έχει κατακτήσει το κράτος πρέπει -και μάλιστα επιβάλλεται- να κάνει θυσίες οικονομικής μορφής, για να προγραμματίσει την ηγεμονική της ανάπτυξη. Κανείς δεν αμφισβήτησε, ούτε τότε ούτε μετά, αυτή την πλαστογράφηση, που άνοιγε το δρόμο σε ένα διανοητικό και πολιτικό μπέρδεμα που ακόμη δεν έχει λυθεί.

Αναγκαίο πολιτιστικό άλμα

Θέλω να πω ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο που ορθώνεται σήμερα μπροστά στην ανασύσταση μιας ιταλικής/ευρωπαϊκής αριστεράς είναι ακριβώς η απουσία αυτού του ιστορικού απολογισμού για τα ποια θετικά και ποια αρνητικά έδωσε το Pci στην πολύπαθη ιστορία της δημοκρατίας μας.
Μόνο μετά από αυτόν τον δύσκολο απολογισμό (υπάρχουν όμως ακόμη εκείνοι που θέλουν να ξεκινήσουν πάλι με τον Μπερλινγκουέρ) που θα κατορθώσει να αντιληφθεί όλες τις συνάφειες μεταξύ της εθνικής εμπειρίας και των γεγονότων που διαδραματίζονταν ταυτόχρονα σε διεθνές επίπεδο, θα είναι δυνατό να γυρίσουμε πραγματικά σελίδα και να ζήσουμε την περιπέτεια των προκλήσεων του σήμερα.
Υπάρχει ανάγκη μιας δραστικής ρήξης μ’ αυτόν το νεκρό που εξακολουθεί να τρώει τον ζωντανό. Το αναγκαστικό αντίτιμο είναι ένα μεγάλο πολιτιστικό άλμα, για το οποίο όμως, δυστυχώς, δεν φαίνεται να γίνεται νύξη ακόμη στην τρέχουσα συζήτηση.
Το νεοφιλελεύθερο πισωγύρισμα του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού έχει στην ιστορία του 1900 το μεγάλο προηγούμενο του Αυγούστου 1914. Και τότε ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός πήρε με τη θέλησή του το δρόμο της αυτοκτονίας: ψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις μπερδεύτηκε σε ένα θανάσιμο εναγκαλισμό με τον αγριότερο εθνικισμό. Ανίκανος να διαχειριστεί τη μεταπολεμική κρίση που μάλιστα τον ευνοούσε, άνοιξε αναπόφευκτα το δρόμο στη νίκη του φασισμού. Ο κομμουνισμός του Λένιν έλυσε το πρόβλημα της ρήξης με το παρελθόν με τον ιδεολογικό αφορισμό, αποκαλώντας τον Κάουτσκι «αποστάτη». Ένας παρακαμπτήριος δρόμος που έφερε ατελείωτες θεωρητικές και πολιτικές οπισθοδρομήσεις.
Ο δρόμος του Γκράμσι, που οι υποτιθέμενοι μετα-κομμουνιστές κληρονόμοι του εξόρισαν στην αντικόλαση των «κλασικών» που είναι χρήσιμοι για κάθε (και επομένως για κανένα) τόπο και χρόνο, είναι εντελώς διαφορετικός και επιδρά διεισδυτικά στη συνειδητοποίηση της κρίσης. Δεν υπάρχει εξ ορισμού μια πολιτιστική και πολιτική ορθοδοξία καθεαυτήν και αφευατήν, για τον απλό λόγο ότι η ιστορία της εργασίας είναι μια λειτουργία υποτελής της ιστορίας του κεφαλαίου.
Η δυνατότητα επιβίωσης στα σκαμπανεβάσματα των κρίσεων, που όμως σηματοδοτούν και τους σταθμούς του νεωτερισμού, έγκειται μόνο στην ικανότητα να μεταφράσουμε ξανά την κληρονομιά της συνείδησης και της ζωής μας στα νέα πλαίσια που έχουν δημιουργηθεί από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Σ’ αυτό το σενάριο δεν υπάρχουν αποστάτες ή προδότες, αλλά αυτοί που έχουν ξεπεραστεί από την ιστορία.
Η μετάφραση είναι ένα εξαιρετικά δημιουργικό εγχείρημα, σημαίνει να θέτεις πάντοτε υπό αμφισβήτηση τις θεωρητικές σου προσλήψεις υπό το φως των όσων ανακύπτουν στη ζωή, στην πράξη, σημαίνει να «επινοείς», υπό την μπεργκσονική έννοια, όπως ο Γκράμσι τείνει πολλές φορές να διευκρινίζει.
Ίσως οι φίλοι της International Gramsci Society να μην πρέπει να αισθάνονται ευχαριστημένοι, ικανοποιημένοι και αναγνωρισμένοι από τον μουσειακό Γκράμσι που τους προσφέρει η κυβέρνηση Ρέντσι.

*Ο Λεονάρντο Πάτζι είναι καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόντενα και Ρέτζιο Εμίλια και συγγραφέας μιας μονογραφίας σε δύο τόμους για τη σκέψη και το έργο του Αντόνιο Γκράμσι.

Μετάφραση από το Μανιφέστο:
Τόνια Τσίτσοβιτς
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet