ÐÅÉÑÁÉÁÓ- Ðñüóöõãåò óôï ëéìÜíé ôïõ ÐåéñáéÜ óôç ðýëç Å1.(Eurokinissi-ÌÐÏËÁÑÇ ÔÁÔÉÁÍÁ )

Την περασμένη Πέμπτη ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων-Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974 διοργάνωσε εκδήλωση μνήμης για τα 49 χρόνια από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών με θέμα «Προσφυγικό, Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ευρώπη». Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Κώστας Μανταίος, πρόεδρος του ΣΦΕΑ,  ο Νίκος Παπαναστάσης, αντισυνταγματάρχης ε.α. και μέλος της κίνησης για την Εθνική Άμυνα και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δημοσιεύουμε την ομιλία του τελευταίου, ο οποίος με την παρέμβασή του παρουσίασε συνοπτικά, αλλά με πληρότητα, τα προβλήματα που ανακύπτουν από τον τρόπο που διαχειρίζεται η Ευρώπη την προσφυγική κρίση, και ιδιαίτερα με τη Συμφωνία μεταξύ Ευρώπης-Τουρκίας.

 

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Τα αναπόδραστα διλήμματα, ενώπιον των οποίων βρίσκεται αυτή τη στιγμή η χώρα σχετικά με το προσφυγικό, είναι τα εξής.

Το δίλημμα του «αποθηκάριου»

Ονομάζω το πρώτο «δίλημμα του αποθηκάριου», καθώς είναι πλέον δεδομένο ότι η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί έναν αδιάγνωστο αριθμό προσφύγων, που θα παραμείνουν για άγνωστο χρόνο στην επικράτειά της. Ως σήμερα, οι επιδόσεις του ελληνικού κράτους δεν γεμίζουν αισιοδοξία. Όσο καιρό οι πρόσφυγες έμεναν στην Τουρκία (συζητάμε για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από το 2012 ως το 2015), η Ευρωπαϊκή Ένωση απλώς απωθούσε το θέμα. Αυτό μπορεί να λεχθεί κι αλλιώς: Όσο η Τουρκία κράταγε τους ανθρώπους αυτούς, η ΕΕ αδιαφορούσε. Η ίδια θα είναι η αντίδραση των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κρατών, αν βρεθεί το ιδανικό  buffer state, ένα κράτος δηλαδή που καταφέρνει, χωρίς πολλές φασαρίες, να κρατά τους πρόσφυγες μακριά από εκείνα.
Επομένως, το δύσκολο δίλημμα που έχει σήμερα η χώρα είναι ότι μια ανθρωπίνως επιβεβλημένη βελτίωση στη διαχείριση αυτών των ανθρώπων μπορεί δυνητικά να οδηγήσει στην επίταση της επανάπαυσης των βορείων γειτόνων –Βαλκανίων, Κεντροευρωπαίων και Βορειοευρωπαίων- ότι «οι Έλληνες τα καταφέρνουν». Επομένως, με λίγη βοήθεια, μια χαρά θα μείνουν οι πρόσφυγες σε ελληνικό έδαφος. Η άλλη όψη του διλήμματος αυτού είναι να θεωρείται από κάποιους εδώ πως η συνέχιση της ντροπιαστικής κατάστασης που υφίσταται σήμερα αποτελεί ένα μέσο πίεσης προς την ΕΕ ότι η χώρα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη δυσκολία των στιγμών.

Το δίλλημα της μετεγκατάστασης

Η μόνη χώρα που φαίνεται, επί του παρόντος, διατεθειμένη να μοιραστεί, υπό όρους, την ευθύνη καταμερισμού του πληθυσμού αυτού που έχει ήδη σωρευτεί και θα συνεχίσει να σωρεύεται στην ελληνική επικράτεια, είναι η Γερμανία. Είναι πιθανό ότι σε διμερές επίπεδο, η Γερμανία μάλλον θα αποφασίσει τη μετεγκατάσταση ενός ποσοστού των ανθρώπων αυτών στο έδαφός της. Το θετικό μιας τέτοιας απόφασης είναι ότι ο προσφυγικός πληθυσμός της Ελλάδας θα αποσυμφορηθεί σε κάποιο - μικρότερο ή μεγαλύτερο – ποσοστό από ανθρώπους που, σε τελευταία ανάλυση, δεν επιθυμούν να ζήσουν εδώ.
Ορθώς η ελληνική κυβέρνηση, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και λοιπές οργανώσεις εστιάζουν στο ότι η μόνη μεσοπρόθεσμα βιώσιμη λύση είναι η επανεγκατάσταση (resettlement), δηλαδή η απευθείας αναχώρηση των προσφύγων από τα γειτονικά κράτη για τους τελικούς τους προορισμούς εντός της Ένωσης. Ωστόσο, αυτό δεν φτάνει πλέον: πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά αν η μετεγκατάσταση, εδώ που φτάσαμε, αποτελεί λύση ή απλώς επιτείνει το πρόβλημα. Το αρνητικό μιας τέτοιας εξ αντικειμένου επιθυμητής εξέλιξης είναι ότι η προσδοκία της μετεγκατάστασης από την Ελλάδα στην Γερμανία θα συνεχίσει να αποτελεί παράγοντα έλξης του προσφυγικού πληθυσμού από τα τουρκικά παράλια προς την Ελλάδα. Όσο υπάρχει η ελπίδα του να φτάσουν οι άνθρωποι αυτοί στον (θεωρούμενο ως ιδανικό) προορισμό τους, τόσο θα αυξάνεται και η επιθυμία τους να το καταφέρουν. Αυτό όμως σημαίνει αύξηση των ροών σε βαθμό αδιάγνωστο, κάτι το οποίο η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να επιθυμεί. Κι  αυτό διότι, ακόμα αν δεν φτάνουν στην Γερμανία οι άνθρωποι, με κάθε τρόπο θα ψάχνουν τρόπο να μην φύγουν από το έδαφος της ΕΕ. Η εφαρμογή αποφάσεων, οι οποίες πρωτογενώς φαίνονται ευνοϊκές για την Ελλάδα μπορεί να έχουν αναπάντεχες συνέπειες σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση.

Το ανθρωπιστικό δίλλημα

Τελευταίο μα όχι έσχατο, είναι το πιο βαρύ υπαρξιακού τύπου δίλημμα, ενώπιον του οποίου βρίσκεται η Ελλάδα από τη στιγμή που έκλεισε η βαλκανική οδός. Χρειάστηκαν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι προκειμένου να συγκροτηθεί ένα διεθνές προσφυγικό δίκαιο στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και αρκούσε μια ροή κάτι περισσότερο του ενός εκατομμυρίου προσφύγων στις αρχές του 21ου, προκειμένου η ΕΕ να το απεμπολήσει. Αυτό που μένει για την Ελλάδα είναι ότι είτε υποδέχεται πρόσφυγες, σεβόμενη τη Συνθήκη της Γενεύης, υπό το καθεστώς της βεβαιότητας ότι ο πληθυσμός αυτός θα αποθηκεύεται εδώ για άγνωστο χρονικό διάστημα, είτε πρωτοστατεί στην εφαρμογή των πολιτικών ανάσχεσης που επινοεί η ΕΕ, προκειμένου να μην μπαίνουν πρόσφυγες στο έδαφός της πρωταγωνιστώντας έτσι στην καταρράκωση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και τον ευτελισμό του μεταπολεμικού νομικού κεκτημένου στο πεδίο αυτό.
Η απόφαση της ΕΕ, σύμφωνα με την οποία για κάθε πρόσωπο που θα επαναγκαθίσταται από την Τουρκία προς την ΕΕ θα προηγείται ένα άλλο πρόσωπο, που θα γυρνάει από την Ελλάδα στην Τουρκία, προϋποθέτει ότι η Ελλάδα de facto θα αναγνωρίσει την Τουρκία ως ασφαλή χώρα. Όμως, η Τουρκία δεν μπορεί να είναι ασφαλής χώρα για πρόσφυγες. Και αυτό, όχι επειδή εκεί γενικώς διώκονται Κούρδοι, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίου και όποιος άλλος. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα των ανθρώπων (με την εξαίρεση των Ευρωπαίων) να ζητάνε άσυλο. Τόσο απλά. Αυτό το έκανε διότι εκτίμησε πως αν υπέγραφε τη Συνθήκη της Γενεύης χωρίς γεωγραφικό περιορισμό θα κατακλύζονταν από αιτήματα ασύλου των απανταχού διωκομένων της Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό προτίμησε να δέχεται μόνο αιτήματα ασύλου από την Σουηδία, την Γερμανία και την Ελλάδα (δηλαδή να μη δέχεται κανένα). Επομένως, καμία ερμηνεία του διεθνούς δικαίου – ακόμη και η πιο ελαστική - δεν μπορεί να «χωρέσει» την ιδιότητα της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας.

Τι κάνουμε με τη Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας;

Σήμερα, η Ελλάδα δεν έχει ένα, αλλά δύο προσφυγικά προβλήματα. Τα πρώτο είναι η εφαρμογή της Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας. Το δεύτερο αφορά το μέλλον των εγκλωβισμένων στη χώρα που δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις της Συμφωνίας, διότι εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος πριν αυτή τεθεί σε ισχύ. Οι δύο δεξαμενές προβλημάτων διογκώνονται συγκοινωνώντας μέσω εκείνων που έχουν μπει (και θα συνεχίσουν να μπαίνουν) στην Ελλάδα μετά την έναρξη της Συμφωνίας, χωρίς τελικώς να επιστρέφουν στην Τουρκία.
Η εφαρμογή της Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας από την Ελλάδα έχει δύο επιμέρους αυτοτελή θέματα.  Το πρώτο είναι ότι για να τεθεί σε εφαρμογή, χρειάζεται η Ελλάδα να επιστρέφει κόσμο στην Τουρκία σε σημαντικούς αριθμούς. Ειδάλλως, το όλο οικοδόμημα της Συμφωνίας γκρεμίζεται. Αυτό θα μπορούσε να ήταν ως και σύννομο, εφόσον μιλούσαμε για μια απλή μεταναστευτική ροή. Όμως, η ροή είναι κατά μείζονα λόγο προσφυγική και αυτό δεν προκύπτει μόνο από τις ιθαγένειες των ανθρώπων (Σύροι, Ιρακινοί, Αφγανοί κατά 90%), αλλά και από τη σύνθεση του πληθυσμού:  4 στους 10 είναι παιδιά και 2 στους 10 γυναίκες. Αυτός ο κόσμος διώκεται. Αντιθέτως, οι άνθρωποι που μεταναστεύουν για να βρούνε δουλειά δεν παίρνουν μαζί την οικογένειά τους, αλλά προπορεύονται και όταν πλέον εγκατασταθούν, παλεύουν να φέρουν τις οικογένειες.
Πώς λοιπόν γίνεται να επιστρέφουν οι παραπάνω στην Τουρκία; Είτε εμποδίζοντάς τους την πρόσβαση στο αίτημα ασύλου, είτε με νομιμοφανή -πλην όμως προσχηματική- εξέταση του αιτήματος αυτού. Εδώ ξεκινάει η διαβόητη συζήτηση περί της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας». Θα ήταν πανωλεθρία να αναγνωριστεί νομικά από την Ελλάδα η Τουρκία ως ασφαλής χώρα (αφού απαγορεύει το αίτημα ασύλου όλων αυτών) και ευτυχώς αυτό δεν έγινε. Ωστόσο, για να τεθεί σε εφαρμογή η Συμφωνία, η Ελλάδα πρέπει να επιστρέφει στην Τουρκία μαζικά ανθρώπους. Αυτό αναπόδραστα συνιστά ανατροπή του προσφυγικού δικαίου και μάλιστα με φυσικό αυτουργό το κράτος, που ως πρόσφατα εγκαλούσε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους για την υποκρισία τους.  Η ΕΕ βρήκε στον αμέριμνο ανθρωπιστή, τον άνθρωπο για τη βρώμικη δουλειά.  Πολύ δυσάρεστο.
Ας υποθέσουμε ωστόσο, για την οικονομία της συζήτησης και μόνον, ότι η Συμφωνία δεν έχει νομικά προβλήματα. Μπορεί η ελληνική διοίκηση (και η τουρκική παρεμπιπτόντως) να «σηκώσει» την εφαρμογή της;  Η απάντηση είναι ότι ακόμη και το καλύτερο να συμβεί, οι δομές υποδοχής που διαθέτει η Ελλάδα δεν είναι δυνατό να μεταμορφωθούν ως διά μαγείας, ώστε να μπορούν να κάνουν τη δουλειά (καταγραφής, ταυτοποίησης, ασύλου και λοιπά) που πρέπει μέσα σε τόσο στενά χρονικά περιθώρια. Μιλάμε για μια χώρα (την Ελλάδα) που έχει ουρά αιτημάτων ασύλου από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ας μη γελιόμαστε: η εφαρμογή της Συμφωνίας είναι mission impossible για μια διοίκηση όπως η ελληνική το 2016, ό,τι βοήθειες και να πάρει.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται ούτε στα αξιακά, ούτε στα επιχειρησιακά του πλαίσια. Η προδικασμένη αποτυχία του ελληνικού κράτους να μπορέσει να εφαρμόσει αυτά που συμφώνησε θα εντείνει το εξαιρετικά αρνητικό κλίμα για την Ελλάδα εντός της ΕΕ, καθώς η χώρα θα εγκαλείται εκ νέου πως δεν τηρεί τα συμφωνηθέντα εν όψει μάλιστα κρίσιμων αποφάσεων για το Σένγκεν μετά τις 12 Μάη. Γι’ αυτούς τους λόγους, η Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για την Ελλάδα αποτελεί την επιτομή του «ενός κακού μύρια έπονται». Επειγόντως, η πολιτική ηγεσία της χώρας καλείται να αποδείξει εντός ΕΕ ότι είναι λάθος στη βάση της. Για να είμαστε όμως στοιχειωδώς πειστικοί σε αυτό, πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά με το άλλο προσφυγικό πρόβλημά μας.

Τι κάνουμε με τους εγκλωβισμένους;

Το δεύτερο πρόβλημα είναι οι πενήντα περίπου χιλιάδες εγκλωβισμένοι στην επικράτεια.  Από τη στιγμή που έκλεισε ο βαλκανικός διάδρομος, οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ελπίδα να φύγουν, τουλάχιστον στο προβλέψιμο μέλλον. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, τα πράγματα δείχνουν να έχουν πάρει δυσάρεστη ως και επικίνδυνη τροπή στα βασικά σημεία συγκέντρωσής τους στην επικράτεια, δηλαδή στο λιμάνι του Πειραιά και τον καταυλισμό της Ειδομένης, αλλά και στα νησιά.
Οι πρόσφυγες, υπό το καθεστώς της ματαίωσης της προσδοκίας να φύγουν από την Ελλάδα, αγανακτούν, απειθαρχούν και εξεγείρονται. Γι’ αυτό και το μήνυμα που πρέπει απερίφραστα να λάβουν από το  κράτος συνοψίζεται στο ότι, παρά το ότι η Ελλάδα περνάει δύσκολες στιγμές, θα κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στα θεμελιώδη κοινωνικά αγαθά. Να πει το κράτος δηλαδή πως «τον Σεπτέμβρη θέλουμε τα παιδιά σας να πούνε “καλή χρονιά” στο σχολείο». Αυτό όμως σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να σταματήσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του αποκλειστικά ως transit και να καταλάβει ότι έγινε προορισμός, έστω κι από «ατύχημα». Από την άλλη, πρέπει και οι άνθρωποι αυτοί να λειτουργήσουν ως πληθυσμός μιας πολιτείας με κανόνες και να χωνέψουν ότι το ταξίδι για την Ευρώπη έληξε εδώ. Η παράταση της αβεβαιότητας και τα μισόλογα για τους «κακούς Ευρωπαίους που κλείσανε τα σύνορα», είναι συνταγή αστάθειας και υπαινιγμός ψεύτικης προσδοκίας. Η αλήθεια είναι η μόνη έντιμη και ανθεκτική λύση.
Όπως λοιπόν η Ελλάδα οφείλει να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι αυτοί δεν θα φύγουν, έτσι πρέπει και οι ίδιοι. Δύσκολο, αλλά εφικτό. Κι ας το σκεφτούμε: σε μερικά χρόνια από τώρα, κάτι καλό θα έχει φυτρώσει σε αυτήν τη χώρα από τον προσφυγικό σπόρο. Μεσοπρόθεσμα, μια πολιτική ανάληψης της ευθύνης μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα να πείσει ότι η Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας δεν μπορεί, ούτε πρέπει να περπατήσει.  Μακροπρόθεσμα, ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά μονόδρομος. Υπό την έννοια αυτή, περισσότερο από ποτέ με το προσφυγικό, χρειάζεται καταλλαγή και ψυχραιμία. Καταλλαγή και ψυχραιμία, όχι, όμως, ως συνώνυμα της διοικητικής άπνοιας και της πολιτικής αμεριμνησίας, αλλά ως συνέπειες της επίγνωσης των δύσκολων στιγμών.

* Ο Δ. Χριστόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο. Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (FIDH).

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet