Τα μνημόνια επιβλήθηκαν για να παγιώσουν μια νέα εργασιακή πραγματικότητα

kouzis

Οι απαιτήσεις των δανειστών συνεχίζονται, με το εφεύρημα, αυτή τη φορά, των προληπτικών μέτρων. Στόχος είναι να παγιώσουν με τα μνημόνια τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία τους και αυτό ξεκινά και από τον κόσμο της εργασίας, όπου θέλουν να επιβάλλουν μια νέα εργασιακή πραγματικότητα. Συζητάμε με τον πανεπιστημιακό Γιάννη Κουζή για τις συλλογικές διεκδικήσεις, το συνδικαλιστικό κίνημα και τις συνέπειες των μνημονίων στην εργασία.

 

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Παρακολουθείς, ασφαλώς, τη διαπραγμάτευση για την αξιολόγηση. Ποια τα συμπεράσματά σου;
Για να βγάλει κανείς συμπεράσματα από τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές θα πρέπει να έχει σαφή εικόνα για όσα πραγματικά συμβαίνουν. Ποια είναι τα ζητήματα που τίθενται, ποιες είναι οι θέσεις της κάθε πλευράς, ποιες είναι, αν υπάρχουν, οι κόκκινες γραμμές; Δυστυχώς, όμως, συνεχίζεται και από αυτή την κυβέρνηση η ίδια πρακτική της αδιαφάνειας και των (επιλεγμένων;) διαρροών στον Τύπο που δημιουργούν συγχύσεις και με την κοινωνία στο περιθώριο ως απλό θεατή. Εκτός, λοιπόν, από αυτή τη γενική επισήμανση, τα όποια συμπεράσματα συνδέονται με τα όσα έχουν συμπεριληφθεί στο κείμενο του τρίτου μνημονίου, με τις πιθανότατες προθέσεις των δανειστών για πρόσθετα μέτρα στις θεματικές που επέβαλαν σε αυτό, και με τις περιορισμένες πλέον δυνατότητες αντιστάσεων της ελληνικής πλευράς μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο αυτής της συμφωνίας.
Η στάση των δανειστών, κατά την άποψή μου, είναι κατά βάση ενιαία με προφανή την ενδοσυνεννόηση, παρά τις υπαρκτές, αλλά δευτερεύουσες, διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες πάντα υπερτονίζονταν, ήδη από το πρώτο μνημόνιο, είτε από πολιτική σκοπιμότητα είτε από άγνοια και αυταπάτες για τον πραγματικό ρόλο εκάστου των «θεσμών». Συνεχίζεται, για έκτο συνεχή χρόνο, ο μονομερής στιγματισμός του πραγματικά ακραίου νεοφιλελεύθερου ρόλου του ΔΝΤ, παράλληλα με τη φειδωλή κριτική στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αναζητώντας σε αυτούς την ελπίδα, παρά το γεγονός ότι αυτοί αποτελούσαν τα 2/3 της παλιάς τρόικας και τα 3/4 του σημερινού κουαρτέτου. Υποβαθμίζεται το γεγονός ότι σήμερα η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν συνταγματοποιήσει το νεοφιλελευθερισμό και την απελευθέρωση των αγορών, με την ίδια την Ευρώπη να πρωτοστατεί στην αποδόμηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου, έχοντας ασπασθεί τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας των πολυεθνικών, στην κατεύθυνση της αφαίρεσης των κοινωνικών κατακτήσεων που, υπό άλλους συσχετισμούς, το κεφάλαιο αναγκάσθηκε να αποδεχθεί.
Η εν κρυπτώ, άλλωστε, διαπραγμάτευση εκπροσώπων των ευρωπαϊκών θεσμών με τις ΗΠΑ για την Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ), χάριν της απόλυτης κυριαρχίας των πολυεθνικών που καταργούν τις εθνικές νομοθεσίες, είναι χαρακτηριστικό δείγμα των βαθύτερων και μακροπρόθεσμων στόχων των ευρωπαίων ιθυνόντων, και των οικονομικών συμφερόντων που υπηρετούν, καθώς και της άποψής τους για τη δημοκρατία, τα κοινωνικά και τα εργασιακά δικαιώματα.

Μνημόνια και ο κόσμος της εργασίας

Εξ όσων διέρρευσαν στον Τύπο, μεταξύ των προληπτικών μέτρων που απαιτούνται είναι και οι ομαδικές απολύσεις. Αν τελειώσει η αξιολόγηση, με έναν τρόπο, αυτό προεικάζει ότι η συζήτηση για τα εργασιακά θα απέχει πολύ από αναζήτηση λύσεων, στη βάση των βέλτιστων πρακτικών της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις συλλογικές συμβάσεις;
Η επανεξέταση των ομαδικών απολύσεων, όπως και του συνδικαλιστικού νόμου με τις προφανείς προεκτάσεις στα ζητήματα της απεργίας και του λοκ άουτ, περιλαμβάνονται στο κείμενο του τρίτου μνημονίου και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Μετά από τη σταδιακή απελευθέρωση των ατομικών και ομαδικών απολύσεων που επιβλήθηκε στα δύο πρώτα μνημόνια υπάρχει πάντα η πίεση, κυρίως από τράπεζες και επίδοξους αγοραστές δημόσιων επιχειρήσεων, για πρόσθετες διευκολύνσεις σε απολύσεις στους μαζικούς εργασιακούς χώρους.
Η αναφορά του τρίτου μνημονίου στις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές δύσκολα συνεπάγεται πραγματικές διασφαλίσεις, αλλά αντιθέτως γεννά πρόσθετες ανησυχίες. Και αυτό γιατί κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε όλη την Ευρώπη καταγράφονται πρακτικές απελευθέρωσης των απολύσεων χάριν της ανταγωνιστικότητας. Ας παρακολουθήσουμε σήμερα τη σχεδιαζόμενη εργασιακή απορρύθμιση στη Γαλλία του Ολάντ και τα μέτρα διευκόλυνσης των απολύσεων στην Ιταλία του Ρέντσι το 2015. Πώς η Ελλάδα και με ποιο συσχετισμό θα αναζητήσει συμμαχίες όταν οι πάλαι ποτέ βέλτιστες πρακτικές στην Ευρώπη, αντί για πλεονέκτημα ενοχοποιούνται στα επίσημα κείμενά της ως μεγάλο μειονέκτημα, και καταργούνται ως εμπόδια απέναντι στην ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες; Γιατί αγνοείται πως τα πρωτοφανή σε όγκο και ένταση μέτρα γενικευμένης εργασιακής απορρύθμισης στην Ελλάδα των μνημονίων, αντλήθηκαν από διάσπαρτες στον ευρωπαϊκό χώρο πρακτικές και επιβλήθηκαν, με το άλλοθι της κρίσης, ως καλές αναπτυξιακές επιλογές στην ελληνική αγορά εργασίας; Γιατί αποσιωπάται πως για τον ίδιο ακριβώς λόγο υπάρχει δέσμευση στο τρίτο μνημόνιο ότι τα μέτρα αυτά δεν καταργούνται χωρίς την έγκριση των δανειστών, και ότι η επάνοδος στην προ μνημονίων κατάσταση συνεπάγεται επιστροφή στη μη βιώσιμη ανάπτυξη;
Στο ίδιο, προφανώς, πλαίσιο θα λάβει χώρα και η επανεξέταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Κατά την περίοδο των μνημονίων πάρθηκαν 14 μέτρα αποδόμησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, του τρόπου επίλυσης των συλλογικών διαφορών και του ΟΜΕΔ. Φοβούμαι πως τα βασικότερα από αυτά τα μέτρα δεν θα καταργηθούν, όπως προέβλεπε το σχετικό νομοσχέδιο της πρώτης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, που συνιστούσε το πρώτο πρακτικό και συμβολικό δείγμα γραφής απέναντι στον κόσμο της εργασίας από μια αριστερή κυβέρνηση. Ένα νομοσχέδιο που, δυστυχώς, ουδέποτε κατατέθηκε στη Βουλή σε μια ευνοϊκότερη πολιτική συγκυρία από τη σημερινή, υπό τον φόβο εσωτερικών και εξωτερικών αντιδράσεων και, που μαζί με τις καινοτομίες που εισήγαγε, συγκαταλέγεται στις όντως βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές. Αντιθέτως, θα ενταθούν οι πιέσεις για να διατηρηθούν κρίσιμα στοιχεία της απορρύθμισης των συλλογικών συμβάσεων, όπως η διάβρωση των κατώτατων μισθών, η κατάργηση της αρχής της επέκτασης και της ευνοϊκότερης ρύθμισης , η σύντμηση της μετενέργειας και η υποβάθμιση του ρόλου της διαιτησίας, πρακτικές που εναρμονίζονται απόλυτα με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές πολιτικές αποδιάρθρωσης των συλλογικών συμβάσεων. Πρακτικές που συνεπάγονται, σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο, τη δραματική μείωση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις και την εξατομίκευση των όρων εργασίας.

Πώς εξελίσσεται η εργασιακή πραγματικότητα στην Ελλάδα με βάση τον μνημονιακό κορμό θεσμών που ισχύει και την πίεση στην αγορά εργασίας;
Τα μέτρα των μνημονίων επιβλήθηκαν για να παγιώσουν μια νέα εργασιακή πραγματικότητα και να διαμορφώσουν μια νέα εργασιακή κουλτούρα στις νεότερες, κυρίως, γενιές που εισέρχονται ή προσπαθούν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας υπό συνθήκες υψηλής ανεργίας, συμπιεσμένων αμοιβών και δικαιωμάτων, και γενικευμένης εργασιακής ανασφάλειας και επισφάλειας. Ενίσχυσαν τις ευέλικτες και δεύτερης ταχύτητας μορφές εργασίας σε βάρος της σταθερής και πλήρους απασχόλησης, ελαστικοποίησαν τα ωράρια, διευκόλυναν προκλητικά τις απολύσεις, αποδιάρθρωσαν τις συλλογικές συμβάσεις οδηγώντας στην εξατομίκευση των μισθών, και απορρύθμισαν την εργασία στο Δημόσιο στην κατεύθυνση σύγκλισης με τον ιδιωτικό τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης. Αυτό σημαίνει ότι 6 χρόνια μνημονιακών μέτρων, σε συνέχεια των μικρότερης έκτασης και έντασης απορρυθμιστικών παρεμβάσεων που συντελούνται από τη δεκαετία του ’90, έχουν ισοπεδώσει τον κόσμο της εργασίας. Η γενικευμένη εργασιακή απορρύθμιση έχει εκτοξεύσει, μαζί με τη σημερινή ανεργία του 25%, από το 17% στο 48% το ποσοστό των εργαζομένων που αμείβονται μέχρι τα γενικά κατώτατα μισθολογικά όρια του 2012! Παράλληλα, περισσότερο από το 90% των εργαζομένων σήμερα έχουν εξατομικευμένες αμοιβές τη στιγμή που το 2012 καλύπτονταν κατά 100% από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση και κατά 80% από κλαδικές συμβάσεις μέσω του θεσμού της επέκτασης. Αυτή η κατάσταση, που παγιώνεται αφού τα δεκάδες μνημονιακά μέτρα παραμένουν, γίνεται αφόρητη και, συμπεριλαμβανομένης της εκτεταμένης εργοδοτικής παραβατικότητας, συνεχώς μεγαλώνει το βάθος της εργασιακής απορρύθμισης. Παράλληλα προκαλεί ερωτήματα ο απολίτικος λόγος για την ανάπτυξη όταν η βασική παραγωγική δύναμη, που είναι η εργασία, βιώνει αυτή την παγιωμένη τριτοκοσμική πραγματικότητα που προσβάλλει, πρωτίστως, τις προοδευτικές και αριστερές συνειδήσεις.

Απαιτείται μια γενικευμένη πολιτισμική επανάσταση
Το συνδικαλιστικό κίνημα στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο

kouzis2

Πώς αντιδρά ο κόσμος της εργασίας σε αυτή την απορρύθμιση που επιβάλλεται; Που βρίσκεται το συνδικαλιστικό κίνημα, σε Ελλάδα και Ευρώπη;
Η ανάσχεση του συνδικαλιστικού κινήματος στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο απαιτεί διεργασίες που πρέπει να επιταχυνθούν, γιατί τα όποια ελπιδοφόρα δείγματα σε επίπεδο συνδικαλιστικής βάσης καταγράφονται, είναι περιορισμένα, αποσπασματικά, χωρίς κανένα συντονισμό και μακρόπνοο σχέδιο. Σχέδιο που να είναι συνυφασμένο με την επιστροφή στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, που να εκτείνεται σε όλο το φάσμα της εργασίας και στα νέα της, κυρίως επισφαλή, κοιτάσματα, που να διεθνοποιεί την παρέμβαση της εργασίας απέναντι στη συνεχώς εντατικοποιούμενη διεθνοποιημένη δράση του κεφαλαίου και που, χωρίς να απεμπολεί τον πολιτικό και ταξικό του χαρακτήρα, να διακατέχεται από μια γνήσια, ακηδεμόνευτη συνδικαλιστική κουλτούρα. Ένα τέτοιο σχέδιο απαιτεί την αποκαθήλωση του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου δόγματος, που στοιχεία του ενστερνίζονται οι σύγχρονες κοινωνίες, οι εργαζόμενοι που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία τους και προφανώς οι ηγεσίες που τους εκπροσωπούν. Απαιτείται μια επανάσταση στον τρόπο σκέψης και λειτουργίας των κοινωνιών, μια γενικευμένη πολιτισμική επανάσταση που θα ενισχύει τις δημοκρατικές διαδικασίες απέναντι στις κάθε λογής γραφειοκρατικές δομές που η διατήρηση και εξάπλωσή τους βαθαίνουν το πρωτοφανές σημερινό κοινωνικό έλλειμμα.

Και ύστερα, βλέπουμε συνεχώς να αναπαράγονται οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες...
Το ελληνικό συνδικαλιστικό παράδειγμα, παρά τις επιμέρους ιδιαιτερότητές του, δεν διαφοροποιείται σημαντικά από το γενικότερο και διεθνές φαινόμενο της γραφειοκρατικοποίησης των συνδικάτων, παράλληλα με τη εντεινόμενη γραφειοκρατικοποίηση των πολιτικών κομμάτων συμπεριλαμβανομένων και των κομμάτων της αριστεράς.
Η αναπαραγωγή και η διαιώνιση , άλλωστε, των συνδικαλιστικών ηγεσιών, συχνά σε πλήρη ανακολουθία με τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας, είναι προϊόν πολλαπλών παραγόντων.
Πρώτον, είναι απόρροια της εκτεταμένης απαξίωσης της έννοιας του συνδικαλισμού που συμβάλλει στην αποδυνάμωση και στην αποφυγή ένταξης στα συνδικάτα υπό την πίεση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που βάλλουν σε κάθε τι συλλογικό, επιβραβεύοντας την ατομικότητα και αξιοποιώντας παθογένειες και αρνητικές πρακτικές συνδικαλιστικών στελεχών.
Δεύτερον, γιατί δεν έχει διαφανεί ισχυρή εναλλακτική πρόταση στον κόσμο της εργασίας που θα προσελκύει νέες δυνάμεις και θα επιβάλλει νέους συσχετισμούς στα συνδικάτα.
Και τρίτον, γιατί η αναπαραγωγή και η διαιώνιση των συνδικαλιστικών ηγεσιών θα πρέπει να αναζητείται και στην έμμεση και πολυποίκιλη στήριξη των εκάστοτε εθνικών κυβερνήσεων και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Και τούτο γιατί, ενόψει των κατά καιρούς σχεδιαζόμενων μέτρων κοινωνικής και εργασιακής απορρύθμισης, Commission και κυβερνήσεις, έχουν, διαχρονικά, κάθε λόγο να εφευρίσκουν και να προωθούν εργαλεία αλλοίωσης του ρόλου των συνδικάτων, στοχεύοντας στην γραφειοκρατικοποίηση και στην απώλεια του κινηματικού τους χαρακτήρα .
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet