Με αφορμή το αφιέρωμα στην Τζέιν Όστεν από την κρατική τηλεόραση

austin

Της Σοφίας Ξυγκάκη

«Για να γράψει μια γυναίκα πρέπει να έχει λεφτά κι ένα δικό της δωμάτιο» είχε υποστηρίξει η Βιρτζίνια Γουλφ στο διάσημο δοκίμιό της που βασίστηκε σε ομιλίες της, το 1928. Το να έχεις δικό σου δωμάτιο, να είσαι μόνη σε ένα ήσυχο δωμάτιο ήταν σχεδόν ανέφικτο στις αρχές του 19ου αιώνα. Και σε ό,τι αφορά την Τζέιν Όστεν, είναι αλήθεια ότι είχε περάσει τα πιο παραγωγικά της χρόνια στο μοναδικό κοινόχρηστο δωμάτιο του σπιτιού, εν μέσω των οικογενειακών δραστηριοτήτων, σε ένα μικρό και άβολο τραπεζάκι. Στη μεταφορά των μυθιστορημάτων της Όστεν ή των αδελφών Μπροντέ στην οθόνη αλλά και σε μερικές εικονογραφίες της εποχής, παρουσιάζεται η εξιδανικευμένη εικόνα της συγγραφέως μπροστά από το παράθυρο απ’ όπου διαχέεται το απαλό φως να την διαγράφει με κομψότητα, μόνη, να γράφει σε ακριβό χαρτί, σε άνετο γραφείο· στην πραγματικότητα, έπρεπε να υποστεί κάθε είδους διακοπή, το χαρτί ήταν πανάκριβο και χρησιμοποιούσε με φειδώ το πιο φτηνό που υπήρχε, ενώ η Όστεν συγκεκριμένα ήταν αναγκασμένη να κρύβει ανάμεσα στα στυπόχαρτα τα γραπτά της για να μη γίνουν αντιληπτά από τους οικείους, τους επισκέπτες και τους υπηρέτες.

Πράγματι κάτι είχε συμβεί το 19ο αιώνα και, σύμφωνα με την Γουλφ, είναι περισσότερο άξιο προσοχής απ’ ό,τι οι Σταυροφορίες ή ο Πόλεμος των Ρόδων: Η γυναίκα της μεσαίας τάξης άρχισε να γράφει.
Παρόλα αυτά, ενώ η αστή του 19ου αιώνα θεωρούνταν σημαντικός φορέας κουλτούρας καθώς αντιπροσώπευε τις πνευματικές και κυρίως ηθικές, δηλαδή τις «υψηλότερες» αξίες της ζωής, σε αντίθεση με τις υλικές και «κατώτερες» αρετές που εκπροσωπούσαν οι άνδρες, στην πράξη παρεμποδιζόταν από την αντρική αξίωση για τo μονοπώλιο της διάνοιας στη δημόσια σφαίρα αλλά και αποκλειόταν από το είδος εκείνο της μόρφωσης χωρίς την οποία η κουλτούρα ήταν αδιανόητη. Οι άντρες δεν απαιτούσαν από τις γυναίκες τίποτα περισσότερο από την καρικατούρα της κουλτούρας (λίγο πιάνο, λίγο σχέδιο ή ακουαρέλες κ.ο.κ).1

Το κοινό σαλόνι

Ωστόσο, ακριβώς αυτή η έλλειψη προσωπικού χώρου, οι απαγορεύσεις και η απουσία άλλων εμπειριών, πέραν από αυτές του στενού κοινωνικού περίγυρου, αποτέλεσαν για τις συγγραφείς τον ιδανικό τόπο παρατήρησης για να αναπτύξουν στο κοινό σαλόνι την ευαισθησία τους και να γράφουν γι’ αυτά που τις περιέβαλλαν: τρεις ή τέσσερις οικογένειες ευγενών στην αγγλική επαρχία είναι το βασικό μοτίβο της Όστεν, γύρω από το οποίο παραλλάσσονται οι αισθηματικές ιστορίες των κοριτσιών που βρίσκονται στο κέντρο όλων της των βιβλίων, οι αδελφικές σχέσεις στα Λογική και Ευαισθησία και Υπερηφάνεια και Προκατάληψη, που αποτελούν ένα μεγάλο αυτόνομο κεφάλαιο για τους μελετητές της συγγραφέως, τα γελοία πρόσωπα, για παράδειγμα η κυρία Μπένετ στο Υπερηφάνεια και Προκατάληψη ή ο κύριος Γουντχάουζ στην Έμμα, τα πομπώδη και ρηχά πρόσωπα όπως η λαίδη Κάθριν ντε Μπεργκ ή ο κύριος Κόλινς και πάλι στο Υπερηφάνεια και Προκατάληψη.
Κάθισαν στο τραπέζι για το τσάι – η ίδια συντροφιά ανθρώπων γύρω από το ίδιο τραπέζι! Πόσες φορές, αλήθεια, είχε συγκεντρωθεί γύρω απ’ αυτό το τραπέζι! Πόσες φορές το βλέμμα της είχε πέσει στα ίδια θαμνόδεντρα του περιβολιού, πόσες φορές είχε αντικρύσει το ίδιο όμορφο ηλιοβασίλεμα!
Αυτή η φράση από την Έμμα,2 ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστεν, αποτελεί για τον μελετητή της τέχνης και της λογοτεχνίας Mario Praz την πεμπτουσία της μυθιστορηματικής γραφής της συγγραφέα γιατί μεταφέρει με ακρίβεια το πνεύμα της εποχής: τα οικογενειακά πορτρέτα που παραπέμπουν στους ζωγράφους του δεύτερου ήμισυ του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου και αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα της καθημερινότητας: τις ήρεμες εικόνες του σαλονιού, τα πράσινα τοπία στο φόντο, την απέραντη πλήξη και τη συμβατικότητα στις συναναστροφές… Η Όστεν δεν παρουσιάζει «ψυχολογικά» πορτρέτα, τα πρόσωπά της είναι άμεσα συνδεδεμένα και σε απόλυτη συνάρτηση με το περιβάλλον· με νηφαλιότητα και λεπταίσθητη ειρωνεία, δεν μελετά τους χαρακτήρες αυτόνομα τον καθένα αλλά ως μέρος της λειτουργίας και των απαιτήσεων της κοινωνίας.

Καταγραφή της άμεσης εμπειρίας

Στα μυθιστορήματα της υπάρχουν περιπτύξεις, λιποθυμίες και αναστεναγμοί, εξομολογήσεις, σκάνδαλα, «επιπολαιότητες» κοριτσιών, αλλά ούτε ένα φιλί. Για λόγους εμπορικούς ή δημιουργίας ατμόσφαιρας, στη μεταφορά των έργων της στην οθόνη, οι πρωταγωνιστές φιλιούνται αλλά στα βιβλία της ποτέ. Και όχι από πουριτανισμό. Σε κανένα βιβλίο της, επίσης, δεν υπάρχει καμία σκηνή στην οποία να παρευρίσκονται ή να συνομιλούν μόνο άντρες. Η Όστεν περιέγραφε μόνο ό,τι γνώριζε, ό,τι έβλεπε, κατέγραφε αυστηρά μόνο ό,τι υπήρχε μέσω της δικής της εμπειρίας, τίποτα που να μην το έχει επαληθεύσει. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της ακρίβειας και της εμμονής της με τη ρεαλιστική απόδοση του τρόπου με τον οποίο προσλάμβανε το περιβάλλον, μαντεύουμε κάποιες πληροφορίες της σύντομης και περιορισμένης ζωής της αφού, μετά το θάνατό της κι όταν άρχισε να γίνεται γνωστή ως μυθιστοριογράφος με το όνομά της, η αγαπημένη της αδελφή Κασσάνδρα κατέστρεψε όλα τα σημαντικά προσωπικά στοιχεία, όπως επιστολές ή ημερολόγια.

 Λογική κι ευαισθησία

Το πρώτο της μυθιστόρημα Λογική κι Ευαισθησία που δημοσιεύτηκε το 1811, το υπέγραψε By a lady, (=Έργο μιας κυρίας). Τον περασμένο Οκτώβριο επανεκδόθηκε από τον Folio Society, με πρόλογο της Έλενα Φεράντε της οποίας, όπως είναι γνωστό, η πραγματική ταυτότητα παραμένει άγνωστη. Κατά την Φεράντε, η ανωνυμία έκανε το έργο της Όστεν ακόμα πιο ενδιαφέρον γιατί, ανεξάρτητα από το πώς υπέγραφε, «ήταν μια εξαιρετικά καλλιεργημένη, εξαιρετικά διορατική κυρία, βαθιά εξοικειωμένη με τους τρόπους των αριστοκρατών γαιοκτημόνων, που γνώριζε την άκαμπτη εθιμοτυπία της αστικής τάξης του Λονδίνου, γνώριζε πόσο ασταθής είναι ο κόσμος - πώς όλα αλλάζουν, στη δίνη της ευαισθησίας και παρά τη λογική».
Η ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα στη σκέψη και το συναίσθημα, τη λογική και την ευαισθησία είναι από τις πιο αγαπημένες στην αγγλική, και όχι μόνο, λογοτεχνία. Η Όστεν, με το ειρωνικό χιούμορ και την αιχμηρή ματιά της, αποτυπώνει τη σκληρότητα της κοινωνίας της, υποστηρίζει με θέρμη τις νεαρές ανύπαντρες γυναίκες της και την αποφασιστικότητά τους να ευτυχίσουν σε μια υποκριτική εποχή που ο γάμος με μοναδικό κριτήριο τα συμφέροντα και τα χρήματα αποτελούσαν τις μόνες εγγυήσεις για ένα αξιοπρεπές μέλλον.

«Ευτυχές τέλος»

Τις προάλλες, μια φίλη μου που έτυχε να μην έχει διαβάσει το Υπερηφάνεια και προκατάληψη και είχε χάσει το τελευταίο επεισόδιο της σειράς στην τηλεόραση με ρώτησε, με ανησυχία, τι έγινε: παντρεύτηκαν ο Ντάρσι κι η Ελίζαμπεθ;
Στα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστεν, πάντα οι καλές παντρεύονται τους καλούς. Όμως, στην άκρη του μυαλού σου, υπάρχει η αμφιβολία για το κατά πόσο μπορούν να ευτυχίσουν ο κύριος Ντάρσι με την Ελίζαμπεθ, ο κύριος Νάιτλι με την μις Γούντχάουζ στην κυνική και υποκριτική κοινωνία που περιγράφει η συγγραφέας. Και ίσως αυτή η αμφιβολία, δηλαδή η υπονόμευση του happy ending, είναι τελικά που συνδέει την Όστεν με την εποχή μας και μας κάνει να νοιαζόμαστε για την τύχη των ηρωίδων της.

Σημειώσεις

 1. Eric Hobsbawm: «Θρυμματισμένοι καιροί», μτφ Νίκος Κούρκουλος, εκδόσεις Θεμέλιο, 2013
2. Τζέιν Όστιν: «Έμμα», μτφ Φώντας Κονδύλης, εκδόσεις Καστανιώτης, 1989
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet