53 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Το σφιχτό λουρί του παρακράτους

 lambrakis_3

Συνέντευξη με την ιστορικό και συγγραφέα Εύη Γκοτζαρίδη

 

Η ιστορικός Eύη Γκοτζαρίδη* μίλησε στην «Εποχή» για την ιστορία της μετεμφυλιακής περιόδου και το παρακράτος σαν ιστορικό-πολιτικό φαινόμενο, τον ιστοριογραφικό αναθεωρητισμό αλλά και τη σύγκριση ανάμεσα στην ιρλανδική και ελληνική επανεξέταση της ιστορίας, με αφορμή το βιβλίο της για τον Γρηγόρη Λαμπράκη «A Pacifist's Life and Death: Grigorios Lambrakis and Greece in the Long Shadow of Civil War», που θα κυκλοφορήσει αυτές τις ημέρες στην Αγγλία από τις εκδόσεις Cambridge Scholars Publishing.

Μια μακροσκελέστερη εκδοχή αυτής της συνέντευξης δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην αγγλόγλωσση ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης [www.greeknewsagenda.gr] στη σειρά συνεντεύξεων «Rethinking Greece».

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Νικόλας Νενεδάκης

 

Είναι σημαντική η ιστορία της μετεμφυλιακής περιόδου για τη σημερινή Ελλάδα; Ποια η σημασία της δολοφονίας του Γρηγόρη Λάμπρακη;

Η δημοκρατία μας δεν είναι ακλόνητη. Ούτε ήταν ποτέ ασφαλής από αιφνιδιαστικές παλινδρομήσεις στον αυταρχισμό. Μπορεί η κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας και η σχετική πολιτική ομαλότητα της μεταπολιτευτικής περιόδου να μας παραπλάνησαν κάπως, αλλά σήμερα βιώνουμε τρομαγμένοι και αποπροσανατολισμένοι μια καινούργια και πρωτοφανή υπονόμευση της.

Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προσπάθησε κάποτε να αποφύγει πιεστικές ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την επιχείρηση «Κόκκινη προβιά», ένα μυστικό παραστρατιωτικό δίκτυο που δρούσε στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ, υπεκφεύγοντας χαρακτηριστικά και ισχυριζόμενος ότι με την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η δημοκρατία μας έχει παύσει οριστικά να απειλείται. Άραγε τι θα έλεγε στις σημερινές περιστάσεις που η Ευρωπαϊκή Ένωση και η φανατική της προσήλωση στη λιτότητα φαίνεται να υπονομεύει τη δημοκρατία; Τώρα που η ΕΕ μέσω της τρόικας δρα όλο και περισσότερο σαν ένα υπέρ-κράτος που έχει υποβιβάσει την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο σε σώματα που δίνουν ανεξέλεγκτα την έγκριση τους στις αυθαίρετες αποφάσεις της;

Ο Καραμανλής μπορεί το 1975 να εμφανίστηκε ως «λύση σωτηρίας» όπως είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης, αλλά σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης θητείας του ως πρωθυπουργός, από το 1955 και εξής, ήταν και αυτός μέρος μιας προβληματικής αυταρχικής διακυβέρνησης. Αυτό συνέβαινε διότι παρά τις εκσυγχρονιστικές αξιώσεις του ήταν είτε ανίκανος είτε απρόθυμος να δώσει τέλος σε μια παρατεταμένη «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», που ήταν απόρροια του εμφύλιου πολέμου. Και κυρίως να δώσει τέλος στο παρασκήνιο ανωμαλίας που αυτή τροφοδοτούσε. Τα γεγονότα που έφεραν με συγκλονιστικό τρόπο στην επιφάνεια αυτήν την πραγματικότητα και το κλίμα συνωμοσίας, ανομίας και ατιμωρησίας ήταν η δολοφονία του ανεξάρτητου βουλευτή, συνεργαζόμενου με την ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, και η δημοσιογραφική και δικαστική έρευνα που ακολούθησε.

lambrakis_1

Η λειτουργία του παρακράτους

 

Η έρευνά σου αποκαλύπτει πολλές λεπτομέρειες σχετικά με τη λειτουργία του παρακράτους της εποχής. Ποια είναι τα κύρια συμπεράσματά σου για το θέμα αυτό;

Από τη στιγμή που οι εκλογές της 11ης Μαΐου 1958 αναδεικνύουν την ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση, αποκαλύπτοντας το αισθητό λαïκο έρεισμα της Αριστεράς, η τελευταία δεν έπαυσε να καταγγέλλει πως μια «χούντα» υπήρχε ήδη και κινούσε τα νήματα πίσω από την κουρτίνα της επίσημης εξουσίας. Από την άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, ακουγόταν συχνά ότι η ελληνική δημοκρατία έπρεπε να κρατιέται με σφιχτό λουρί διότι δεν ήταν αρκετά ώριμη για να διακρίνει τα θέλγητρα του κομμουνισμού και να αποφύγει μια μελλοντική συνεργασία μαζί του. Ως σφιχτό λουρί, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν οι μηχανισμοί του παρακράτους. Ήταν ένα μέσο που επινοήθηκε ώστε να διατηρηθεί παράλληλα μια επίφαση νομιμότητας και δημοκρατικής λειτουργίας. Το παρακράτος λειτούργησε ως μια «αόρατη» εκτελεστική εξουσία που δεν λογοδοτούσε στο Κοινοβούλιο και εντέλει μπορεί να νοηθεί απλά ως μια πραγματικότητα πέραν και πάνω από τη λαϊκή βούληση.

Το παρακράτος πέτυχε να διεισδύσει στο στρατό, τη χωροφυλακή και τις υπηρεσίες πληροφοριών και λειτουργούσε στη σκιά, προκειμένου να αποτρέψει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να σημάνουν το τέλος του ψυχροπολεμικού αποκλεισμού της Αριστεράς. Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμα και μέσα από τις τάξεις του ανασυσταθέντος Κέντρου, του οποίου η ηγεσία αντιστεκόταν σε κάθε ιδέα συνεργασίας με την ΕΔΑ, δεν έπαυε να επικρατεί έντονη ανησυχία προς μια κυβερνητική συμπεριφορά που φαινόταν να είναι είτε ανεκτική, είτε συνένοχη με τις δραστηριότητες αυτής της «αόρατης» δύναμης. Αυτή βέβαια η ανησυχία έγινε εντονότερη όταν κατέστη σαφές ότι το παρακράτος ήταν έτοιμο να χτυπήσει «αδιάκριτα» και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εμποδίσει και την πολιτική άνοδο του Κέντρου, όπως έκανε κατά τη διάρκεια των αμφιλεγόμενων εκλογών του Οκτωβρίου 1961.

Το παρακράτος το αποτελούσαν κρατικοί αξιωματούχοι, αξιωματικοί του Στρατού και της Χωροφυλακής, πολλοί από τους οποίους ήταν μέλη του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Συμμετείχαν επίσης πράκτορες μυστικών υπηρεσιών και μέλη «νόμιμων» παρακρατικών ομάδων. Επιπλέον, στον απόηχο της δολοφονίας, την οποία οι Αρχές και ο Τύπος της Δεξιάς έσπευσαν να παρουσιάσουν σαν «δυσάρεστο τροχαίο ατύχημα», οι δημοσιογράφοι Γεώργιος Ρωμαίος, Γιώργος Μπέρτσος και Ιωάννης Βούλτεψης, κατάφεραν να αποσπάσουν απόρρητα έγγραφα που προέρχονταν κατ’ ευθείαν από την Υπηρεσία Πληροφοριών και Διαφώτισης (ΥΠΔ) της Αθήνας και Θεσσαλονίκης (τότε μέρος του υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως). Βασιζόμενοι στις πληροφορίες που βρήκαν εκεί, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν άμεσες διασυνδέσεις και επικοινωνία ανάμεσα στην ΥΠΔ και στους επικεφαλής των παρακρατικών οργανώσεων και ότι η ΥΠΔ είχε διοχετεύσει σημαντικά χρηματικά ποσά και είχε μεταφέρει οδηγίες και εντολές προς τους «αγανακτισμένους πολίτες» της περιόδου.

Ο όρος «αγανακτισμένοι πολίτες» αποτελούσε έναν ευφημισμό για τους τραμπούκους της Δεξιάς, των οποίων ο ρόλος ήταν να συγκεντρώνονται ως «αντι-διαδηλωτές» όπου υπήρχαν εκδηλώσεις της Αριστεράς, να τρομοκρατούν και γενικότερα να παρεμποδίζουν την πολιτική έκφραση της Αριστεράς και των «συνοδοιπόρων» της. «Αγανακτισμένοι πολίτες» υπήρχαν βέβαια και στις ΗΠΑ με την ίδια ονομασία. Σε συναυλίες που διοργάνωναν αμερικανοί κομμουνιστές φώναζαν συνθήματα μίσους και χαρακτηριστικές απειλές: «Πηγαίνετε πίσω στην Ρωσία λευκό-αράπηδες! Ο Χίτλερ δεν ολοκλήρωσε το έργο του αλλά εμείς θα το καταφέρουμε...»

Η δραστηριότητα αυτή ήταν ενορχηστρωμένη από τα ανώτερα κλιμάκια του παρακράτους. Ως εκ τούτου αντί να εμπλέκονται οι αρχές άμεσα στη δυσάρεστη δουλειά της πολιτικής καταστολής, κινδυνεύοντας να εκτεθούν και να έχουν να αντιμετωπίσουν τη δημόσια κατακραυγή, χρησιμοποιούσαν την παρακρατική δράση ως μια ασφαλέστερη και αρκετά «αποτελεσματική» μέθοδο. Ενώ ταυτόχρονα μέσω αυτής της δράσης μπορούσαν οι φανατικοί δεξιοί να εκφράσουν «έμπρακτα» το αντικομουνιστικό μένος τους με μεγαλύτερη άνεση και ελευθερία.

Είναι, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι κάποιοι από αυτούς που σχετίζονταν με το παρακράτος στα διάφορα κλιμάκια του, κάποιοι από αυτούς που πρωταγωνίστησαν στην υπονόμευση των δημοκρατικών λειτουργιών στην προ-δικτατορική περίοδο ήταν άτομα με δοσιλογικό παρελθόν. Ο Ξενοφών Γιοσμάς, ηγέτης της παρακρατικής οργάνωσης στην οποία ανήκαν ο Εμμανουήλ. Εμμανουηλίδης και Σπύρος Γκοτζαμάνης (αυτοί που χτύπησαν τον Λαμπράκη) είχε υπάρξει αρωγός της Μυστικής Αστυνομίας της Wehrmacht ενώ είχε προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος προπαγάνδας στο εθελοντικό τάγμα του Γεωργίου Πούλου, το οποίο είχε εξοπλιστεί πλήρως απο τους Γερμανούς. Ο Χρήστος Φωκάς, ένας άλλος παρακρατικός που είχε χτυπήσει άσχημα τον βουλευτή Γιώργο Τσαρουχά, ήταν σωματοφύλακας του Πούλου και είχε δολοφονήσει πολλούς άοπλους πολίτες στην Κατοχή. Υπάρχουν επίσης σοβαρές υπόνοιες για τον Κωνσταντίνο Μήτσου, Γενικό Επιθεωρητή Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος αλλά και άτομα ακόμη πιο ψηλά στην ιεραρχία, όπως ο Αρχηγός της ΚΥΠ Αλέξανδρος Νάτσινας και ο επικεφαλής της ΥΠΔ Νικόλαος Γωγούσης.

 

Ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός

 

Πώς ορίζεις τον ιστοριογραφικό αναθεωρητισμό; Ποιά η σημασία του;

Ως ένα βαθμό όλη η ιστοριογραφία τείνει να είναι αναθεωρητική. Είναι φυσικό οι ιστορικοί να επανεξετάζουν με καινούργια στοιχεία, μεθοδολογικά εργαλεία και θεωρητικούς προβληματισμούς γεγονότα η φαινόμενα, προπαντός όταν αυτά συνεχίζουν να ασκούν μεγάλη επιρροή στη συλλογική συνείδηση και καθορίζουν ακόμη σημερινές συμπεριφορές. Στην πιο θετική του έκφανση, ο αναθεωρητισμός ωθεί ένα λαό να κάνει την αυτοκριτική του ώστε να πάψει να κάνει τα ίδια τραγικά λάθη με ψυχαναγκαστικό τρόπο.

 

Ο ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός έχει πάντοτε τα ίδια χαρακτηριστικά;

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’70 και του ’80 όταν η Βόρεια Ιρλανδία φλεγόταν από την παμπάλαια διαμάχη Καθολικών - Προτεσταντών, ήταν για τους ιστορικούς αναγκαία η προσπάθεια κατανόησης των μηχανισμών της διαιώνισης και της νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Υπήρχαν βεβαίως άμεσες αιτίες, όπως η φτώχεια, η ανεργία, και ένα κράτος που αρνούταν να τηρήσει μια στάση ουδετερότητας απέναντι στις αντιμαχόμενες κοινότητες, που να κρατά αποστάσεις και να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους. Υπήρχε ένα δομικό πρόβλημα θα μπορούσε να πει κανείς. Ήταν μερικοί τότε που πίστευαν σφόδρα (όπως τα μέλη του ΙΡΑ και όχι μόνο) πως δεν υπήρχε καν η δυνατότητα οικοδόμησης ενός δίκαιου κράτους στο οποίο να συμπεριλαμβάνονται και οι δύο κοινότητες.

Υπήρχε όμως από τη μεριά του ΙΡΑ και μια προσπάθεια χειραγώγησης και εκμετάλλευσης της ιστορίας του αντιαποικιοκρατικού αγώνα των αρχών του 20ού αιώνα. Ο ρόλος που ανέθεσαν στους εαυτούς τους κάποιοι «αναθεωρητές» ιστορικοί τότε ήταν να υπονομεύσουν το κύριο ψευδό-επιχείρημα του ΙΡΑ - ότι δηλαδή οι πράξεις και σκοποί του ήταν ισοδύναμοι με αυτούς της παλιάς επαναστατικής γενιάς και ότι ήταν επομένως δικαιολογημένοι. Προσπάθησαν, λοιπόν, να επανερμηνεύσουν κριτικά όλη τη σχετική ιστορική περίοδο (1890-1924) κυρίως αποδίδοντας πλέον την ίδια έμφαση και αξία στις τότε αντιαποικιοκρατικές πρωτοβουλίες που ελάμβαναν χώρα μέσα στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού με την αξία του ένοπλου αγώνα.

Αυτή η προσπάθεια αναθεώρησης δεν μπορούσε να είναι αντικειμενική γιατί ήταν επηρεασμένη από το τεταμένο κλίμα του ’70 και του ’80. Υπήρξαν φυσικά και οι αντίθετες φωνές που ισχυριζόταν πως αυτό το νέο ρεύμα ιστορικών αποσκοπούσε να υπονομεύσει τα διανοητικά θεμέλια μίας ενδεχόμενης ενοποίησης της Ιρλανδίας, πως ήταν συνωμοτικό και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Βρετανών και των Προτεσταντών. Αλλά όμως σε γενικές γραμμές, αν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, τα κίνητρα αυτής της προσπάθειας αναθεώρησης ήταν ευγενή και δημοκρατικά. Στόχος της αναθεώρησης ήταν η ειρήνευση στην κοινωνία της Βόρειας Ιρλανδίας, στοιχείο εντελώς απαραίτητο για την έναρξη διαλόγου μεταξύ Καθολικών - Προτεσταντών.

 

Η περίπτωση Ρίχτερ

 

Ας μεταφερθούμε στην Ελλάδα όμως: Υπάρχει από την άλλη μεριά το είδος του αναθεωρητισμού που προκειμένου να εξωραΐσει εγκλήματα ή ακόμη να σχετικοποιήσει και να μετατοπίσει ιστορικές ευθύνες τείνει στην άρνηση της πραγματικότητας. Μια τέτοια διάγνωση αρμόζει ενδεχομένως σε ό,τι αφορά τις θέσεις και τις προθέσεις του γερμανού ιστορικού Χάιντς Ρίχτερ σχετικά με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την Αντίσταση στην Κρήτη. Στον ισχυρισμό του Ρίχτερ ότι δεν χρωστάει η Γερμανία πολεμικές επανορθώσεις στην Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα στη Γερμανία, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά μια απροκάλυπτη απόπειρα να απαλλαχτεί η σημερινή Γερμανία από ευθύνες που έχει κληρονομήσει από την περίοδο του ναζισμού. Αν όντως αληθεύει ότι το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον περασμένο Νοέμβριο τον Ρίχτερ να εκθέσει τις απόψεις του σε κλειστή συγκέντρωση αξιωματούχων, και πως τον Φεβρουάριο γερμανικά ΜΜΕ ξεκίνησαν εκστρατεία προκειμένου να προβάλλουν τη «θεωρία» του Ρίχτερ, τότε καταλαβαίνουμε πως η «αναθεώρηση» της ιστορίας δεν μπορεί να αποτελέσει ένα ουδέτερο πεδίο και συνήθως τροφοδοτεί τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες.

Ωστόσο, βέβαια, θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η δίωξη του Ρίχτερ με βάση τη νεοεισαχθείσα νομοθεσία κατά του ρατσισμού από δικαστήριο του Ρεθύμνου και γενικότερα η ποινικοποίηση της ιστορίας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, κάτι για το οποίο συμφωνούν πολλοί έλληνες ιστορικοί. Οι ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις δεν μπορούν να λύνονται στο δικαστήριο και ο νόμος δεν είναι αρμόδιος όσο αφορά θέματα ιστορικής έρευνας.

Δεν είναι βέβαια όλοι οι αναθεωρητές ιστορικοί τόσο «ανατρεπτικοί» ή ακραίοι όσο είναι ο Ρίχτερ. Πολλές φορές, όμως, αυτοί που παρουσιάζουν νέες ερμηνείες που απορρέουν από τη χρήση μιας καινούργιας μεθόδου, δεν είναι διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν ότι συμμετέχουν, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν, σε έναν ήδη υπάρχοντα ιδεολογικό λόγο ή ότι τα αποτελέσματα τους οικειοποιούνται αυτόν το λόγο ο οποίος ενισχύει έτσι την αξιοπιστία του.

Ειδικότερα βέβαια η πολιτικοποίηση στο ιστοριογραφικό πεδίο των ελληνο-γερμανικών σχέσεων είναι ένα γεγονός, ίσως αναπόφευκτο, ειδικά στις μέρες μας, λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια οικονομική κρίση και τις εντάσεις που προκαλεί στο εσωτερικό της ΕΕ.

lambrakis_2

Ελλάδα - Ιρλανδία: Ομοιότητες

 

Βλέπεις ομοιότητες στην επανεξέταση της ιστορίας ανάμεσα Ιρλανδία και Ελλάδα;

Υπάρχουν πράγματι ομοιότητες ανάμεσα στις αναθεωρητικές συζητήσεις στην Ιρλανδία και Ελλάδα. Η επανεκτίμηση του ιρλανδικού εθνικισμού ξεκίνησε με μετριοπαθή τρόπο το 1938 και συνέπεσε με τη διαμόρφωση μιας πιο επαγγελματικής και οργανωμένης ιστορικής επιστήμης. Ωστόσο, αυτή η επανεκτίμηση πήρε πιο ριζοσπαστική μορφή στις δεκαετίες του 1980 και 1990 λόγω της σύγκρουσης στην Βόρεια Ιρλανδία, την αποτυχία όλων των πολιτικών λύσεων και τη συνεχιζόμενη τραγωδία εκεί. Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, ακολούθησε την ιστοριογραφική πορεία της Ανατολικής Ευρώπης με την έναρξη μιας νέας αναθεωρητικής φάσης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, στην πράξη το 2000. Και όμως, προκαλεί ενδιαφέρον ότι παρά τη διαφορά αυτή, εντοπίζονται ομοιότητες στα αναλυτικά και ερμηνευτικά σχήματα.

Ένα τέτοιο σχήμα είναι η ανακατασκευή των απελευθερωτικών αγώνων ως εμφυλίων πολέμων, με τη θρησκευτική συνιστώσα των Καθολικών εναντίον των Προτεσταντών στον ιρλανδικό αντιαποικιοκρατικό αγώνα (1916-1923) στην περίπτωση της Ιρλανδίας, ή με την ιδεολογική συνιστώσα των κομμουνιστών εναντίον των φασιστών ή των Φιλελευθέρων κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην περίπτωση της Ελλάδας.

Επιπλέον, και στις δύο περιπτώσεις εμφανίζεται η τάση να προσεγγίζεται η αντίσταση στους εισβολείς με αυστηρό σκεπτικισμό. Υποτιμάται ο «δημοκρατικός» και «λαϊκός» χαρακτήρας της και προτάσσονται τα πολιτικά / θρησκευτικά χαρακτηριστικά της. Οι μαχητές αντιμετωπίζονται ως ήδη μετέχοντες σε έναν ψυχρό πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμη. Δεν αντιμετωπίζονται ως μαχητές που αποσκοπούν στην αποτροπή μιας ιμπεριαλιστικής εισβολής, αλλά ως οπαδοί μιας κοσμοθεωρίας την οποία προσπαθούν να επιβάλλουν στην αντίθετη παράταξη.

Στο ιρλανδικό παράδειγμα, η παραδοσιακή εικόνα του παλιού ΙΡΑ ως οικουμενικού κινήματος χωρίς αποκλεισμούς που αποσκοπούσε να αποτινάξει τον αγγλικό ζυγό για το καλό όλων αμφισβητήθηκε, προπαντός με το έργο του Peter Hart. Στο ελληνικό παράδειγμα, το ζήτημα της ευθύνης της Αριστεράς στη διολίσθηση προς τον εμφύλιο πόλεμο έγινε κεντρικό θέμα στη δουλειά του Στάθη Καλύβα. Η εργασία του Καλύβα εκλαμβάνεται συνήθως ως μια εσκεμμένη προσπάθεια να καταστραφεί το ηθικό κεφάλαιο που απέκτησε η Αριστερά χάρη στον καθοδηγητικό ρόλο που έπαιξε στην Αντίσταση.

Στην πραγματικότητα, και στις δύο ιστοριογραφίες το επίκεντρο της προσοχής έχει μετατοπιστεί από το θέμα της ξένης παρέμβασης και τη δαιμονοποίηση της σε μια όλο και πιο θαρραλέα διερεύνηση των ενδο-εθνικών χωρισμών και αντιπαλοτήτων. Αυτό διαφαίνεται και από τη νέα ενασχόληση με το φαινόμενο του δοσιλογισμού στην Ελλάδα ή με την αναγνώριση στην Ιρλανδία ότι η διχοτόμηση του νησιού δεν ήταν κάτι που επιβλήθηκε από τα πάνω, αλλά μία «απόσχιση» που συνέβη λόγω της σοβαρής κατάρρευσης των δεσμών μεταξύ των δύο αντίπαλων κοινοτήτων.

 

Ποια είναι η αξία μίας συγκριτικής προσέγγισης του ιστορικού αναθεωρητισμού;

Σε τελική ανάλυση, πιστεύω ότι είναι χρήσιμο να μελετούμε αυτές τις αλλαγές με ένα συγκριτικό τρόπο διότι έτσι αποθαρρύνονται κοινότοπες αξιώσεις περί εθνικής ιδιαιτερότητας. Με μια τέτοια μελέτη, αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως ότι όλοι οι ιστορικοί καταπιάνονται με παρόμοια θεωρητικά, ηθικά και πολιτικά προβλήματα όταν επανεξετάζουν μεγάλες αφηγήσεις από τις οποίες δεν λείπει το μυθολογικό στοιχείο. Τέλος, νομίζω μια τέτοια συγκριτική προσέγγιση μας δίνει τη δυνατότητα ευρύτερης κριτικής αποτίμησης της ιστορίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μεταφέρει την πολυπόθητη αίσθηση μιας κοινής ταυτότητας. Μια τέτοιου είδους κριτική και σφαιρική αποτίμηση θα μπορούσε κάποια στιγμή να ενσωματωθεί στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα, στα πανεπιστήμια, αλλά ακόμη και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

 

* Η Eύη Γκοτζαρίδη είναι ιστορικός, γεννημένη στην Θεσσαλονίκη και μεγαλωμένη στη Γαλλία, με σπουδές στη Σορβόνη, στο Δουβλίνο και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο στην Φλωρεντία. Τα κύρια ενδιαφέροντά της αφορούν στην ιστορία της Ιρλανδίας του 20ού αιώνα, στο «μακρύ ελληνικό εμφύλιο πόλεμο» (1946-1974) και στις εκδηλώσεις του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού διεθνώς.

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet