pavlos

 

Πολύ δύσκολη αυτή η Κυριακή. Ολοκληρώνεται η διαδικασία ψήφισης ενός επαχθούς νομοσχεδίου, ίσως του πιο αντιπροσωπευτικού ως απότοκου της ήττας του Ιουλίου, πέρυσι. Με λιγότερα περιθώρια για την κυβέρνηση να αμβλύνει πλευρές στα όσα απέβλεπε η συμφωνία, να προσπαθήσει να βάλει μέσα το κοινωνικό στοιχείο, να προστατεύσει όσο μπορεί περισσότερο τη δημόσια περιουσία, κρατώντας ικανό χώρο για ελιγμούς που θα φρενάρουν τις ιδιωτικοποιήσεις. Ασφαλώς, έγινε μεγάλη προσπάθεια να σωθούν και σώθηκαν πολλά πράγματα. Όποια κι όποιος θα έβλεπε τις πρώτες προτάσεις που έφερναν στο τραπέζι οι εκπρόσωποι των δανειστών και τις συνέκρινε με το τελικά συμφωνημένο, σίγουρα θα αξιολογούσε θετικά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης των συντρόφων μας. Όμως ….

 

Επίγνωση και ειλικρίνεια

 

Όμως, το σημερινό είναι το τρίτο βαρύ νομοσχέδιο που ψηφίζεται, μετά το ασφαλιστικό και το φορολογικό και αυτό μετράει. Όλοι, ενήμεροι, οφείλουμε τώρα να γνωρίζουμε το βάρος που πέφτει πάνω στην κοινωνία και την οικονομία, τη διάρκεια ισχύος των μέτρων, που υποχρεωθήκαμε να δεχθούμε, το βάθος της επίδρασής του. Δεν επιδέχονται όλα αυτά κανέναν εξωραϊσμό και αυτό δεν σημαίνει μηδενισμό της αποτελεσματικότητας της διαπραγμάτευσης. Είναι αναγκαίο, όμως, ως πρώτη προϋπόθεση για να χαράξουν κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ την από εδώ και πέρα πορεία. Έχοντας με ειλικρίνεια μιλήσει για το τι ακριβώς έχει ψηφιστεί, το εξαναγκαστικό του στοιχείο, έχεις ήδη ανοίξει δρόμο επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα που σε στήριξαν, έχοντας –και με δική σου ευθύνη– διαμορφώσει άλλες προσδοκίες και τώρα δυσφορούν ή και αντιδρούν.

Ο δρόμος, υπαρκτός, είναι, όμως, πολύ δύσβατος και στενός. Το μείζον ζήτημα που τίθεται αυτή τη στιγμή, είναι πώς θα λειτουργήσουν στο κοινωνικό σώμα όλα αυτά τα μέτρα, τι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες θα προκαλέσουν. Αυτό, όπως έδειξε στην πράξη η κυβερνητική θητεία ΠΑΣΟΚ και συγκυβέρνησης ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, καμιά κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν το προκαθορίζει. Ακόμη κι αυτό που λέγεται, από την ηγεσία της κυβέρνησης, ότι οι πολίτες ψηφίζοντας στις εκλογές του Σεπτέμβρη γνώριζαν τη δύσκολη πολιτική που θα εφαρμοστεί, σήμερα δεν αρκεί. Διότι ο κόσμος τώρα βλέπει τα συγκεκριμένα μέτρα, που είναι επαχθή, τώρα τα συνειδητοποιεί, και αρχίζει να τα βιώνει. Από την εφαρμογή τους θα δει, βέβαια, ότι δεν είναι αυτά που λένε τα μέσα ενημέρωσης, καταστροφολογώντας και τρομοκρατώντας, ότι τα πιο εκτεθειμένα στρώματα προστατεύονται, έστω και λίγο. Όμως, το πρόβλημα του τι καταλείπουν στο κοινωνικό σώμα παραμένει και είναι οξύ. Πώς, επομένως, το αντιμετωπίζεις; Ποιο το αντίδοτο;

 

Τέσσερα αντίδοτα...

 

Το πρώτο «μέτρο», που πρέπει να υιοθετηθεί, αναφέρθηκε ήδη, είναι η ειλικρίνεια. Δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση. Αλλά, αν θέλουμε να εξουδετερωθούν τίτλοι όπως, την Παρασκευή, της «Καθημερινής», «Βαρύς ο λογαριασμός της αυταπάτης», δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικότερα όπλα. Μόνο μέσω αυτής της οδού θα καταλάβουν ότι πίσω απ’ αυτή την «αντικειμενική» κριτική που ασκείται, βρίσκεται ένα υπέρ-νεοφιλελεύθερο σχέδιο, που θα εκπονούσαν, μέρα μεσημέρι, από κοινού δανειστές–ΝΔ, ή δανειστές-ΝΔ-ΠΑΣΟΚ–ΠΟΤΑΜΙ, ότι είναι και τώρα στο τραπέζι αν αυτή η κυβέρνηση καταρρεύσει.

Το δεύτερο «μέτρο» είναι, βέβαια, η παραγωγή έργου. Έργου, που αντιπροσωπεύει την αντίληψη μιας κυβέρνησης με κορμό την Αριστερά. Η έλλειψη έργου υπήρξε το καθοριστικό στοιχείο της ήττας των προηγούμενων κυβερνήσεων, της από-νομιμοποίησής τους στη συνείδηση των ψηφοφόρων τους. Διότι δεν είχαν να παρουσιάσουν άλλο έργο απ’ αυτό το δυσβάσταχτο που τους επέβαλλαν τα μνημόνια. Πολύ περισσότερο που τα δικαιολογούσαν ως αναγκαία και σωτήρια για τη χώρα. Αυτό δεν πρέπει να ξεχαστεί από την κυβέρνηση, η οποία πρέπει με διάθεση αυτοκριτικής να δει τις ως τώρα καθυστερήσεις. Δεν οφείλονται όλες στην επιτροπεία του κουαρτέτου. Αυτό που ονομάστηκε παράλληλο πρόγραμμα πρέπει, επιτέλους, να αρχίσει, καλά επεξεργασμένο να υλοποιείται. Το κουαρτέτο, ασφαλώς, θα παρεμβάλλει εμπόδια, όντως έχει επιβάλει εργαλεία επιτήρησης, όμως πρέπει να επιχειρηθεί, βαθμιαία, όλο και πιο τολμηρά. Οι δυσκολίες, δε, που θα συναντά να είναι γνωστές στην κοινωνία, αν θέλουμε να ξαναβγεί στο δρόμο, παίρνοντας μέρος στη σύγκρουση, για να περάσουν μεγάλες και μικρές αριστερές μεταρρυθμιστικές τομές.

Το τρίτο «μέτρο», είναι η συνέχιση και διεύρυνση της πολιτικής της προστασίας των πιο εκτεθειμένων πολιτών στις συνθήκες ακραίας φτώχειας και ανασφάλειας. Αυτό, μαζί με την επιμονή στην αποφασιστική διαπραγμάτευση, θα πείθει την κοινωνία ότι, πράγματι, υπάρχει μία κυβέρνηση που αγωνίζεται, ακόμη και διαχειριζόμενη μία ήττα, να προστατεύσει τα λαϊκά στρώματα. Κάθε απλό πρόβλημα που λύνεται, ιδίως τα μικρά, αυτά που κάνουν τον απλό πολίτη να λέει, απογοητευμένος ή θυμωμένος, «τίποτε δεν άλλαξε και μ’ αυτούς», είναι πολύ σημαντικό, γιατί συνεισφέρει στη λαϊκότητα της κυβέρνησης.

Το τέταρτο «μέτρο», είναι δύο στοιχεία συμπεριφοράς. Χωρίς σεμνότητα και τήρηση ηθικών αρχών δεν θα κάνουμε τίποτε, και ό,τι θετικά κάνει η κυβέρνηση δεν θα πιάνουν τόπο. Συχνά, πίσω απ’ αυτές τις συμπεριφορές βρίσκεται η επιπολαιότητα κυβερνητικών αξιωματούχων, συχνά βρίσκεται, όμως, και η αλαζονεία. Αυτό δεν δείχνει, όταν κεντρικοί αξιωματούχοι συναντούν παράγοντες του δημοσιογραφικού ή επιχειρηματικού κόσμου ή πρώην στελέχη άλλων κομμάτων, χωρίς αυτό να είναι δημόσια γνωστό ή αυτό να προκύπτει από τους καταμερισμούς κομματικών και κυβερνητικών οργάνων;

 

...και τρεις παράγοντες

 

Προκύπτει το μείζον ερώτημα. Η μέχρι σήμερα εμπειρία, τα όσα εμπόδια απορρέουν από τα νομοσχέδια που ψηφίζονται επιτρέπουν, αφήνουν ικανό περιθώριο, μετά τα πέρας της αξιολόγησης και μιας μέτριας, έστω, συμφωνίας για το χρέος, να ασκηθεί μια πολιτική σαν αυτή που περιγράφηκε; Το αρχικό σχέδιο της κυβέρνησης, δηλαδή η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, το κλείσιμο της αξιολόγησης και μια συμφωνία για το χρέος είναι αυτονόητο ότι ανοίγουν τον δρόμο για να αναπτυχθεί η οικονομία, να πιαστούν στόχοι που μας υποχρεώνουν και να υλοποιήσουμε και τη δική μας πολιτική; Γιατί δεν θα υποστεί και ο ΣΥΡΙΖΑ τις συνέπειες άσκησης μιας μνημονιακής πολιτικής; Ποια είναι η ως σήμερα εμπειρία; Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Θα εξαρτηθεί, κατά τη γνώμη μου, από τρεις παράγοντες.

Ο πρώτος είναι ο υποκειμενικός. Το Κόμμα, η κυβέρνηση πώς θα αντιδράσουν στις δυσκολίες που θεσμοθετούνται με τα μέτρα; Πώς θα αντιμετωπίσει μια συνασπισμένη, σχεδόν, αντιπολίτευση, που διαστρεβλώνει και τρομοκρατεί κινδυνολογώντας; Πώς δεν θα νομοθετηθούν πολιτικές επηρεασμένες από πιέσεις εσωτερικών κέντρων; Πώς θα οργανωθεί η δουλειά, έτσι που να παράγεται έργο και να προχωρά η υλοποίησή του; Αν συνειδητοποιηθεί η ιστορικότητα της περιόδου που ζούμε, η ιστορικότητα της ευθύνης μας τότε μπορεί να είμαστε αισιόδοξοι ως προς αυτό.

Ο δεύτερος, πολύ σοβαρότερος παράγοντας, είναι τα όρια που επιτρέπουν για να κινηθούμε, οι συμφωνίες, τα ψηφισμένα προαπαιτούμενα και όσα εκκρεμούν, καθώς και η συμπεριφορά των θεσμών. Εδώ, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, να δούμε κατάματα την πραγματικότητα. Οι δεσμεύσεις που ψηφίζουμε είναι αυστηροί περιορισμοί. Η συμπεριφορά, κατά τη διαπραγμάτευση, των εκπροσώπων των δανειστών, ήταν συχνά απαράδεκτη, επιχειρούσαν να καθορίσουν και τις λεπτομέρειες των μέτρων, θέλοντας έτσι να ενσταλάξουν, όσο μπορούσαν βαθύτερα, τη νεοφιλελεύθερη ουσία των μέτρων. Από την άλλη μεριά, με το τέλος της αξιολόγησης, ένα 70% των μέτρων που είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε, έχουν παρθεί, ενώ οι δανειστές δεν είναι πλέον τόσο ενιαίοι όσο στο παρελθόν. Ταυτοχρόνως, αρχίζει να μετράει θετικά και η εμπειρία που αποκτά η ελληνική πλευρά.

Ο τρίτος παράγοντας, είναι οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Η ΕΕ, είναι φανερό, δεν βρίσκεται σε ισορροπία, αλλά σε μια επικίνδυνη πολιτική ρευστότητα ή σωστότερα σε αδυναμία να κυβερνηθεί με πυξίδα τη λιτότητα. Η «μεγάλη συμφωνία», πλέον, δεν έχει την απαραίτητη ηγεμονία. Ρήγματα υπάρχουν και προς τα Αριστερά, όπως στην Ισπανία ή και την Ιταλία, αλλά και προς τα δεξιά όπως στη Γαλλία. Το επόμενο διάστημα, πιο πιθανό, το κλίμα θα είναι ευνοϊκότερο για την ελληνική κυβέρνηση.

 

Αποφασιστικές δοκιμές

 

Αυτή είναι, περίπου, η δύσκολη πραγματικότητα, όπου είμαστε υποχρεωμένοι να κινηθούμε μετά το Eurogroup της Τρίτης, με βάση και την πρόβλεψη ότι η συμφωνία για το χρέος θα είναι ένας κάποιος συμβιβασμός, μεταξύ Γερμανίας – ΔΝΤ, εγγύτερα στις γερμανικές θέσεις. Χωρίς αυταπάτες ότι στο οικονομικό πεδίο όλα θα πηγαίνουν απρόσκοπτα, θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η προσπάθεια, η παραγωγή έργου. Μη διστάζοντας να δοκιμάσουμε ακόμη και τους περιορισμούς που μας επιβάλλονται, με καλά επεξεργασμένες θεσμικές παρεμβάσεις, με επιμονή και αποφασιστικότητα.

Ως το συνέδριο το οποίο για να είναι ουσιαστικό θα πρέπει να γίνει, πλέον, τον Οκτώβρη, θα έχουμε μια ικανή εμπειρία από την υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης, και θα μπορούμε να καθορίσουμε τα επόμενα βήματα.

 

 

Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet