Η πρόσφατη εξαγγελία του ανοίγματος των φακέλων πολιτικών φρονημάτων, που είχαν απομείνει από την καταστροφή του 1989, αποτελεί μια πολύ σημαντική εξέλιξη, όχι μόνο για την ιστορική έρευνα αλλά και στο πλαίσιο της αναγνώρισης του δικαιώματος του πολίτη να γνωρίζει την ιστορία του και να έχει πρόσβαση στα τεκμήρια της. Δεν γνωρίζουμε, ακόμη ακριβώς, τους όρους και τους χρόνους των διαδικασιών που θα ακολουθηθούν, διαδικασίες που απαιτείται να σεβαστούν τα ιδιαίτερα ευαίσθητα ζητήματα που συνεπάγεται η διαχείριση τεκμηρίων με, κατά τεκμήριο, πλήθος προσωπικών στοιχείων και συχνά ανυπόστατων κατηγοριών. Στο κείμενο που ακολουθεί, κείμενο που γράφτηκε λίγες μέρες πριν την εξαγγελία του ανοίγματος και παρουσιάστηκε στο πρώτο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου (www.eemeke.org), σκιαγραφείται τόσο η ιστορία της διάσωσης αυτών των 2.000 περίπου φακέλων, όσο και οι λόγοι που επέβαλλαν μια απόφαση όπως αυτή που ελήφθη.

karamanolakis

Του Βαγγέλη Καραμανωλάκη*

Στις 6 Ιουλίου 1989, ο Τζανής Τζανετάκης, πρωθυπουργός της νεοσύστατης κυβέρνησης συνεργασίας των κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, δημοσιοποίησε στη Βουλή τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του, με μια από τις πλέον σημαντικές, την παγίωση της εθνικής συμφιλίωσης. Στο πλαίσιο αυτού του γενικόλογου στόχου, το απόγευμα της 29ης Αυγούστου, υπερψηφίστηκε από το σύνολο της Ελληνικής Βουλής, σε ειδική συνεδρίαση, ο νόμος για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου. Την ίδια ημέρα, το πρωί, πραγματοποιήθηκε η καύση περίπου 17.500.000 φάκελοι πολιτικών φρονημάτων, ενώ σε δηλώσεις του αργότερα ο τότε υπουργός Δημοσίας Τάξης Ιωάννης Κεφαλογιάννης υπολόγιζε τον αριθμό στο διπλάσιο.
Η συγκρότηση και ενημέρωση των φακέλων αποτέλεσε μια κεντρική κρατική λειτουργία για δεκαετίες από το Μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα μάλιστα από όταν στην μεταπολεμική Ελλάδα καθιερώθηκε το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Δημόσια έγγραφα που προέκυπταν από τη σχέση του κράτους και των υπηρεσιών του με τον πολίτη (πιστοποιητικά κ.ά.) αλλά και πληροφορίες που συνάγονταν από την παρακολούθηση του σε διάφορες στιγμές της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής. Παρακολούθηση νόμιμη/θεσμική από τις αρχές ασφαλείας αλλά και παράνομη/εξωθεσμική στο πλαίσιο παρακρατικών μηχανισμών που είχαν δημιουργηθεί για αυτό το σκοπό. Στις σελίδες τους αποθησαυρίστηκαν μυριάδες πληροφορίες για ανθρώπινες ζωές, νοοτροπίες, στάσεις, αντιλήψεις, ιδεολογίες που χαρακτήρισαν την ελληνική κοινωνία. Παρόλο που θεωρητικά η διαδικασία αυτή διακόπηκε το 1974, με την κατάργηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, όχι με τη συχνότητα και την έκταση των προηγουμένων.
Όλες αυτές οι πληροφορίες συγκεντρώνονταν για πολίτες που ανήκαν πολιτικά κυρίως στην Αριστερά. Δεν περιορίστηκαν όμως σε αυτούς. Αφορούσαν ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ιδιαίτερα σε περιόδους όπως εκείνη της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας, όπου η παρακολούθηση επεκτάθηκε σε οποιονδήποτε θεωρούταν ως αντίπαλος του καθεστώτος.

Για λόγους «δημοσίου συμφέροντος»

karamanolakis2

Η καταστροφή των φακέλων έγινε παρά τις αντιδράσεις ισχυρής μερίδας του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης, και παρά τις συντονισμένες δράσεις ιστορικών και αρχειονόμων, οι οποίοι προέβησαν σε συλλογικές και ατομικές διαμαρτυρίες. Σημειώνω, ενδεικτικά την αρθρογραφία του Φίλιππου Ηλιού, του Σπύρου Ασδραχά, του Αντώνη Λιάκου και άλλων ιστορικών. Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί η δυνατότητα σε ορισμένα πολιτικά κυρίως πρόσωπα, ποτέ δεν ανακοινώθηκε σε ποια, να παραλάβουν τους φακέλους τους. Παράλληλα, αποφασίστηκε η διάσωση περίπου 2.000 φακέλων για λόγους «έντονου ιστορικού ενδιαφέροντος». Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης, οι φάκελοι θα δίνονταν στη δημοσιότητα μετά από 20 χρόνια, μέχρι τότε ούτε οι ίδιοι οι «δικαιούχοι» θα μπορούσαν να τους δουν.
Τον Σεπτέμβριο του 2009, με σχετική απόφαση των αρμόδιων υπουργείων, η οποία δημοσιεύθηκε χωρίς καμιά προηγούμενη δημόσια συζήτηση, αποφασίστηκε η παράταση για ακόμη 20 χρόνια της απαγόρευσης της πρόσβασης. Πρόκειται για μια απόφαση η οποία γνώρισε ελάχιστη δημοσιότητα και δεν προκάλεσε την αντίδραση που θα περίμενε κανείς με βάση την εμπειρία του 1989. Και πάλι για άλλη μια φορά λόγοι δημόσιου συμφέροντος, όπως αόριστα επικαλείται η απόφαση, επέβαλλαν «τη μη γνωστοποίηση του περιεχομένου των φακέλων ατομικών φρονημάτων πολιτών». Σημειώνω, ότι ποτέ δεν δημοσιοποιήθηκαν ποιοι φάκελοι διατηρήθηκαν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις δεν το γνωρίζουν ούτε οι οικογένειές τους, ενώ δεν υπήρξε αναλυτική αιτιολόγηση των λόγων που διατηρήθηκαν οι συγκεκριμένοι. Υποθέτω ότι η επιλογή τους βασίστηκε σε καταλόγους που είχαν συντάξει κυρίως τα δυο τότε κομμουνιστικά κόμματα, σε μια προηγούμενη στιγμή όλης αυτής της ιστορίας, το 1984, όταν η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε αποφασίσει την καταστροφή τους, χωρίς όμως στη συνέχεια να προχωρήσει σε αυτό.
Η καταστροφή των φακέλων αποτέλεσε μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Η Ελλάδα είναι μάλλον η μόνη χώρα από μια σειρά αντίστοιχων περιπτώσεων διεθνώς, η οποία προχώρησε στην ολοσχερή καταστροφή των φακέλων και μάλιστα αρκετά ύστερα, 15 χρόνια, από τη θεσμική κατάργησή τους. Αντίστοιχες εκτεταμένες καταστροφές αρχείων συνδέονται κυρίως με την προσπάθεια των αυταρχικών καθεστώτων να εξαφανίσουν τα ίδια τα ίχνη των εγκλημάτων τους, όπως έχει γίνει λ.χ. με το καθεστώς απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική είτε από τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας, χωρίς όμως επιτυχία στη δεύτερη περίπτωση.

Για να προστατέψουμε ποιόν από ποιόν;

karamanolakis3

Δεν είμαι εδώ σήμερα για να συζητήσω για τους λόγους αυτής της πρωτοτυπίας, παρόλο που για όσους ασχολούμαστε με την σύγχρονη ελληνική ιστορία αποτελεί ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα. Δεν είμαι εδώ επίσης για να κλάψω επί της τέφρας των φακέλων. Είμαι για να συζητήσω μαζί σας από εδώ και πέρα με βάση δυο δεδομένα. Το πρώτο είναι η διεθνής εμπειρία, και το δεύτερο η χρονική απόσταση που υπάρχει από τα γεγονότα που συζητάμε. Από την καύση των φακέλων έως σήμερα έχουν περάσει 27 χρόνια.
Μιλώ για διεθνή εμπειρία, καθώς το ζήτημα των αρχείων αρχών ασφαλείας, όπως οι ελληνικοί φάκελοι, έχει απασχολήσει και απασχολεί κοινωνίες δεκάδων χωρών, οι οποίες έζησαν τη μετάβαση σε άλλα καθεστώτα διακυβέρνησης. Προηγήθηκε ο ευρωπαϊκός νότος, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, χώρες που γνώρισαν τη μετάβαση στη δημοκρατία, τη δεκαετία του 1970. Ακολουθούν οι χώρες του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και οι χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες εκλήθησαν να διαχειριστούν το ζήτημα των συγκεκριμένων αρχείων, την αξιοποίησή τους, τις δυνατότητες πρόσβασης κλπ. Εκτός από τις εθνικές πολιτικές και μια σειρά από διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Συμβούλιο Αρχείων ή η ΟΥΝΕΣΚΟ διαχειρίστηκαν το ζήτημα αυτών των αρχείων συγκροτώντας μια σειρά από κανόνες και διαδικασίες που επιτρέπουν τόσο την άσκηση του αναφαίρετου δικαιώματος του πολίτη στη γνώση, όσο όμως και την προστασία αυτών που θίγονται. Υπάρχει λοιπόν ήδη μια μεγάλη εμπειρία και σώματα θεσμοθετημένων κανόνων που θα μπορούσε η ελληνική πολιτεία να χρησιμοποιήσει.
Στις περισσότερες από τις κοινωνίες στις οποίες αναφερόμαστε το ζήτημα της αξιοποίησης αυτών των αρχείων συνδέθηκε με ζητήματα αποζημιώσεων, δικαστικών διώξεων, αναζήτησης ενόχων, καθώς όλη η διαδικασία έλαβε χώρα στο πλαίσιο της μετάβασης, σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Στην Ελλάδα μιλάμε για έναν πολύ μικρό αριθμό αντίστοιχων τεκμηρίων, 40 χρόνια μετά την Μεταπολίτευση και 65 χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου. Για ποιο λόγο κρατάμε κλειστούς αυτούς τους λιγοστούς φακέλους που διασώθηκαν από την πυρά, για να προστατέψουμε ποιόν από ποιόν; Ας μην κοροϊδευόμαστε! Το άνοιγμα αυτών των φακέλων δε θα πρόσφερε κάποια καινούργια συγκλονιστική αποκάλυψη για την ελληνική ιστορία, ούτε θεωρώ ότι θα μετέβαλε τη συνολική εικόνα που έχουμε για το ρόλο λ.χ. της Αστυνομίας την περίοδο αυτή. Δεν είναι αυτός ο λόγος που θα υποστήριζα την ανάγκη διάθεσης αυτών των τεκμηρίων στην έρευνα. Υπάρχουν άλλοι λόγοι πιο σημαντικοί.

Ανάγκη κατανόησης της ελληνικής κοινωνίας

Είπα, προηγουμένως, ότι τα αρχεία αυτά δεν πρόκειται να μας φέρουν στο φως καινούργια συγκλονιστικά στοιχεία, με την έννοια των «δημοσιογραφικών» αποκαλύψεων. Μπορούν όμως να αποτελέσουν έναν μοναδικό κρίκο στην προσπάθεια μας να κατανοήσουμε την ελληνική κοινωνία στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας των μεγάλων αλλαγών. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, επαναστάσεις, δικτατορίες, εμφύλιοι, πρωτοφανείς τεχνολογικές εξέλιξεις. Μια περίοδος που άλλαξε νοοτροπίες αιώνων. Ας σκεφτούμε λίγο την ελληνική εμπειρία. Ας σκεφτούμε τις μεγάλες αλλαγές που συνέβησαν, τους πρόσφυγες, τους απότομους κοινωνικούς μετασχηματισμούς λόγω της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, τις πολεμικές αιματοχυσίες, τον εμφύλιο, την κρατική καταστολή. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ιστορία αν δεν εντάξουμε στο εσωτερικό της και την ιστορία των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας; Και πώς θα κατανοήσουμε την ιστορία των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας αν δεν την συνδέσουμε με τη συνολική ιστορία της χώρας, με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές;
Σε αυτή τη διαδικασία η μελέτη αυτού του σώματος των φακέλων μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Ως η απόληξη των διαδικασιών ενός τεράστιου μηχανισμού που διέτρεξε την ελληνική κοινωνία. Τα αρχεία της αστυνομίας είναι γεμάτα, όσο μπορώ να ξέρω, στοιχείων που αφορούν τη συγκρότηση αυτών των φακέλων: εγκύκλιοι, υπηρεσιακά σημειώματα, εκθέσεις. Κατά δεύτερο λόγο η μελέτη ενός σχετικά εκτεταμένου σώματος πηγών θα μας επέτρεπε να τοποθετήσουμε τους φακέλους δίπλα σε όλα εκείνα τα υλικά που έχουν διασωθεί, κάποια από αυτά στο Μοναστηράκι και σε ιδιωτικές συλλογές, και αφορούν την παρακολούθηση όχι μόνο από την Ασφάλεια, αλλά και από μια σειρά από υπηρεσίες του Δημοσίου. Υπουργεία, οργανισμοί, στρατός, λιμενικό κ.ά. διατηρούσαν φακέλους για τους εργαζόμενους τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η παρακολούθηση ή η ενημέρωση δεν αφορούσε μόνο την πολιτική τους δράση ούτε περιορίζονταν στην κομματική τους δραστηριότητα. Αφορούσε και την προσωπική του ζωή, τι εφημερίδα διάβαζε, με ποιους έκανε παρέα, σε ποιες εκδηλώσεις πήγαινε, αλλά και την επαγγελματική του, στο μέτρο άλλωστε όπου η αντίστοιχη παρακολούθηση γινόταν στο χώρο δουλειάς, στο δημόσιο, με βάση τόσο τις αναφορές των προϊσταμένων όσο και τις καταγγελίες άλλων συναδέλφων του. Αυτή η παρακολούθηση δεν αφορούσε μόνο τους «ενεργούς» αριστερούς, αλλά και όσους στο παρελθόν είχαν εμπλακεί στην Αριστερά ή είχαν οικογενειακούς ή άλλους δεσμούς με πρόσωπα που συνδέονταν με αυτό τον πολιτικό χώρο. Πρόκειται για έναν τεράστιο διαπαιδαγωγητικό μηχανισμό στην ιδέα ότι ο πολίτης θα πρέπει να παραμείνει ανενεργός, να μην αναπτύξει τη δική του πολιτική δράση ή να βρεθεί με το μέρος της εξουσίας η οποία αλλιώς έχει τη δύναμη να τον συντρίψει. Μια εμπειρία που γεννούσε έναν εσωτερικευμένο φόβο, την ανάγκη υποταγής σε μια ανώτατη αρχή που μπορούσε να παρακολουθεί τα πάντα, τιμωρώντας ή επιβραβεύοντας. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο που εξελίχθηκε η ελληνική κοινωνία αν δεν κατανοήσουμε αυτόν τον φόβο;

Κρίσιμο το άνοιγμα των αρχείων

Χρησιμοποίησα πολλές φορές την λέξη κατανόηση για να υπογραμμίσω το αυτονόητο. Ο στόχος της ιστορικής έρευνας και επεξεργασίας δεν είναι η καταδίκη ή ο έπαινος, δεν είναι η διχοτόμηση σε καλό ή κακό. Είναι η ανάγκη κατανόησης των σύνθετων κοινωνικών πραγματικοτήτων, η επεξεργασία των πιο σκοτεινών πλευρών, των πιο απόκρυφων μηχανισμών της εξουσίας. Όποιοι πίστευαν ότι η κοινωνική συμφιλίωση και η υπέρβαση των τραυμάτων του παρελθόντος μπορούσε να βασιστεί στη λήθη, στην καταστροφή των τεκμηρίων που προέρχονται από αυτό, νομίζω ότι διαψεύστηκαν. Αν είναι κάτι που μπορεί να εξασφαλίσει την πραγματική συναίνεση είναι η γνώση του παρελθόντος και η επεξεργασία του. Και με αυτή την έννοια το άνοιγμα αυτών των αρχείων είναι κρίσιμο για τη λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και τον διαπαιδαγωγητικό ρόλο που πρέπει να ασκεί η Πολιτεία. Δεν είναι μόνο ότι η διάθεση των αρχείων στην έρευνα και στον πολίτη αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του τελευταίου. Είναι, επίσης, ότι η διάθεση των συγκεκριμένων αρχείων στην έρευνα αποτελεί πράξη δημοκρατικής ευθύνης, στηρίζεται στην ιδέα της διαφάνειας που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε πράξη της Πολιτείας, στη συγχρονία και αναδρομικά, ενισχύει, πέρα από στερεότυπα, φόβους και προκαταλήψεις τη σχέση των σωμάτων ασφαλείας με τον πολίτη.
Τι θα έπρεπε λοιπόν να γίνει με τους φακέλους; Νομίζω ότι η μόνη ενδεδειγμένη λύση είναι το άνοιγμά τους στην έρευνα. Έως τότε θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να υπάρξει η δημοσιοποίηση, τουλάχιστον, των ονομάτων των φακέλων που έχουν διατηρηθεί. Δεν μπορεί αυτό το υλικό να παραμένει επτασφράγιστο μυστικό. Ποιος βεβαιώνει ότι κάποιο από τα τεκμήρια που περιέχει δεν μπορεί να καταστραφεί σε οποιαδήποτε στιγμή; Ο στόχος, επίσης, θα έπρεπε να είναι η συγκέντρωση αντίστοιχων τεκμηρίων που είμαι σίγουρος βρίσκονται ακόμη στα αρχεία αστυνομικών υπηρεσιών σε όλη τη χώρα, αποτέλεσμα της έκτασης του φαινομένου αλλά και της ανοργανωσιάς του ελληνικού δημοσίου. Δεν χρειάζεται να επιμείνω σε αυτό. Τα σχετικά υλικά που κυκλοφορούν κατά καιρό σε παλαιοπωλεία ή σε ιδιωτικές συλλογές το πιστοποιούν. Μια τελευταία παρατήρηση. Όλα αυτά για τα οποία συζητώ εδώ δεν είναι εύκολες διαδικασίες. Απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις την υπέρβαση νοοτροπιών, στάσεων, δικαιολογημένων και αδικαιολόγητων φόβων. Νομίζω ότι η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η αυστηρή τήρηση της δεοντολογίας, η υιοθέτηση όλης της επιστημονικής μεθοδολογίας που απαιτείται. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει από θεσμούς όπως τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ή η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία μια σημαντική δουλειά. Το δεύτερο στοιχείο που απαιτείται είναι ένας ειλικρινής και γόνιμος διάλογος ανάμεσα σε ιστορικούς, αρχειονόμους, εγκληματολόγους και σε όλους εκείνους που συγκρότησαν και ανέλαβαν τη φύλαξη αυτών των αρχείων. Και με αυτή την έννοια θα ήθελα να εκφράσω τη χαρά και την ικανοποίησή μου για τη σημερινή διοργάνωση, η οποία ελπίζω ότι θα είναι η αρχή μιας ευρύτερης συζήτησης.

* Ο Β. Καραμανωλάκης είναι επίκουρος καθηγητής Θεωρίας της Ιστορίας και Ιστοριογραφίας στο ΕΚΠΑ. Το κείμενο παρουσιάστηκε στις 24/5/2016 σε στρογγυλό τραπέζι στο πλαίσιο του συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου (ΕΕΜΕΚΕ) με θέμα: «Εξουσίες, επιστημονική ουδετερότητα και εγκληματολογικός λόγος». Συνομιλητές: Σοφία Βιδάλη, Νίκη Μαρωνίτη, Κωνσταντίνα Μπότσιου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet