Του Κωστή Γιούργου

Σε εποχές σαν αυτή που ζούμε, όπου η βουλιμία των ολίγων χαράζει κυνικά τη γραμμή της αντιπαράθεσης με τους πολλούς, η ψυχική παρόρμηση πράττει τα αυτονόητα, όταν υψώνει φωνή για να υπερασπιστεί αξίες που υπερβαίνουν τη συγκυρία, τους καταναγκασμούς και τις υπαγορεύσεις της. Ξέρει το κόστος. Η ελεύθερη συνείδηση έχει προκαταβάλει το τίμημα της γνώσης των πράξεων και των παραλείψεών της, το τίμημα της ελευθερίας της. Ξέρει, επίσης, τα όρια αυτής της ελευθερίας -και το τίμημα της καταπάτησής τους. Άρα πράττει «εν επιγνώσει». Και, άρα, μόνο «εν επιγνώσει» μπορεί να κριθεί.
Η περίπτωση της παραίτησης της σ. Βασιλικής Κατριβάνου από το βουλευτικό αξίωμα. Διαβάζουμε με πολλή προσοχή τη σχετική δήλωσή της. Όταν λέει ότι πρόκειται για «μια απόφαση πολύ δύσκολη, πολιτικά και προσωπικά, αλλά αναγκαία για μένα», καταλαβαίνουμε σε ποιες λέξεις επιλέγει να δώσει έμφαση. Και το σεβόμαστε. Δεν μας είναι ξένη η ιδέα ότι «υπάρχουν φορές που όσο κι αν προσπαθείς να εξορθολογίσεις κάτι, δεν μπορείς να το κάνεις». Όσο κι αν ο πειρασμός του πραγματισμού εξανίσταται μέσα μας και παροτρύνει τη λογική να υπενθυμίσει στο συναίσθημα ότι η εμπειρία στη Βουλή της περασμένης Κυριακής δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, κατακέφαλα κανενός απ’ τους βουλευτές μας, αλλά απολύτως μέσα στη λογική του αναμενόμενου από τον περασμένο Ιούλιο –εντός της οποίας λογικής εντάσσονται και οι εκλογές του Σεπτεμβρίου, μην το ξεχνάμε αυτό– θα ήταν ανέντιμο να μην παραδεχτούμε ότι ασφυκτιούμε και εμείς, νιώθοντας «κάθε μέρα να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη μιας συνεχούς επιτροπείας, που κάνει ασφυκτικά τα περιθώρια άσκησης πολιτικής, που ακυρώνει ουσιαστικά τη δυνατότητα να αλλάξει η ζωή μας». Αναζητούμε και εμείς, χωρίς να γυρεύουμε άλλοθι στο ότι δεν είμαστε εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού, τους λόγους που υποχρεώνουν να «εφαρμ��ζουμε μέτρα και πολιτικές που έρχονται σε αντίθεση με τον πυρήνα των αξιών και της πολιτικής μας». Ξέρουμε, συνάμα, ότι χρωστάμε να ακούσουμε με σεβασμό τη σύντροφο, όταν προσθέτει με αφοπλιστική ειλικρίνια: «Ταυτόχρονα όμως αδυνατώ να σκεφτώ οποιαδήποτε αξιόπιστη εναλλακτική». Εδώ, ας αναλάβει το πολιτικό κριτήριο του καθενός από εμάς να αποφασίσει αν η επιλογή μπορεί ή όχι να υπερασπιστεί τον εαυτό της, υπό το βάρος αυτής της τελευταίας φράσης. Έχει αυτό το δικαίωμα.

Μια δύσκολη απόφαση

Ας ακουστεί, όμως, ως το τέλος του νοήματός της η δήλωση: «Είναι, για μένα, ένα βαθύ πολιτικό και υπαρξιακό αδιέξοδο για το τι κάνουμε (και ξέρω ότι το ζουν βασανιστικά πολλές και πολλοί από τον κόσμο της Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα, ανεξάρτητα από τη στάση που επιλέγει τελικά ο καθένας), και δεν θεωρώ ότι κάποιος αυτή τη στιγμή έχει τη λύση. Φυσικά, το βαθύ αυτό αδιέξοδο δεν λύνεται μιλώντας για “προδότες” και “προδοσία”, αντίθετα ένας τέτοιος λόγος όχι μόνο συσκοτίζει τα πράγματα, αλλά μας βυθίζει ακόμα πιο βαθιά στο τέλμα». Χωρίς άλλο σχόλιο: η κατάληξη επιβεβαιώνει καθαρά ότι η δήλωση επιλέγει να έχει περισσότερο πολιτικό και λιγότερο προσωπικό βάρος, ότι η συντάκτης της παραμένει ενεργή πολιτική συνείδηση και δράση, αν ποτέ υπήρξε αμφισβήτηση επ’ αυτού. Παραμένει, άλλωστε, όπως το κατέστησε σαφές η ίδια, στον ΣΥΡΙΖΑ. Καλούμαστε, συνεπώς, να αξιολογήσουμε τη δήλωση όχι αποσπασματικά, αλλά στο σύνολό της. Το κάνουμε, αφήνοντας στη σύντροφο την ευθύνη της διαχείρισης της συνέχειας. Αναγνωρίζοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια δύσκολη απόφαση, που μπορεί να υπερασπιστεί τα δίκια της στο βαθμό που όντως υπαγορεύτηκε από υψηλό αίσθημα προσωπικής ευθύνης.

Μήπως είναι καιρός;

Αλλά το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τόσο αυτή καθεαυτήν, όσο το ότι εντάσσεται σε μια γενικότερη συμπτωματολογία, που πρέπει να τελειώνει, διότι κάποιες από τις συνέπειες μπορεί να αποδειχθούν μη διαχειρίσιμες. Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι με την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά, είμαστε όλοι, συλλογικά και ατομικά, κυριευμένοι από το δέος ευθυνών που δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουμε εκ των προτέρων. Μας πιέζει η ανάγκη να αρθούμε ταχύτατα στο ύψος των περιστάσεων και, αποχαιρετώντας την ευκολία των αντιπολιτευτικών αγορεύσεων, να συμμορφωθούμε με την ανάγκη ωρίμανσης που απαιτεί η ιστορική πρόκληση. Ωρίμανση που, το ξέρουμε, έχει κόστος προσωπικό, που όμως είναι απείρως μικρότερο από το κόστος μιας απόφασης του ΣΥΡΙΖΑ να αποποιηθεί την πρόκληση, επιλέγοντας τη βέβαιη απώλεια κάθε κοινωνικής –και άρα ιδεολογικής και πολιτικής– αναφοράς, τη βέβαιη αυτοκτονία της Αριστεράς.
Απ’ αυτό ορμώμενος, καταδύομαι στον ανήσυχο όσο και ειλικρινή προβληματισμό, δημόσιο και ιδιωτικό, λίγο πριν και αμέσως μετά την ψηφοφορία στη Βουλή την περασμένη Κυριακή. Και αλιεύω, για μυριοστή φορά, την ίδια εμμονή στην «ήττα του Ιούλη». Είναι ενδεικτική της συμπτωματολογίας που προανέφερα. Και αναρωτιέμαι. Καιρός δεν είναι να ξανασκεφτούμε τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «ήττα», αναφερόμενοι στον Ιούλιο του 2015; Ή, καλύτερα, τι εννοούμε όταν, λέγοντας «ήττα», παραπέμπουμε, άθελά μας ίσως, σε κάποιας λογής «νίκη»; Κοντολογίς, τι θα ήταν «νίκη του Ιούλη»; Σε σύγκριση με τι ήταν ο Ιούλιος του 2015 ήττα;
Τη ρήση «Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» το προχειρολόγιό μου την απέδιδε στον Αριστοτέλη, πριν ανακαλύψω ότι η πατρότητά της ανήκει στον σκληροτράχηλο πρώτο Γερμανό καγκελάριο, Όττο φον Μπίσμαρκ. Αυτόν που ο Γκιόργκι Πλεχάνωφ (Η Φιλοσοφία της Ιστορίας και ο Ρόλος της Προσωπικότητας) μου υπενθύμισε ότι, «Μπορεί κανείς να μην αισθάνεται καμιά συμπάθεια για τη δράση του, όμως δεν μπορεί να πει πως ήταν ασήμαντη». Προσθέτοντας ότι, αυτόν είχε κατά νου ο γερμανός σοσιαλιστής Φερντινάν Λασάλ όταν έλεγε: «Οι υπηρέτες της αντίδρασης δεν είναι ωραίοι αγορητές, αλλά μακάρι να έδινε ο Θεός να είχε και η πρόοδος πολλούς τέτοιους υπηρέτες».



Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet