Οπως φαίνεται, θα συζητάμε πολύ καιρό ακόμα για τα αποτελέσματα της Ευρωομάδας της 24ης Μαΐου. Όχι τόσο εξαιτίας των μικρότερων ή μεγαλύτερων ουρών που άφησε το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης, όσο γιατί θα έχουμε ανάγκη να κατανοήσουμε τι ακριβώς συνέβη με την ελάφρυνση του χρέους και, συνεπώς, τι περιθώριο θα έχουμε να κινηθούμε ως οικονομία και ως λαός.
Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει η ροπή να συζητάμε με κραυγαλέο μάλλον παρά με διαφωτιστικό τρόπο. Ακραίο παράδειγμα η άμεση επίσημη εκτίμηση της ΝΔ ότι η κυβέρνηση «τα έδωσε όλα και δεν πήρε τίποτα», που δεν έπεισε ούτε τους επικοινωνιακούς υποστηρικτές της. Αν, όμως, η ΝΔ έχει την πολυτέλεια ή την απρονοησία να συμπεριφέρεται μ’ αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση δεν έχει οποιοδήποτε περιθώριο να κάνει ανάλογο λάθος.

Στο αντίθετο ρεύμα

Η αλήθεια είναι ότι πολλά την ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πρώτα απ’ όλα, η ανάγκη που νιώθουμε όλοι, λόγω της αφόρητης κοινωνικής κόπωσης, να πούμε ότι όλα τελείωσαν πια. Κατόπιν, υπάρχει το δικαιολογημένο, πλην ιδιοτελές ενδιαφέρον να αποκομιστεί κομματικό όφελος από μια τόσο μεγάλη διαπραγματευτική προσπάθεια. Τέλος, στην ίδια κατεύθυνση ωθεί η πραγματική ανάγκη να αντιμετωπιστεί η καθαρά προπαγανδιστική επίθεση της ΝΔ, αλλά με μια λανθασμένη τακτική, δηλαδή με μια προσπάθεια να παρουσιαστεί πρόσβαρο το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.
Η αντικειμενική απογραφή και αποτίμηση των αποτελεσμάτων της Ευρωομάδας δεν είναι απλώς ενημερωτική υποχρέωση, είναι ζωτική ανάγκη, τόσο για την ίδια την κυβέρνηση, όσο και για τα λαϊκά στρώματα που πληρώνουν το τίμημα. Η εκτίμηση ότι μια κάποια βελτιωμένη παρουσίαση της πραγματικότητας θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη διάθεση της λεγόμενης επιχειρηματικότητας, δεν ευσταθεί. Η αγορά μπορεί να είναι και ψυχολογία, όπως αδόκιμα λέγεται, αλλά πάνω απ’ όλα είναι γνώση της πραγματικότητας. Και στο πεδίο αυτό είναι φανερό ότι κάθε ανακρίβεια είναι σε βάρος του απλού πολίτη και όχι του όποιου επενδυτή, που ξέρει πολύ καλύτερα από όλους μας τι ακριβώς συμβαίνει.

Η αρχή του τέλους;

Από αυτή την άποψη, είναι προτιμητέα η δήλωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου αμέσως μετά τη λήξη της Ευρωομάδας, ότι βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους μιας περιόδου λιτότητας και επιτροπείας, από δηλώσεις που διαπιστώνουν αλλαγή σελίδας ή είσοδο σε νέα εποχή. Αυτό που προκύπτει αβίαστα από τη διαφωτιστική συνέντευξη τύπου Τσακαλώτου – Χουλιαράκη την περασμένη Πέμπτη, είναι ότι είχαμε ένα πολύ σημαντικό βήμα, ποιοτικά διάφορο από τα μέχρι τώρα, ακριβώς επειδή αναγνωρίστηκε έστω μισόστομα η μη «βιωσιμότητα» του ελληνικού χρέους και η ανάγκη αναδιάρθρωσής του με συγκεκριμένα εργαλεία σε τρεις διαδοχικές περιόδους, ακόμη και μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου.
Όμως, πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι των συμπερασμάτων της Ευρωομάδας, οι δανειστές άνοιξαν τη συζήτηση περί παλαιών και νέων προαπαιτουμένων, συνδέοντάς τα με τη ροή των δόσεων,και θυμίζοντάς μας ότι υπάρχουν και θα υπάρχουν συνεχείς «αξιολογήσεις». Η κυβέρνηση, λοιπόν, πρέπει με τη σειρά της να μην ξεχνά η ίδια, αλλά να το θυμίζει με ευθύτητα σε όλους μας, ότι έχει να διαχειριστεί δύσκολους αντιπάλους σε ένα νέο ίσως, αλλά όχι ιδανικό περιβάλλον. Τα περιθώρια είναι στενά.

Αντίπαλος δεν είναι η ΝΔ

Στενά είναι, επίσης, τα περιθώρια για την κυβέρνηση λόγω της εφαρμογής επώδυνων για λαϊκά στρώματα μέτρων και ενοχλητικών για ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών. Η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει κοινωνική δυσαρέσκεια, κι αυτό δεν γίνεται με χειρισμούς, αλλά με τη διατήρηση μιας ευθείας σχέσης με όσους καλεί να την εμπιστευτούν μέσα σε δύσκολες για τους πολλούς συνθήκες. Δεν θα πρέπει να την ανησυχεί η προπαγάνδα της ΝΔ, γιατί εδράζεται σε σαθρή βάση: η ιδεολογική τοποθέτησή της υπέρ του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, η ως τώρα πολιτεία της στην άσκηση κυβερνητικής εξουσίας και η ελαφρότατη και εγγενώς αντιφατική απόπειρά της να παρουσιάσει ένα μη «λαϊκιστικό» αλλά φιλολαϊκό, υποτίθεται, πρόγραμμα αποτελούν τα αδύνατα σημεία της, που γίνονται ακόμα πιο αδύνατα υπό τη νέα ηγεσία.
Με αυτά τα όπλα μπορεί να προσελκύσει ψήφο τιμωρητική, διαμαρτυρίας, απογοήτευσης και όχι κυρίως προγραμματικής μεταστροφής. Αν η κυβέρνηση μπορέσει να ανταποκριθεί στοιχειωδώς στα καθήκοντα με βάση τα οποία αναδείχθηκε στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, η επιχείρηση της ΝΔ να κερδίσει τη μάχη στη βάση της ιδεολογικής καθαρότητάς της, η οποία ισχυρίζεται ότι την κάνει πιο ικανή να κυβερνήσει αποτελεσματικά σε συνθήκες κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου προτάγματος, μπορεί να αποδειχθεί μπούμεραγκ.

Υπάρχουν περιθώρια;

Αυτό, λοιπόν, που έχει χρέος να αποδείξει στην πράξη η κυβέρνηση, είναι ότι στις σημερινές συνθήκες υπάρχουν - και είναι σε θέση να τα αξιοποιήσει - περιθώρια άσκησης μιας πολιτικής που απαλύνει τις επιπτώσεις της λιτότητας στα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα, αντισταθμίζει με συγκεκριμένα μέτρα τις μειωτικές του λαϊκού εισοδήματος συνέπειες του μνημονίου και ταυτόχρονα ευνοεί την ανάκαμψη και αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς να υποκύπτει στις δουλείες της φοροδιαφυγής, της φοροκλοπής, της παλιάς ή μιας νέας διαπλοκής. Ότι μπορεί, δηλαδή, να κάνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υπόσχεται η ΝΔ.
Δύσκολη εξίσωση, που γίνεται ακόμα δυσκολότερη, αν ληφθεί υπόψη ότι οι οιονεί εξωγενείς παρενοχλήσεις δεν πρόκειται να πάψουν, αντίθετα θα εντείνονται στις περιόδους των επόμενων διαπραγματεύσεων για κρίσιμα ζητήματα, όπως τα εργασιακά και των σχετικών αξιολογήσεων, για παράδειγμα.
Υπάρχει ένα επικοινωνιακό «αξίωμα», σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να κερδηθεί μια πολιτική μάχη, αν δοθεί με όπλα την ειλικρίνεια, την αντικειμενική παρουσίαση της πραγματικότητας και την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης με βάση τις πραγματικές δυνατότητες και τη διάθεση για ουσιαστικές συγκρούσεις. Γνωρίζει δόξες κυρίως προεκλογικά, αλλά διατηρεί πάντα την «αξία» του. Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά που οφείλει να ανατρέψει η σημερινή κυβέρνηση. Η εντολή αυτή μάλλον εμπεριέχεται στην αυθεντική ερμηνεία της ψήφου του περασμένου Σεπτεμβρίου.

Χ.Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet