thanos

Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και τη συμφωνία για το χρέος τι; Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα, που τίθεται σήμερα και αφορά πρωτίστως την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς, δηλαδή, θα οργανώσουν και θα χαράξουν την πολιτική τους. Αφορά, όμως, και την αντιπολίτευση. Όσα διαδραματίστηκαν στη Βουλή, στο δρόμο και στις Βρυξέλλες συνιστούν ένα σταθμό που μας εισάγει σε ένα διαφορετικό τοπίο. Βρισκόμαστε σε μια νέα πραγματικότητα, που στο πολιτικό πεδίο προσδιορίζεται από τη στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και στο κοινωνικό πεδίο όχι τόσο από τις κεντρικές συνδικαλιστικές εκφράσεις εργαζομένων και επαγγελματιών, όσο από τις αντιδράσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των κοινωνικών στρωμάτων, που υπόκεινται στο βάρος των μέτρων που υποχρεώθηκε να πάρει η κυβέρνηση.
Για το τι συνιστούν τα τρία νομοσχέδια που έγιναν Νόμοι, φορολογικό, ασφαλιστικό, δημοσιονομικό, συμπεριλαμβανομένου του πολύ βαρέος Ταμείου ιδιωτικοποιήσεων και επένδυσης, όπως και του δημοσιονομικού «κόφτη» αναφερθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο. Παρά τις προσπάθειες να νομοθετηθούν τα συμφωνηθέντα είτε με βελτιώσεις, είτε με ταξική αντίληψη τα μέτρα συνιστούν ένα μεγάλο βάρος στην κοινωνία, είναι υφεσιακά, ενώ στο επίπεδο του συμβολισμού έχουν και ιδεολογικά δύσκολες πτυχές. Το επόμενο διάστημα θα δούμε πως τα βιώνουν τα κοινωνικά στρώματα που θίγονται και τι στάση διαμορφώνουν έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Το νέο στοιχείο

Το νέο στοιχείο που πρέπει να εκτιμηθεί είναι η συμφωνία για το χρέος, δηλαδή το τρίτο σημείο των σχεδιασμών της κυβέρνησης, αν τα δύο πρώτα ήταν η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και το κλείσιμο της αξιολόγησης. Τώρα, το τοπίο έχει ολοκληρωθεί, ξέρουμε πως περίπου να κινηθούμε το επόμενο μεσοδιάστημα, ενδεχομένως μέχρι το τέλος του προγράμματος το 2018 ή και ως τη λήξη της θητείας αυτής της Βουλής το 2019.
Μια συμφωνία για το χρέος η κυβέρνηση θεωρούσε, αν ήταν σχετικά καλή, ότι θα έχει δύο θετικές πλευρές. Η μία, ότι θα εκκαθάριζε το σύννεφο αβεβαιότητας για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, γεγονός που θα αποδέσμευε παραγωγικές δυνατότητες, θα έβανε εμπρός την οικονομία. Η άλλη, αφορά αυτό καθ’ εαυτό το ύψος του χρέους, το βάρος  που αντιπροσωπεύει στη δημοσιονομική διαχείριση της χώρας η εξυπηρέτησή του για μεγάλο βάθος χρόνου. Χωρίς υπολογίσιμη μείωσή του γίνεται καταδυνάστευση κάθε είδους επενδυτικής και κοινωνικής πολιτικής. Ποιο, τελικά, το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συμφωνίας;

Μέχρι τον επόμενο γύρο

Υπάρχουν και οι δύο αυτές θετικές πλευρές, που αναφέραμε, στη συμφωνία της Τρίτης, αλλά σημαντικά μειωμένες σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί, ιδίως πριν καιρό και όχι τόσο το τελευταίο διάστημα. Αν, όμως, παρακάμψουμε τις υψηλές προσδοκίες και αναλογιστούμε το βάθος της σύγκρουσης μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας, τότε μπορούμε να πούμε ότι η συμφωνία ήταν αυτή που μπορούσε να παρθεί, μέσα στο πραγματικό πλέγμα συμφερόντων που συγκρούονταν.
Η Ελλάδα για μια ακόμη φορά έγινε το «παράδειγμα» για το πώς θα διαχειριστούν το μεγαλύτερο πρόβλημα των ευρωπαϊκών χωρών, αυτό του χρέους. Όχι, βέβαια, της Ελλάδας αλλά των άλλων χωρών που την ακολουθούν. Ο αγώνας, επομένως, θα ήταν σκληρός αλλά, προπαντός, δεν θα ήταν τελικός, αλλά θα οδηγούσε σε ένα συμβιβασμό, με τις δυο πλευρές να ετοιμάζονται για τον επόμενο γύρο. Αυτό έγινε.
Η Γερμανία, δηλαδή η Ευρωζώνη, δέχθηκε για πρώτη φορά ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, όπως και ότι πρέπει να συζητηθεί η αντιμετώπισή του σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο, και μακροπρόθεσμο επίπεδο. Το ΔΝΤ υποχώρησε, από την πλευρά του, ώστε να μην ορισθούν συγκεκριμένα και ποσοτικοποιημένα τα μέτρα, όπως τα είχε δημοσιοποιήσει μια μέρα πριν, αλλά μόνο να ονομασθούν τα εργαλεία με τα οποία θα αναδιαρθρωθεί το χρέος στο μέλλον, όπως επιθυμούσε η Γερμανία, μετά το 2018, με δέσμευση  συγκεκριμένη και όχι αόριστη, όπως το 2012. Η Ελλάδα, επιπλέον, κέρδισε να ορισθεί «κόφτης δαπανών» εξυπηρέτησης του χρέους στο όριο του 15% του ΑΕΠ το χρόνο, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό (αναλυτικά μπορεί ο αναγνώστης να παρακολουθήσει όλα αυτά στη συνέντευξη με τον Κ. Μελά).

Η μάχη Γερμανίας - ΔΝΤ

Γιατί, όμως, υπήρξε τόσο μεγάλη η σύγκρουση μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας; Το ΔΝΤ ανησυχεί πολύ σοβαρά για την υγεία μεγάλων χωρών μελών της ΕΕ όπως η Ιταλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία, αλλά και η Γαλλία, των οποίων το χρέος είναι όχι απλώς προβληματικό. Επιμένει, λοιπόν, να φτιαχτεί ένας χρηματοπιστωτικός μηχανισμός, ένας κανόνας αντιμετώπισης. Συγχρόνως πιέζει, όπως και οι ΗΠΑ, να μετακινηθούν οι χώρες της Ευρωζώνης από τη λιτότητα, γιατί η προβληματική διεθνής οικονομία δεν αντέχει μια ΕΕ σε ύφεση ή περιορισμένη ανάπτυξη. Η Γερμανία, αντίθετα, επιθυμεί πρώτα να «εξυγιανθεί» δημοσιονομικά η Ευρωζώνη –πράγμα αδύνατο, βέβαια, διότι αυτή τη στιγμή δεν πειθαρχούν χώρες όπως Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία– και μετά να αντιμετωπισθεί το χρέος.
Η διαφορά είναι τεράστια, θα ξανατεθεί στο τραπέζι και έχει δίκιο ο κ. Μοσκοβισί ότι θα χρειαστούν πολλά ξενύχτια στις Βρυξέλλες ακόμη. Άρα, μια ριζική λύση για το ελληνικό χρέος, εφόσον δεν είχαν οι δύο συμφωνήσει και για την οικονομική πολιτική, ήταν αδύνατο να επιτευχθεί αυτή τη στιγμή. Αλλά συγχρόνως, αυτή η μη λύση και η βεβαιότητα ότι θα ξανάρθει το θέμα στο τραπέζι, ίσως από άλλη χώρα, αλλά πάντως το 2018 για το ελληνικό χρέος, είναι ελπιδοφόρα προοπτική.

Με τη δική της σφραγίδα

Η κυβέρνηση μετά την αξιολόγηση, με ένα βαρύ πλέγμα μνημονιακών ρυθμίσεων, με μια υποφερτή συμφωνία για το χρέος και μέσα σε ένα περιβάλλον αφόρητων περιορισμών είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στην υλοποίηση της πολιτικής της, στην παραγωγή έργου με τη δική της σφραγίδα. Αν δεν το πετύχει αυτό δεν θα μπορέσει να αντιστρέψει το εις βάρος της κλίμα. Ακόμα και αν ο Κ. Μητσοτάκης δεν είναι ακόμη ένας σοβαρός αντίπαλος.

Παύλος Κλαυδιανός

 

 

 

Ο Πούτιν στην Αθήνα και το… Άγιον Όρος

Η παρουσία του κ. Λαβρόφ δίπλα στον πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, όπως και πλειάδας επιχειρηματιών στην ακολουθία του, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι η επίσκεψή του στην Ελλάδα δεν θα περιορίζονταν σε αφιερωματικούς λόγους, στην επίσκεψη, δηλαδή, μόνο στο Άγιον Όρος. Πράγματι, αυτό αποπνέουν και οι δηλώσεις τόσο του Βλ. Πούτιν, όσο και του Έλληνα πρωθυπουργού, ακόμη και του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Πρ. Παυλόπουλου.
Ο Αλέξης Τσίπρας, αφού όρισε ως στρατηγική επιλογή τη σχέση των δύο χωρών, συνέδεσε άμεσα την αξία της επίσκεψης με τη συγκυρία για τη χώρα, «όπου γυρίζουμε σελίδα, σταματά η αβεβαιότητα, μπορούμε να κοιτάζουμε το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία και την επανεκκίνηση της οικονομίας, την παραγωγική ανασυγκρότηση, μια δίκαιη ανάπτυξη». Μίλησε επίσης για τις δυνατότητες που ανοίγονται, «τόσο οικονομικές, όσο, όμως και ενίσχυσης της σταθερότητας και της ειρήνης στην περιοχή».
Ο Βλ. Πούτιν, πιο φειδωλός, υπενθύμισε ότι στη Μόσχα και την Πετρούπολη «αναλυτικά έχουμε συζητήσει τις προοπτικές μας στην οικονομική συνεργασία». «Βεβαίως, τα προβλήματα είναι πολλά και οι συγκυρίες πιο δύσκολες, αλλά σίγουρα υπάρχουν και καλές προοπτικές» πρόσθεσε. «Και βεβαίως» παρατήρησε «πρέπει να μετουσιώσουμε τις καλές σχέσεις και τα συναισθήματα μεταξύ των δύο λαών σε απτά οικονομικά αποτελέσματα».
Ο Ρώσος πρόεδρος με άρθρο του στην «Καθημερινή» την Πέμπτη, τα «απτά αποτελέσματα» τα έκανε «πιο απτά», διεκδικώντας μερίδιο και επικείμενων ιδιωτικοποιήσεων. Δεν περιορίστηκε μόνο στον «Νότιο Αγωγό», που παραμένει πάντοτε σχέδιο στο τραπέζι. Αναφέρει ότι «η Ρωσία θα μπορούσε να συμβάλει επίσης στην αναβάθμιση των ελληνικών υποδομών στο πεδίο των μεταφορών. Πρόκειται για τη συμμετοχή ρωσικών επιχειρηματικών ομίλων στους επικείμενους διαγωνισμούς για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων των σιδηροδρομικών εταιρειών και του λιμένα της Θεσσαλονίκης. Υπάρχει και μια σειρά άλλων σχεδίων που μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τη διμερή συνεργασία».
Στο ίδιο άρθρο, ο κ. Πούτιν έδωσε και το περίγραμμα της ευρωπαϊκής του πολιτικής, εντάσσοντας και τις πολυδιάστατες, όπως χαρακτήρισε, σχέσεις της Ρωσίας με την Ελλάδα ακριβώς στο πλαίσιο αυτό. «Είναι ολοφάνερο» σημείωσε «ότι για να εξασφαλίσει η «Γηραιά ήπειρος» τη θέση που δικαιούται στη νέα διεθνή πραγματικότητα, πρέπει να συνενωθεί το δυναμικό όλων των ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας».
Ασφαλώς οι σχέσεις Ελλάδας- Ρωσίας δεν είναι, απλώς, μέρος της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που οφείλει να έχει μια κυβέρνηση της αριστεράς. Η Ρωσία είναι μια μεγάλη χώρα με διεθνή ρόλο. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να επενδύονται με υπερβολικές προσδοκίες, που στο επίπεδο της λαϊκής αίσθησης συχνά λαμβάνουν εξωπραγματικές διαστάσεις. Αυτό δεν αποφεύχθηκε την περίοδο της κορύφωσης της κρίσης των σχέσεων της χώρας με την Ευρωζώνη.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet