Της Βασιλικής Κατριβάνου

Οταν η συντακτική επιτροπή της «Εποχής» μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την παραίτησή μου, είχα μέσα μου δυο αντιδράσεις: Αφενός ότι έχω ήδη μιλήσει και δεν θέλω να ξαναπώ τα ίδια. Και αφετέρου, ότι την Εποχή την αισθάνομαι τόσο κοντινό και οικείο χώρο, που ήθελα να γράψω κάτι γι’ αυτή τη –σημαντική για μένα– απόφαση. Γιατί δεν αισθάνομαι την παραίτησή μου ως φυγή ή απόσυρση, αλλά σαν μια τοποθέτηση, προσωπική και πολιτική. Δεν μπορούσα να ψηφίσω ναι σε όλα (όπως τις προηγούμενες φορές), δεν μπορούσα να ψηφίσω τον κόφτη και το υπερταμείο. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με αυτά καθαυτά τα μέτρα (παρότι με τρομάζει πόσο εύκολα δικαιολογούμε ένα υπερταμείο διάρκειας ενός αιώνα και έναν «αυτόματο κόφτη» που καταργεί ουσιαστικά την πολιτική), αλλά και με την αίσθηση της συσσώρευσης: ότι για άλλη μια φορά πρέπει να πούμε Ναι σε κάτι που πιστεύουμε ότι είναι κακό, να καταπιούμε τη διαφωνία μας, να το παρουσιάσουμε σαν θετικό, να γίνουμε άλλη μια φορά κυνικοί του ρεαλισμού -και όλα αυτά χωρίς να έχουν συζητηθεί ούτε στις οργανώσεις και τα όργανα του κόμματος, ούτε ουσιαστικά και επαρκώς κάπου αλλού. Ταυτόχρονα, δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει κάποια σοβαρή εναλλακτική -και βέβαια όσο δεν υπάρχουν συλλογικές αναζητήσεις, δύσκολα θα «φυτρώσει» κάποια εναλλακτική. Είναι πολλά αυτά για τα οποία αμφιβάλλω, ωστόσο, θέλω να πω δυο λόγια γι’ αυτά που αισθάνομαι σίγουρη: το τι με αποδιώχνει και τι με κρατάει στον ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό που με αποδιώχνει, νομίζω ότι δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, το έχουμε αισθανθεί πολλοί και πολλές: η δικαιολόγηση με κάθε τρόπο των καταστροφικών μέτρων (ως «αναγκαίων», καλύτερων από τα αντίστοιχα της Δεξιάς), αλλά και η ωραιοποίησή τους με τη δημιουργία ενός νέου success story. Η διαρκής μετατόπιση από τις θέσεις μας, σε πεδία που δεν έχουν σχέση με το Μνημόνιο, όπως η παρουσίαση της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας ως επιτυχίας στο όνομα του ρεαλισμού. Το ότι η κυβέρνηση δείχνει τη «μεροληψία» της στη μη περικοπή των επιδομάτων των ενστόλων (κατ’ απαίτησιν του Π. Καμμένου). Και είναι κάτι πολύ «μικρά», όπως η υποδοχή του Αγίου Φωτός ή εικόνα της Παναγίας Σουμελά στο Πεντάγωνο, που με κάνουν να νιώθω εντελώς ξένη.
Και από την άλλη, το βασικό που με κρατάει δεν είναι μόνο τα θετικά που έχουν γίνει και πιστεύω ότι, σήμερα, καμιά άλλη πολιτική δύναμη εκτός του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα τα υλοποιούσε (από την ιθαγένεια και το διευρυμένο σύμφωνο συμβίωσης, μέχρι την περίθαλψη στους ανασφάλιστους και την υποδοχή των προσφύγων), αλλά ο κόσμος που πιστεύει στις αξίες της Αριστεράς και παραμένει στον ΣΥΡΙΖΑ, παλεύει και αγωνιά.

Μια σημαντική αντίφαση

Υπάρχει μια αντίφαση: ένα σημαντικό δυναμικό ανθρώπων, ιδεών και διαθέσεων μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, που όμως μένει αστήρικτο, απογοητεύεται και σταματάει να πιστεύει. Ένας φίλος μου ψυχολόγος, μου έλεγε, από τη δική του προσέγγιση, ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι το «quit and stay»: το να παραιτηθείς μέσα σου από τις προσδοκίες, αλλά να παραμένεις παθητικά σε έναν οργανισμό, σε μια διαδικασία σταδιακής απονέκρωσης.
Αν το καλοσκεφτούμε, συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έχει να γίνει ουσιαστικά από το 2012 (το μονοήμερο συνέδριο το 2014, λίγο πριν τις εκλογές, καλύτερα να το ξεχάσουμε όλοι), ενώ έχουν γίνει τόσοι σεισμοί στα τέσσερα αυτά χρόνια. Φυσικά, το συνέδριο, με τον τρόπο που γινόταν, δεν ήταν πανάκεια,·ωστόσο, η διαρκής αναβολή του σε συνδυασμό με το μαρασμό των συλλογικών διαδικασιών, ξεραίνει το τοπίο και αδρανοποιεί τους ανθρώπους.
Θα συμφωνήσουμε, οι περισσότερες και οι περισσότεροι, νομίζω, ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Ωστόσο, δεν είναι θέμα «οργανωτικό», αλλά βαθιά πολιτικό: χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις, που θα ομολογούν τα αδιέξοδα και θα προσπαθούν να περιγράψουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με αντίκτυπο στην καθημερινότητα, όπου ο άλλος να αναγνωρίζει τον εαυτό του.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet