paraskeyopoulos

Πάει λοιπόν πάλι για αναβολή το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Γράφω «πάει για αναβολή», επειδή τυπικά πρέπει την απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας να την επικυρώσει η Κεντρική Επιτροπή. Και γράφω «τυπικά», επειδή η Κεντρική Επιτροπή, μέχρι τώρα, δεν έδειξε ποτέ το απαιτούμενο σθένος για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ως ουσιαστικών δικαιωμάτων: ούτε όταν κλήθηκε να εγκρίνει σε λίστα, και όχι κάθε περίπτωση χωριστά, τους υποψήφιους για δημαρχίες και περιφέρειες, ούτε όταν ενέκρινε, πάλι με τον ίδιο τρόπο, τα τρία μέλη της Πολιτικής Γραμματείας που είναι υπουργοί, ούτε όταν ακυρώθηκε η απόφασή της για έκτακτο συνέδριο, ούτε όταν ακυρώθηκε σιωπηρά η απόφασή της για συνέδριο τον Μάιο.

Η μεθόδευση της αναβολής

Βεβαίως υπήρξαν λόγοι για όλα αυτά. Η απόφαση για έκτακτο συνέδριο τον Σεπτέμβριο ήταν λάθος και η απόφαση για τη διεξαγωγή του τακτικού συνεδρίου τον Μάιο δεν ήταν ρεαλιστική με τα δεδομένα και των δύο εκείνων φάσεων. Όμως, η Κεντρική Επιτροπή δεν συνήλθε για να εκτιμήσει τα δεδομένα, να αποφασίσει για το πρακτέο και, με δεδομένη την αναγκαστική αναβολή, να χαράξει πλαίσιο πολιτικής. Αντίθετα,  δέχτηκε να ακυρωθεί ο ρόλος της. Αυτό από μόνο του συνιστά λόγο για σύγκλιση συνεδρίου. Το ζήτημα δεν είναι τυπικό. Είναι ένα δείγμα για το πώς σχεδιάζονται – ή μάλλον δεν σχεδιάζονται – οι πρωτοβουλίες και οι ενέργειες του κόμματος και πώς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπονομεύεται η δημοκρατική-συλλογική λειτουργία του.
Εξαρχής, αφού αποκλείστηκε η διοργάνωση έκτακτου συνεδρίου, υπήρξαν στελέχη της – τυπικής και της άτυπης – ηγεσίας του κόμματος που υποστήριζαν ότι το τακτικό συνέδριο έπρεπε να αναβληθεί, προκειμένου να «τελειώσει η αξιολόγηση», να «διευρυνθεί το κόμμα», να γίνει το συνέδριο «σε κατάσταση ηρεμίας». Το πρόβλημα είναι ότι αυτά δεν συζητήθηκαν, αλλά επιβλήθηκαν δια ψιθύρων και σκόπιμων καθυστερήσεων. Βεβαίως δεν μπορούσε να γίνει συνέδριο όσο τα ηγετικά στελέχη του κόμματος, αυτά που κατέχουν κυβερνητική ευθύνη, ασχολούνταν με τη διαπραγμάτευση, και η διάρκειά της δεν εξαρτάται από την επιθυμία τους. Όλα τα άλλα επιχειρήματα δεν έχουν βάση, γιατί τι θα πει «σε κατάσταση ηρεμίας»; Κι αν είναι να μεγαλώσει το κόμμα, η προσυνεδριακή διαδικασία είναι ο καλύτερος τρόπος, εφόσον η ηγεσία, δηλαδή η Κεντρική Επιτροπή, έχει έγνοια και μπορέσει να σχεδιάσει να γίνουν οι υποθέσεις του κόμματος δημόσιες υποθέσεις: έτσι μεγαλώνουν τα αριστερά κόμματα. Νομίζω ότι αυτές οι απόψεις, πολύ περισσότερο ο τρόπος, φανερώνουν ένα έλλειμμα σεβασμού προς τα μέλη του κόμματος, τον ίδιο τον κομματικό οργανισμό – δηλαδή ένα έλλειμμα κομματικότητας.

Τα επίδικα

Εν πάση περιπτώσει, δηλαδή έχουν-δεν έχουν βάση τα επιχειρήματα υπέρ της αναβολής, υπάρχει ένα όργανο που το κρίνει, κι αυτό είναι η Κεντρική Επιτροπή, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να το κρίνει, γιατί έχει οδηγηθεί σε αφλογιστία και περιορίζεται στο ρόλο του επικυρωτή. Ως εκ τούτου, από τα κεντρικά ζητήματα του συνεδρίου χρειάζεται να είναι ο απολογισμός της Κεντρικής Επιτροπής, όχι σαν απλή παράθεση γεγονότων, αλλά σαν διερεύνηση και εκτίμηση των λόγων που την οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση της αφλογιστίας, και μάλιστα την πιο κρίσιμη στιγμή. Αυτό χρειάζεται να εκτιμήσει το συνέδριο και να προσπαθήσει να το θεραπεύσει.
Το δεύτερο ζήτημα που χρειάζεται να εξετάσει το συνέδριο είναι πώς ενσωματώνεται στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ η νέα κατάσταση, την οποία τώρα πια ξέρουμε, και η οποία έχει δύο πλευρές. Η μία είναι το πλαίσιο στο οποίο είναι υποχρεωμένο το κόμμα να πολιτευθεί εσωτερικά ως κορμός και ηγεσία της κυβέρνησης. Θέλω να πω ότι η παραγωγική, κοινωνική και οικολογική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, ακόμα και χωρίς την επιτροπεία των δανειστών,  χρειάζεται να υπακούει για μεγάλο διάστημα στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου περιβάλλοντος, που χαρακτηρίζεται από τον ανταγωνισμό των κρατών για την προσέλκυση επενδύσεων:  ένα άκρως αντικοινωνικό πλαίσιο, το οποίο όμως δεν μπορείς να ακυρώσεις ή να παραβλέψεις, και που αφήνει στενό περιθώριο για αριστερή πολιτική. Το δεύτερο είναι το περιβάλλον στο οποίο το κόμμα χρειάζεται να πολιτευθεί εξωτερικά, δηλαδή οι τάσεις για αποσύνθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι ανεξάρτητες από τη θέληση της Αριστεράς και τις επιβάλλουν να προετοιμάζεται για την περίπτωση ραγδαίων αλλαγών. Στο σύμπλεγμα αυτού του δεύτερου ζητήματος, ανήκει και η κατάσταση στην περιοχή – το «τρίγωνο της αστάθειας» – που λέει, σωστά, ο Κοτζιάς, η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, ο νέος ρόλος του ΝΑΤΟ στη γειτονιά της Ελλάδας, η αλλαγή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Τέλος, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες! Είναι εμφανές ότι ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων ήρθε και θα μείνει στην Ελλάδα. Η κρίση δεν επιτρέπει την ενσωμάτωσή τους με τον άναρχο (πλην αποτελεσματικό) τρόπο που ενσωματώθηκαν οι μετανάστες των δύο δεκαετιών 1990-2010. Ούτε αρκεί πια να αντιμετωπίζεται το ζήτημα «ανθρωπιστικά», «αντιρατσιστικά», «διεθνιστικά» και πάει λέγοντας. Τόσο ο ανθρωπισμός όσο και η αντίθεση με τον ρατσισμό όσο και ο αριστερός κοσμοπολιτισμός, που χαρακτηρίζουν την Αριστερά, είναι ιδεολογικές εκδηλώσεις μιας υλικής κατάστασης. Χρειάζεται, λοιπόν, μια «πολιτική οικονομία της μετανάστευσης» που θα κάνει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το σημείο ρεαλιστικό και θα του επιτρέψει να έχει μεταναστευτική πολιτική: γιατί και πώς είναι σκόπιμο και ωφέλιμο να ενταχθούν οι μετανάστες-πρόσφυγες στην ελληνική κοινωνία και τι συνεπάγεται αυτό;

Μία από τα ίδια;

Περισσότερα δεν χρειάζεται να συζητήσει το συνέριο. Ούτε το καταστατικό (που εκ του καταστατικού δεν έχει δικαίωμα να το αλλάξει, γιατί χρειάζεται ειδικό καταστατικό συνέδριο γι΄ αυτό - που πρέπει να γίνει). Φαίνεται ότι θα υπάρξουν τουλάχιστον τέσσερις μήνες (το σχέδιο για Σεπτέμβριο δεν θα πετύχει) που αρκούν για να συζητηθούν, να αναλυθούν και να συντεθούν όλα αυτά. Αλλά, αν δεν προγραμματιστεί αυτή η διαδικασία και περιοριστεί στην έγκριση και αποστολή του κειμένου των Θέσεων, χωρίς φροντίδα για τον εμπλουτισμό του και τη σοβαρή συζήτηση, το συνέδριο θα καταλήξει μία από τα ίδια.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet