rousos

Του Σωτήρη Ρούσσου

Ενώ η Συρία μάλλον αποχωρεί από τα πρωτοσέλιδα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης σημειώνονται πολύ σημαντικές εξελίξεις στη σύγκρουση της ευρύτερης Μεσοποταμίας, που ίσως προοιωνίζουν μια νέα φάση.  Πρώτον, στο στρατόπεδο των βασικών συμμάχων του Άσαντ, δηλαδή την Ρωσία και τον Ιράν. Δεύτερον, στην αντιμετώπιση του «Ισλαμικού χαλιφάτου» αλλά και γενικότερα του τζιχαντιστικού κινήματος και, τρίτον, στις στρατηγικές επιλογές του Ισραήλ.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Μόσχας και κυρίως της Τεχεράνης αποτελούν τη μοναδική συνθήκη επιβίωσης για το συριακό καθεστώς. Η ρωσική αεροπορική επέμβαση άλλαξε το ισοζύγιο ισχύος υπέρ του Άσαντ. Οι Φρουροί της Επανάστασης, η λιβανική Χεζμπολάχ και σιίτες από το Αφγανιστάν κινητοποιήθηκαν από ιρανούς επιτελείς ,για να διασώσουν και να εδραιώσουν εκ νέου το ασαντικό καθεστώς, αλλά και για να αποκρούσουν μαζί με ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές την προέλαση του «Ισλαμικού χαλιφάτου» στο κεντρικό Ιράκ. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 2015 οι Ιρακινοί ανακοίνωσαν τη δημιουργία κοινού επιτελείου πληροφοριών του Ιράκ, της Συρίας, του Ιράν και της Ρωσίας στην Βαγδάτη.

Οι σχεδιασμοί Ιράν και Ρωσίας

Παρά τη στενή συνεργασία τους το Ιράν και η Ρωσία έχουν σημαντικές διαφορές ως προς την έκβαση του πολέμου στη Συρία. Για την Τεχεράνη, η παραμονή του Άσαντ και του μπααθικού μηχανισμού στην εξουσία αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια του Ιράν. Η συμμαχία Ιράν, Χεζμπολάχ, ασαντικής Συρίας και του ελεγχόμενου από τους σιίτες Ιράκ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ηγετικού ρόλου του Ιράν στην περιοχή και βεβαίως τον μοναδικό τρόπο να αποφύγει τον γεωπολιτικό αποκλεισμό από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον Κόλπο. Το Ιράν δεν φαίνεται να έχει εναλλακτικά σχέδια για φιλική προς αυτό κυβέρνηση στην Δαμασκό, σε περίπτωση αποχώρησης του Άσαντ. Επίσης, δεν επιθυμεί ομοσπονδοποίηση της Συρίας μιας και κάτι τέτοιο θα αποδυναμώσει την κεντρική κυβέρνηση και θα δυσχεράνει σοβαρά τη λειτουργικότητα της παραπάνω συμμαχίας. Για αυτόν τον λόγο δεν προωθεί μια συμβιβαστική λύση στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης και θα προτιμούσε μια καθαρή στρατιωτική λύση στο έδαφος.
Από την άλλη πλευρά, για την Ρωσία, η Συρία δεν αποτελεί ζήτημα που άπτεται της εθνικής της ασφάλειας. Χωρίς αμφιβολία είναι ένα μείζον ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής της και μια ήττα της επέμβασης της εκεί θα τραυμάτιζε σοβαρά το διεθνές κύρος της και θα της στερούσε διαπραγματευτικά χαρτιά σε άλλα μέτωπα. Θα μπορούσε, όμως, να αποδεχθεί μια μεταβατική περίοδο που θα οδηγούσε σε αξιοπρεπή και ασφαλή έξοδο του Άσαντ από την εξουσία, αν κάτι τέτοιο εξασφάλιζε τη συνέχιση της παρουσίας της στη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο, μια επωφελή για αυτήν λύση στην Ουκρανία και κυρίως την αποδοχή της από τις ΗΠΑ ως μεγάλης δύναμης και εταίρου στις διεθνείς εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η Μόσχα ενδιαφέρεται για μια λύση από τις συνομιλίες της Γενεύης που θα βασίζεται σε μια γενικότερη επί ίσοις όροις συμφωνία με την Ουάσιγκτον. Μια άλλη επίσης πιθανή διαφορά αφορά την κουρδική αυτονομία στη Συρία. Ενώ οι Ρώσοι θα έβλεπαν με θετικό μάτι κάτι τέτοιο, το Ιράν είναι καχύποπτο απέναντι σε τέτοιου είδους παραδείγματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν και το δικό του δυναμικό κουρδικό στοιχείο. Παρά τις διαφορές αυτές Τεχεράνη και Μόσχα συνεχίζουν να συνεργάζονται στενά υπέρ του ασαντικού καθεστώτος, αλλά είναι πολύ πιθανό οι διαφορετικοί στόχοι τους να γίνονται εμφανέστεροι όσο θα παγιώνονται οι συσχετισμοί στο έδαφος.

Διαιρεμένη σε τρεις ζώνες

Αυτοί οι συσχετισμοί διαιρούν την Συρία στα τρία, τις περιοχές που ελέγχει η κυβέρνηση και είναι σχετικά σταθερές και ασφαλείς, τις κουρδικές περιοχές που επίσης απολαμβάνουν υψηλό βαθμό ασφάλειας και σταθερότητας και μια ζώνη που κυριαρχούν οι τζιχαντιστικές οργανώσεις και κυρίως το «Ισλαμικό χαλιφάτο» που χαρακτηρίζονται από συγκρούσεις υψηλής ή χαμηλής εντάσεως. Αν εξαιρέσουμε την περιοχή γύρω από τη Ράκκα που ελέγχεται από το «χαλιφάτο» και είναι σταθερή στις περισσότερες περιοχές τζιχαντιστικού ελέγχου επικρατεί χάος. Επειδή όμως το «χαλιφάτο» έχει μονοπωλήσει την ειδησεογραφία θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε την περίπτωση μιας άλλης τζιχαντιστικής οργάνωσης ή μάλλον «ομοσπονδίας» οργανώσεων στην ανατολική Γούτα, μιας περιοχής στα περίχωρα ουσιαστικά της Δαμασκού. Πρόκειται για την πιο στρατιωτικοποιημένη ζώνη του πολέμου και η πρωτεύουσα της, Ντούμα αποτελεί από το 2011 την «πρωτεύουσα» των εξεγερμένων κατά του καθεστώτος Άσαντ.
Από τον Ιούνιο του 2014 η περιοχή διοικείται από την Ενιαίο Δικαστικό Συμβούλιο (όρος που παραπέμπει στην εφαρμογή του ισλαμικού νόμου). Πρόκειται για μια συνεργασία διαφόρων και διαφορετικών τζιχαντιστικών ομάδων με κυρίαρχη αυτήν του «Στρατού του Ισλάμ», που περιλαμβάνει τις Αχράρ αλ-Ισλάμ, την Φεϊλάκ αλ-Ραχμάν, την Αχράρ αλ-Σαμ και το συνδεδεμένο με την αλ-Κάιντα Μέτωπο αλ-Νούσρα. Η συνεργασία αυτή προέκυψε μετά από πολλές σκληρές συγκρούσεις μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά τώρα πια αποδεικνύεται πολύ ανθεκτική παρά τις αλλαγές ηγεσίας στον βασικό κορμό της, τον «Στρατό του Ισλάμ». Η περιοχή αυτοδιοικείται από τοπικά Δικαστικά Συμβούλια που δίνουν λόγο στο  Ενιαίο Δικαστικό Συμβούλιο και χαρακτηρίζεται από διοικητική σταθερότητα, τάξη και σχετική ασφάλεια. Πέρα από την κοινή σαλαφιστική-τζιχαντιστική ιδεολογική βάση,  και την βασική αντίθεσή τους και την άγρια σύγκρουσή τους  με το καθεστώς Άσαντ και το Ιράν οι οργανώσεις που αποτελούν το Συμβούλιο δεν ακολουθούν την ίδια πολιτική. Για παράδειγμα ο «Στρατός του Ισλάμ» συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης ΙΙΙ, πράξη που αποτελεί ανάθεμα για το  Μέτωπο αλ-Νούσρα. Το μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης στην ανατολική Γούτα έχει σημασία γιατί μπορεί να αποτελέσει το νέο εναλλακτικό πρότυπο τζιχαντιστικής οργάνωσης σουνιτικών περιοχών της Συρίας μετά από μια στρατιωτική ήττα του «χαλιφάτου».
Σε κάθε περίπτωση πάντως οι τζιχαντιστές δεν φαίνεται να αποτελούν πονοκέφαλο για τον στρατηγικό σχεδιασμό του Ισραήλ. Η ενδυνάμωση του Άσαντ μετά την ρωσική αεροπορική επέμβαση επαναφέρει την απειλή που συνιστά για την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ η ιρανική ηγεμονία σε Συρία, Ιράκ και Λίβανο (μέσω της Χεζμπολάχ).

Ο στρατηγικός σχεδιασμός του Ισραήλ

Σημαντικοί διαμορφωτές της στρατηγικής του Ισραήλ, όπως ο Άμος Γιάντλιν, διευθυντής του πολύ σημαντικού Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) παροτρύνουν την ισραηλινή κυβέρνηση να πάρει ανοικτά θέση κατά του καθεστώτος Άσαντ και των συμμάχων του. Παράλληλα, θεωρεί ότι μια μετριοπαθής κυβέρνηση στη Δαμασκό που θα εκφράζει την σουνιτική πλειοψηφία στην χώρα θα αποδυναμώσει τις τζιχαντιστικές οργανώσεις. Σύμφωνα με την ίδια ισραηλινή ανάλυση θα πρέπει να επιδιωχθούν τέσσερις βασικοί στόχοι. Πρώτον, ο ηθικός στιγματισμός του καθεστώτος Άσαντ με μια διεθνή εκστρατεία που θα καταδεικνύει το μέγεθος και την αγριότητα των εγκλημάτων του κατά της ανθρωπότητας. Δεύτερον, η σύμπηξη ενός άτυπου και ίσως μυστικού μετώπου μεταξύ χωρών που έχουν συμφέρον από την ανατροπή του Άσαντ και την μείωση της ιρανικής επιρροής, όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, οι μοναρχίες του Κόλπου, η Τουρκία και ίσως η Ιορδανία και η Αίγυπτος. Τρίτον η συνεννόηση με την Ουάσιγκτον για την υποβοήθηση αυτού του μετώπου και τέλος η παροχή εγγυήσεων στην Ρωσία ότι η πτώση του Άσαντ δεν θα βάλει σε κίνδυνο τα συμφέροντά της στην ανατολική Μεσόγειο και τη  Μέση Ανατολή και δεν θα τραυματίσει το διεθνές κύρος της. Μια έμμεση ή άμεση εμπλοκή του Ισραήλ στη συριακή σύγκρουση είναι βέβαιο πάντως ότι θα στερήσει από τις ΗΠΑ την «πολυτέλεια» της εκ του μακρόθεν πολιτικής.

* Ο Σ. Ρούσος είναι αναπληρωτής καθηγητής του πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet