hantzopoulos

Του Θάνου Χατζόπουλου

Εν μέσω δύο πυρών βρίσκεται, για μια ακόμη φορά, η κυβέρνηση στο θέμα του ΟΛΠ. Από τη μια οι εργαζόμενοι, που συνεχίζουν επί τρεις εβδομάδες τις κινητοποιήσεις τους, διεκδικώντας τη διατήρηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων μετά την εξαγορά από την Cosco και από την άλλη οι εφοπλιστές των κρουαζιερόπλοιων, που ζητούν λήψη μέτρων κατά των απεργών.

Εν αναμονή νομοθετικής ρύθμισης

Το δίκιο φυσικά είναι με το μέρος των απεργών και όχι των μεγάλων ομίλων της κρουαζιέρας, που διαμαρτύρονται πως οι επιβάτες των πλοίων τους δεν βρίσκουν αχθοφόρο, για να μεταφέρει τις βαλίτσες τους. Δίκιο που αναγνωρίζει, μεν, η κυβέρνηση, αλλά δεν μπορεί να πείσει -παρά τις προσπάθειές- της τους απεργούς. Γιατί για κάτι τέτοιο δεν αρκούν οι εκκλήσεις για «γενναία κίνηση από τους απεργούς προσωρινής, έστω, απεμπλοκής, η οποία είναι βέβαιο ότι θα αποβεί σε όφελος όλων», όπως έγραφε στην επιστολή του ο υπουργός Ναυτιλίας. Όπως επισημαίνει στην απάντησή της η ΟΜΥΛΕ, «η κυβέρνηση, παρά τις υποσχέσεις και τις δημόσιες δηλώσεις για “νομική θωράκιση” των γενικών και ειδικών ρυθμίσεων στο νέο διαμορφωμένο περιβάλλον, δεν καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις». Στις αλλεπάλληλες επαφές, που είχαν οι εργαζόμενοι με τον Θ. Δρίτσα, είχαν ζητήσει συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία «χωρίς αμφισβητήσεις θα προσδιορίζει με σαφήνεια, ασφαλή και σταθερή εργασία με θεσπισμένες εργασιακές σχέσεις». Σε ανακοίνωσή τους την περασμένη Κυριακή ανέφεραν πως οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις άνοιγαν μια χαραμάδα για προοπτική προσέγγισης και υπογράμμιζαν πως το επόμενο 48ωρο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Το 48ωρο πέρασε και σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν είχε ανακοινωθεί έως το απόγευμα της Πέμπτης.
Η νομοθετική ρύθμιση που ζητούν οι εργαζόμενοι αφορά το άρθρο 5.11 της σύμβασης παραχώρησης μεταξύ ελληνικού δημοσίου και ΟΛΠ, όπου αναφέρεται ότι «o Οργανισμός θα απασχολεί και θα διατηρεί επαρκές σε αριθμό και κατάρτιση εργατικό δυναμικό, ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώνει εγκαίρως και με το δέοντα τρόπο όλες τις ευθύνες, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση». Προσθέτει επίσης ότι «ανά πάσα στιγμή, ο ΟΛΠ θα διατηρεί ένα ασφαλές αποδοτικό και σύγχρονο περιβάλλον εργασίας, χωρίς διακρίσεις. Δίχως να περιορίζεται η γενική εφαρμογή των ανωτέρω, ο ΟΛΠ θα συμμορφώνεται με όλες τις διατάξεις και απαιτήσεις των εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών σχετικά με την απασχόληση, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, καθώς και με την υγεία και ασφάλεια στο χώρο εργασίας». Επίσης στο άρθρο 5.12 της ίδιας σύμβασης, υπογραμμίζεται ότι «ο ΟΛΠ θα επιδιώκει να συμπεριφέρεται από κάθε ουσιαστική άποψη ως συνετός και υπεύθυνος εργοδότης και θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια στη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων θέσεων εργασίας».

Contra tempo, ανεπιτυχώς

Την αοριστία αυτών των διατάξεων είχε αναγνωρίσει σε συνέντευξη του το Φεβρουάριο ο Θ. Δρίτσας. «Το αν θα υπάρχουν απολύσεις ή όχι, το αν θα τηρείται η ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας, το αν θα υλοποιηθεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που θέλει πιστοποιημένους εργαζομένους στα λιμάνια και όχι συγκυριακούς, δεν προβλέπονται στις συμφωνίες. Αυτά θα τα εξασφαλίσουμε με διαβούλευση», είχε δηλώσει. Στην ίδια συνέντευξη τόνιζε, όμως, πως «ο διαγωνισμός έγινε με αναρτημένο από το ΤΑΙΠΕΔ ένα συγκεκριμένο κείμενο παραχώρησης… Δεν θα αμφισβητήσει κανείς μας την εγκυρότητα αυτού του σχεδίου. Διότι αν το αμφισβητήσουμε, αμφισβητούμε το διαγωνισμό και με βάση τις δεσμεύσεις μας δεν πρόκειται να το κάνουμε».
Δηλαδή, η contra tempo, σύμφωνα με τη διατύπωση του Μ. Σπουρδαλάκη, τακτική, που ήθελε να ακολουθήσει το υπουργείο, ήταν διαβούλευση με Cosco και συγκρότηση της Δημόσιας Αρχής Λιμένα, η οποία θα αναλάμβανε ένα τμήμα των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων, που ασκούσε ο ΟΛΠ πριν την ιδιωτικοποίηση. Οι προθέσεις αυτές είχαν αποτυπωθεί, μάλιστα, σε ένα σχέδιο νόμου, που δόθηκε προς διαβούλευση και τελικά εντάχθηκε στο γνωστό πολυνομοσχέδιο με την πρώτη δόση προαπαιτούμενων για εκταμίευση της δόσης, που ψηφίστηκε το Μάιο. Οι αρμοδιότητες της ΔΑΛ, λόγω της αντίθεσης της Cosco, ψαλιδίστηκαν, ενώ έμεινε σε εκκρεμότητα και ένα άλλο θέμα που περιλαμβανόταν σε εκείνο το νομοσχέδιο. Η παραχώρηση της έκτασης των 650 στρεμμάτων των Λιπασμάτων στο Δήμο Δραπετσώνας – Κερατσινίου. Η διαβούλευση, όσον αφορά τα εργασιακά, δεν έφερε αποτέλεσμα. Το Μάιο η σύμβαση παραχώρησης υπογράφηκε χωρίς τροποποιήσεις.

Χρειάζεται αμφισβήτηση

Η ανατροπή του δυσμενούς εργασιακού καθεστώτος, που θέλει να επιβάλει η Cosco σε όλο το λιμάνι, δεν είναι μόνο θέμα τόλμης, φαντασίας και αποφασιστικότητας όπως υποστήριζε στη συνέντευξή του στην «Εποχή» ο Μ. Σπουρδαλάκης. Χρειάζεται μια contra στάση. Την αμφισβήτηση, δηλαδή της ίδιας της σύμβασης παραχώρησης. Και αυτό η κυβέρνηση συνολικά και όχι ειδικά ο Θ. Δρίτσας το έχει απορρίψει. Προσπαθεί να επιφέρει τροποποιήσεις εντός του πλαισίου που έχει υπογράψει, επιδεικνύοντας όση τόλμη, αποφασιστικότητα και φαντασία διαθέτει. Αλλά αυτό δεν αρκεί σε μια τόσο μεγάλη σύγκρουση.
Η συμφωνία με την Cosco είχε αναγορευθεί από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ως αναγκαιότητα, παρά τα τεράστια προβλήματα που παρουσίαζε, όσον αφορά τα προνόμια που θα απολαμβάνει ο ιδιώτης απέναντι στο δημόσιο. Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε κάνει λόγο για παράνομες ενισχύσεις, όπλο που δεν χρησιμοποίησε η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του μνημονίου, η σύμβαση πρέπει να εγκριθεί από τη Βουλή ως το τέλος Ιουνίου. Αυτό υπενθύμισε, χωρίς καθόλου διπλωματική γλώσσα, ο πρεσβευτής της Κίνας, Ζοού Ξιαόλι σε ομιλία του στα «Ποσειδώνεια». Όπως διαβάζουμε σε ρεπορτάζ της ιστοσελίδας του «Κόκκινου», ο πρεσβευτής ανέφερε ότι «η ολοκλήρωση της παραχώρησης αποτελεί το κεφάλι του δράκου της συνεργασίας μας και αντιπροσωπεύει την εμπιστοσύνη και την ελπίδα μεταξύ μας».

Το χρονοδιάγραμμα της κυβέρνησης

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η σύμβαση θα κατατεθεί στη Βουλή πιθανότατα στις 23 Ιουνίου και οπωσδήποτε πριν από την επίσκεψη του Αλ. Τσίπρα στο Πεκίνο, η οποία έχει προγραμματισθεί για τις αρχές του επόμενου μήνα, μεταξύ 2 και 6 Ιουλίου. Ήδη, ο ΟΛΠ έχει συγκαλέσει τακτική γενική συνέλευση στις 30 Ιουνίου, στην οποία, με βάση αυτό το χρονοδιάγραμμα, θα παραδώσει τον Οργανισμό στην Cosco.
Άλλες πληροφορίες αναφέρουν πως η κυβερνητική πρόταση προς τους εργαζόμενους αφορά νομοθετική ρύθμιση για την παροχή σ’αυτούς του ΟΛΠ Α.Ε. και του ΟΛΘ Α.Ε. δυνατοτήτων μετάταξης σε φορείς ή νομικά πρόσωπα του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Μια σολομώντεια λύση, που απαλλάσσει την Cosco από έναν αριθμό εργαζομένων, που, προφανώς, δεν θέλει να κρατήσει με τις υπάρχουσες συμβάσεις και επιτρέπει στα σωματεία και την κυβέρνηση, να σώσουν τα προσχήματα. Πάντως δεν πρόκειται για τολμηρή λύση. Παρακάμπτει το πρόβλημα των εργασιακών συνθηκών, που θα ισχύουν στο λιμάνι, έως ότου μια επόμενη απεργία του ημιπαράνομου σωματείου των επισφαλώς εργαζομένων στις προβλήτες μας το θυμίσει.

Καν’ το όπως στον ΟΛΠ

Και φυσικά το πρότυπο ιδιωτικοποίησης που ακολουθήθηκε στον ΟΛΠ θα αποτελέσει μοντέλο και για την πώληση του ΟΛΘ (ήδη έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο, όσον αφορά τους «μνηστήρες»), ενώ στη σειρά έχουν μπει και άλλα λιμάνια της χώρας, όπως μας πληροφορεί το ΤΑΙΠΕΔ.
Το συμπέρασμα είναι πως όπως και να ονομάσουμε τη στρατηγική μιας αριστερής δύναμης -παράλληλο πρόγραμμα, εκμετάλλευση ρωγμών, προσπάθεια να σωθεί οτιδήποτε και αν σώζεται κ.λπ.- δεν μπορεί να παραγνωρίζει αυτό που ήξεραν οι θεωρητικοί του πάλαι ποτέ δημοκρατικού δρόμου: συγκέντρωση δυνάμεων, για να αλλάξουν οι συσχετισμοί και να αποβούν οι επόμενες ρήξεις και συγκρούσεις νικηφόρες. Χωρίς προετοιμασία για σύγκρουση, μόνο με ελιγμούς, που δεν καταλήγουν πουθενά, δεν γίνεται τίποτε. Καταλήγεις, όπως στην περίπτωση του ΟΛΠ, να έχεις απέναντί σου τους εργαζόμενους, παρά τις καλές προθέσεις και τις φιλότιμες προσπάθειες.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet