Αγαπητοί κύριοι,

Στο φύλλο της «Εποχής» της Κυριακής 5-6-2016 δημοσιεύτηκε κριτική της κ. Θεοδοσοπούλου για το έργο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα», για την οποία θεωρώ απαραίτητες κάποιες παρατηρήσεις.
Ευθύς εξαρχής θέλω να τονίσω πως ούτε Ηπειρώτης είμαι ούτε φίλος ή εκπρόσωπος της κ. Βογιατζόγλου, την οποία δεν γνωρίζω καν. Τυχαίνει όμως να γνωρίζω αρκετά το έργο του Γιώργου Κοτζιούλα. Θα έλεγα, λοιπόν, πως το εν λόγω βιβλίο έχει λάθη και ελλείψεις ή παραλείψεις. Όμως, στο κείμενο της κυρίας Θεοδοσοπούλου ελάχιστα από αυτά αναφέρονται, γεγονός που μας κάνει να υποψιαζόμαστε πως δεν είναι αυτός ο στόχος των αρνητικών της επισημάνσεων. Είναι, μάλλον, προφανές πως στόχος της είναι, κυρίως, ο ίδιος ο Γιώργος Κοτζιούλας και το έργο του.
Καταρχήν, με μια σειρά λεπτομερειών και παρατηρήσεων, μερικές από τις οποίες είναι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη πως πρόκειται για κριτική ανθρώπου που γνωρίζει, και μάλιστα πολύ καλά, το έργο του Κοτζιούλα. Και όχι μόνο. Έτσι μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ακόμη και ποια ήταν η Φιφίκα Μυλωνά, ενώ σε δυο ολόκληρες παραγράφους πληροφορούμαστε πού ακριβώς εντάσσεται ο Κοτζιούλας στους τόμους της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων Σοκόλη. Μαθαίνουμε ακόμη το παλιότερο όνομα της Πλατανούσσας και τα δύο σίγμα, με τα οποία γραφόταν, αλλά και τα χιλιόμετρα της απόστασής της από τα Γιάννενα και την Άρτα. Έπειτα από όλην αυτή τη συσσώρευση λεπτομερειών, πώς να τολμήσει ο άμοιρος αναγνώστης να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση σ’ έναν τέτοιον επαΐοντα;
Και πώς δικαιολογεί όλες αυτές τις ανούσιες και «εξυπνακίστικες» (πώς αλλιώς να τις χαρακτηρίσει κανείς;) πληροφορίες η κριτικός; «Λεπτομέρειες, αλλά όταν πρόκειται για έναν συγγραφέα όπως ο Κοτζιούλας, που ο τόπος του αποτέλεσε πρωταρχική πηγή έμπνευσης, αυτές αποκτούν διαφορετική βαρύτητα». Μάλιστα. Μόνο που συλλαμβάνεται αρκετά αδιάβαστη, και μάλιστα αποδεικνύει ότι δεν έχει διαβάσει καν το έργο του Κοτζιούλα, τον οποίο μας δίνει την εντύπωση πως ξέρει απέξω. Πώς αλλιώς δικαιολογείται αυτή η παράθεση λανθασμένων στοιχείων; Αν είχε διαβάσει έστω και ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Τζουμερκιώτη λογοτέχνη, θα γνώριζε πως ο ίδιος, αλλεπάλληλες φορές, τονίζει πως τα Κατσανοχώρια είναι «άλλος κόσμος» για την Πλατανούσα, που, φυσικά, δεν ανήκει σ’ αυτά. Θα ήξερε ακόμη πως δεν πήγε στο Σχολαρχείο στο Καλέντζι επειδή η Πλατανούσα «εντάχθηκε στο Νομό Ιωαννίνων», αλλά μετά από πολλή έρευνα και σκέψη και για καθαρά οικονομικούς λόγους (αφού απορρίφθηκαν προηγουμένως η Άρτα και τα Άγναντα).
Γιατί, όμως, όλη αυτή η επίδειξη γνώσεων η σχετική με την Ήπειρο; Για να μας αναφέρει αμέσως μετά πως ο Κοτζιούλας «την όποια υστεροφημία του, σε μεγάλο μέρος την οφείλει στην εντοπιότητα». Όμως, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε μια σειρά Ηπειρωτών που, για πολιτικούς προφανώς λόγους, προτίμησαν να μειώσουν ή και να ευτελίσουν το έργο του Κοτζιούλα. Τη στάση αυτή συμπατριωτών του σχολιάζει, άλλωστε, και ο ίδιος ο λογοτέχνης. Ούτε αυτά τα στοιχεία γνωρίζει η κυρία Θεοδοσοπούλου;
Τα επιχειρήματά της, βέβαια, είναι απανωτά και ατράνταχτα:
1) στην προβολή του ή την υστεροφημία του ακόμη «συνέβαλαν. ομοϊδεάτες συγγραφείς και η αντίστοιχη μερίδα του Τύπου»
2) ο Γιάννης Κορδάτος κάνει εκτενή αναφορά στην Ιστορία του, άρα.
3) υπάρχει «αδιαφορία των αθηναϊκών λογοτεχνικών περιοδικών για κάποιο επετειακό αφιέρωμα», και μάλιστα «Αν η βιογράφος είχε προβλέψει ευρετήριο περιοδικών, θα υπήρχε ευκρινέστερη εικόνα του παραγκωνισμού του».
Η κριτικός φαίνεται να αγνοεί όχι μόνον το έργο του Κοτζιούλα αλλά και τις συνθήκες της εποχής (μολονότι στην αρχή της κριτικής της κάνει και επίδειξη ιστορικών γνώσεων). Ο Κοτζιούλας, και πριν αλλά κυρίως μετά τον Εμφύλιο, έχει μπει σε καραντίνα λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δράσης του. Πολύ συχνά ο ίδιος παραπονείται πως αδυνατεί να δημοσιεύσει σχεδόν σε όλα τα αθηναϊκά περιοδικά και αναγκάζεται να καταφύγει σε κάποια περιοδικά ή εφημερίδες της επαρχίας. Η κυρία Θεοδοσοπούλου, που ζητά ευρετηρίαση περιοδικών από τη βιογράφο, δεν βγάζει κανένα συμπέρασμα απ’ αυτά; Δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον «παραγκωνισμό» του παρά με «ποιοτικά κριτήρια»; Αδυνατεί, επίσης, να ερμηνεύσει την ανυπαρξία κριτικών για τα μεταπολεμικά έργα του αλλά και τα Άπαντά του; Κι όταν εν ζωή ακόμη δεν έχει πρόσβαση σε κάποιο συντηρητικό (για να μην πούμε κάτι χειρότερο) αθηναϊκό περιοδικό, θα περίμενε η κριτικός να του κάνουν και επετειακό αφιέρωμα μετά θάνατον; Αστεία πράγματα.
Στην περίπτωση του Κοτζιούλα, μάλιστα, τα εμπόδια είναι πολλά και ποικίλα. Δεν είναι μόνον αριστερός. Είναι και συμπολεμιστής και υμνητής του Άρη Βελουχιώτη, άρα έχει προβλήματα και με την Αριστερά, όπως είχε κι άλλοτε, γιατί η σκέψη και οι απόψεις του υπήρξαν ανέκαθεν ανεξάρτητες και μη ελεγχόμενες. Τεράστια προβλήματα του δημιουργεί ακόμη η μεγάλη σύγκρουσή του με τη νεωτεριστική «Γενιά του Τριάντα». Οι εκπρόσωποί της κατόρθωσαν να «εξαφανίσουν» ποιητές και πεζογράφους δυο ολόκληρων δεκαετιών τουλάχιστον (1920-1940) και θα σταματούσαν μπροστά στον Κοτζιούλα; Μάλιστα, η κριτικός διαμαρτύρεται γιατί δεν παρατίθενται πιο εμφανώς οι κατηγορίες του Καραντώνη ή του Σεφέρη εναντίον του Κοτζιούλα, κυρίως στην επιστολογραφία τους. Μα δε γνωρίζει πόσο ταπεινά και μικρόψυχα είναι όλα όσα αποκαλύπτονται στη σχετική αλληλογραφία προσώπων όπως του Καραντώνη, του Σεφέρη, του Κατσίμπαλη; Μόνο κακό στους ίδιους κάνουν, αμαυρώνοντας τη φήμη τους, παρά στον Κοτζιούλα.
Βασικό επιχείρημα της κριτικού, τουλάχιστον κατά τη γνώμη της, γι’ αυτό και το τονίζει, αποτελεί το γεγονός ότι, σχετικά με την υστεροφημία του Κοτζιούλα, στη βιογραφία «δίνεται μεγαλύτερη έκταση στα δημοσιεύματα νεότερων μελετητών». Η κ. Θεοδοσοπούλου είναι αρκετά έξυπνη για να βγάλει κάποια συμπεράσματα από το γεγονός αλλά δεν θέλει να το κάνει. Ποια είναι, λοιπόν, η αιτία του φαινομένου; Μήπως οι νεότεροι είναι πιο σωστοί και ανεπηρέαστοι/αμερόληπτοι στην κρίση τους; Ή μήπως έχουμε πάλι μια «οργανωμένη επίθεση Ηπειρωτών»;
Αρκετά όμως ως εδώ. Οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες χρειάζεται η κριτικός είμαστε πρόθυμοι να τα παράσχουμε, όπως και για άλλα λάθη στο άρθρο της, που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε (π.χ. για τους τρόπους με τους οποίους υπογράφει τις πρώτες μεταφράσεις του στο «Μπουκέτο» ήδη από το 1925). Ας μείνουμε όμως στην τελική της «απόφανση» για τον Κοτζιούλα: «Όσο για το σημαντικός, συνιστά απόφανση μακροχρόνιων ζυμώσεων με την επενέργεια περισσότερων απόψεων». Πόσο μακροχρόνιες πρέπει να είναι αυτές, κατά τη γνώμη της κ. Θεοδοσοπούλου; Κι αν πράγματι χρειάζεται ακόμη χρόνος, γιατί η ίδια έχει ήδη εκδώσει την αρνητική της απόφαση;
Με τιμή
Στέλιος Φώκος
Φιλόλογος - Συγγραφέας




Απάντηση

Η προκατειλημμένη ή, ενδεχομένως, βιαστική ανάγνωση του κειμένου μας περί Κοτζιούλα, η μονοδιάστατη ερμηνεία σε ορισμένα σημεία του, επίσης, ο δογματικός τόνος της επιστολής, καθώς και ορισμένες αντιφάσεις στα φερόμενα ως επιχειρήματα, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο διαλογικού σχολιασμού.

Μ. Θ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet