Η πολλοστή μεταρρύθμιση του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

tarpagkos

Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που επιχειρεί να προωθήσει η μνημονιακή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα είναι η αναμόρφωση του Λυκείου και ο νέος τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ένα ζήτημα που έχει αποκτήσει διαχρονικά χαρακτηριστικά, εφόσον έχει τεθεί και απαντηθεί με διάφορους τρόπους από τις μέχρι σήμερα αστικές κυβερνήσεις (συντηρητικές και σοσιαλδημοκρατικές), που ωστόσο τίθεται μέσα σε ένα ριζικά διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον, εφόσον έχει κυριαρχήσει η οικονομική καταστροφή ενός σημαντικού μέρους των παραγωγικών δυνάμεων εξ αιτίας της κρίσης υπερσυσσώρευσης και της εφαρμογής των συνεχών πολιτικών των μνημονίων. Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, και εντελώς διαφοροποιημένα σήμερα με την υπερμεγέθη ανεργία, που πλήττει κατ’ εξοχήν τις δυνάμεις της νεολαίας.

Μ’ αυτή την έννοια η σημερινή περίοδος χαρακτηρίζεται από την εκτίναξη της ανεργίας του εργατικού δυναμικού στο 26% κατά έναν τρόπο σταθεροποιημένο, με επιμέρους ποσοστά κατά πολύ υψηλότερα στις νέες ηλικίες. Η νεολαιίστικη μαζική ανεργία πλήττει συνολικά τόσο τα τμήματα που έχουν τελειώσει πανεπιστημιακές σπουδές, όσο και εκείνα που έχουν αποφοιτήσει από τεχνολογικά ιδρύματα, καθώς και το νεολαιίστικο πληθυσμό που έχει τελειώσει μόνον τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ή ακόμη έχει διαρρεύσει από αυτή σε πρώιμα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Από αυτή την άποψη η ανεργία δεν κάνει διακρίσεις στη νεολαία ανάλογα με το μορφωτικό της επίπεδο, ενώ από την άλλη πλευρά τα μεταναστευτικά ρεύματα προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης αφορούν κυρίως την επιστημονική νεολαία (και μάλιστα αυτήν που κατέχει και μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών), ενώ είναι σχεδόν ανέφικτη για τα τμήματα της νεολαίας που έχουν αποφοιτήσει από τα ΤΕΙ ή μόνον από το Λύκειο.
Το αποτέλεσμα είναι μια καταφανής απαξίωση των σπουδών σε πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα, εφόσον στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν οδηγούν σε επαγγελματικές διεξόδους (εκτός αν πρόκειται για υποαπασχόληση, ετεροαπασχόληση ή ελαστικές μορφές εργασίας), πράγμα που επιτείνεται ακόμη περισσότερο για τους αποφοίτους της τεχνολογικής και μέσης εκπαίδευσης. Παρόλα αυτά, βέβαια, η πίεση της νεολαίας και των λαϊκών οικογενειών για επιστημονική παιδεία συνεχίζει να παραμένει αμείωτη, και δικαιολογημένα βέβαια, γιατί σε κάθε περίπτωση, πέρα από την αυταξία της, ο απόφοιτος μιας πανεπιστημιακής σχολής μεγάλης ζήτησης, παρόλα τα προβλήματα απασχόλησης που αντιμετωπίζει, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από έναν απόφοιτο ΤΕΙ ή Λυκείου, ή ακόμη και Γυμνασίου. Έτσι, μπορεί το ζήτημα της καινούριας μεταρρύθμισης να τίθεται μέσα σε ένα τέτοιο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, ωστόσο συνεχίζει να έχει την πλήρη του σημασία.
Άλλωστε η οποιαδήποτε αναπτυξιακή τροχιά στην οποία θα μπει η ελληνική οικονομία, είτε με την επικράτηση του μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης της απόλυτης υπεραξίας, είτε σε μια ριζοσπαστική αντιμνημονιακή προοπτική, δεν μπορεί παρά να αμβλύνει τη μεγάλη ανεργία της νεολαίας και να δώσει ορισμένες διεξόδους απασχόλησης.

Κούρσα ανταγωνισμού

Από την άλλη πλευρά, ο επιλεκτικός τρόπος εισαγωγής στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, και μάλιστα σε σχολές «νευραλγικής» σημασίας (πολυτεχνικές, νομικές, ιατρικές κ.λπ.), σε σχέση με την πληθώρα των σχολών και τμημάτων «μορφωτικής εκτόνωσης» που ακριβώς δημιουργήθηκαν για να εκτονώνουν τη μορφωτική πίεση των λαϊκών τάξεων (πανεπιστημιακών και τεχνολογικών), συνεχίζει να τροφοδοτεί αναγκαστικά τη λειτουργία των παράλληλων μηχανισμών των φροντιστηρίων που μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερες επιδόσεις και άρα να διευκολύνουν την πρόσβαση σε τμήματα πρώτης προτεραιότητας. Το αποτέλεσμα είναι η ετήσια δαπάνη σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου ευρώ για την κάλυψη των φροντιστηριακών μαθημάτων, που η ενδεχόμενη κατάργησή τους και η χρησιμοποίηση αυτών των πόρων για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα θα είχε πολύ πιο ευμενή αποτελέσματα.
Παράλληλα, αυτή η κούρσα του ανταγωνισμού της εφηβικής νεολαίας στο Λύκειο (γιατί οι πανελλαδικές δεν είναι εξετάσεις αλλά διαγωνισμός με προκαθορισμένο αριθμό εισαγομένων numerus clausus), οδηγεί μόνιμα εδώ και δεκαετίες σε μια εφιαλτική κατάσταση της μεγάλης νεολαιίστικης πλειοψηφίας, με εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις στη μετέπειτα ζωή των νέων. Π.χ. οι νέοι που προετοιμάζονται εντατικά φροντιστηριακά για την εισαγωγή σε σχολές υψηλής ζήτησης, προσανατολίζονται μονοδιάστατα στο σχετικό γνωστικό αντικείμενο και αποκόπτονται από κάθε άλλη μορφή γνώσης, κουλτούρας και πολιτισμού. Ένας υποψήφιος νέος θετικών επιστημών αγνοεί την ελληνική λογοτεχνία ή την ιστορία και ένας υποψήφιος θεωρητικών σπουδών αγνοεί τις πλέον στοιχειώδεις γνώσεις μαθηματικών ή φυσικής. Σε τελική ανάλυση το σημαντικό δεν είναι η λειτουργία εισαγωγικών εξετάσεων, αλλά το ότι πρόκειται για έναν εισαγωγικό ξέφρενο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα ένας τεράστιος αριθμός νέων, που λόγω του numerus clausus μένει εκτός των σχολών πρώτης προτεραιότητας, να οδηγείται σε σπουδές είτε «εκτονωτικού» χαρακτήρα, είτε σε υποδεέστερα επίπεδα γνώσης (λ.χ. τεχνολογικά ιδρύματα).
Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν γιατί οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, μακράν του να διαδραματίζουν το ρόλο της γενικευμένης για όλους μορφωτικής χειραφέτησης, επιτελούν τον επιλεκτικό και κατανεμητικό ρόλο του αστικού σχολείου, προκειμένου να στελεχώνεται ο ιεραρχικός καταμερισμός εργασίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι αυτός ο καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας στην κοινωνική παραγωγή, με την άκαμπτη και αυστηρή ιεραρχία (διευθύνοντες μηχανικοί, υποδιευθύνοντες τεχνολόγοι, επόπτες εργοδηγοί και μαζική εκτελεστική εργασία χειριστών, τεχνιτών, εργατών κ.λπ.) που το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ως αποστολή να αναπαράγει, αναπαράγοντας την αστική δομή των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν είναι «φυσική», βασισμένη σε «αξιοκρατικά» κριτήρια, αλλά είναι βίαια επιβεβλημένη από την πολιτική, τη δομή, τις επιλογές, τις λειτουργίες του καπιταλιστικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Διατηρείται η δομή των σχέσεων παραγωγής

Ποια είναι τώρα η κύρια επιδίωξη με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Λυκείου που γίνεται διετές (με τετρατάξιο Γυμνάσιο) και τον νέο τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση του υπουργείου Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ ; Σε ένα πρώτο επίπεδο προχωρεί στην κατάργηση του εισαγωγικού διαγωνισμού των αποφοίτων του Λυκείου προς την ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση υιοθετεί δύο κριτήρια εισαγωγής: Αφενός το συντελεστή βαρύτητας που συναρτάται από τον αριθμό των προτιμήσεων που δηλώνει κάθε υποψήφιος, και ο οποίος είναι τόσο μεγαλύτερος όσο είναι μικρότερος ο αριθμός των προτιμήσεων σχολών του υποψηφίου. Αφετέρου το βαθμό του Εθνικού Απολυτηρίου που κατορθώνει να αποσπάσει ο κάθε υποψήφιος.
Κατ’ αυτό τον τρόπο ο εξοντωτικός διαγωνισμός των πανελλαδικών εξετάσεων-διαγωνισμού και η όλη λειτουργία της βιομηχανίας των φροντιστηρίων μεταφέρεται αυτούσιος στο πλαίσιο του διετούς Λυκείου, προκειμένου να επιτευχθεί η «αριστεία» που θα αποτυπώνεται στο Εθνικό Απολυτήριο και έτσι η διασφάλιση του εισιτηρίου για μια θέση στις «νευραλγικές» σχολές της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Και από την άλλη πλευρά, η πρόσθετη εισαγωγή του κριτήριου του συντελεστή βαρύτητας, οδηγεί τη μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας, που βρίσκεται κατά πολύ πάνω από τη βάση του 10 στα 20, αλλά εκτός του πλαισίου της «αριστείας», στη σίγουρη εισαγωγή στις σχολές των ΤΕΙ ή στις πανεπιστημιακές σχολές «μορφωτικής εκτόνωσης», που ορίζουν κατώτερες θέσεις και ρόλους στην ιεραρχία του αστικού καταμερισμού της εργασίας. Κατά συνέπεια συνεχίζουν να διατηρούνται οι τρεις τουλάχιστον διακριτές θέσεις στην ιεραρχική δομή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής: Διευθύνοντες της διανοητικής εργασίας, εργοδηγοί και επόπτες της τεχνικής εκπαίδευσης και χειριστές, τεχνίτες, εργάτες κλπ. της εκτελεστικής εργασίας. Δεν είναι οι «φυσικές» δυνατότητες, οι «διανοητικές» ικανότητες που στο αστικό εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγουν επιλεκτικά και κατανεμητικά την ιεραρχία της καπιταλιστικής παραγωγής και κοινωνίας, αλλά είναι η αστική ιεραρχία του καταμερισμού της εργασίας της καπιταλιστικής οικονομίας που διαμορφώνει τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς ως μηχανισμούς αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων.

Η λογική της αριστοκρατικής διανοητικής κυριαρχίας

Σε τελική ανάλυση το σύνολο της ελληνικής Αριστεράς, η μνημονιακά μεταλλαγμένη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, οι δυνάμεις του ΚΚΕ, αλλά και η αμηχανία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής, αντιμνημονιακής Αριστεράς, υποκλίνονται μπροστά στον επιλεκτικό – κατανεμητικό ρόλο του αστικού σχολείου, εξαντλούνται στην επιδίωξη της δωδεκάχρονης εκπαίδευσης (Δημοτικό – Γυμνάσιο – Λύκειο), πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως ισχύει στο ελληνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, και προκρίνουν τη λειτουργία ενός numerus clausus για την εισαγωγή στις «νευραλγικές» πανεπιστημιακές σχολές [Σχετικά οι «Προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας» στην Αυγή της 1ης Ιουνίου 2016, και «Η θέση του ΚΚΕ για το αστικό σχολείο», Εργατικός Παλμός, Ιούνιος 2016].
Η λογική της «αξιοκρατίας», της «αριστείας», των «φυσικών ανισοτήτων», των «διανοητικών διαβαθμίσεων», που στηρίζουν ιδεολογικά τη λειτουργία του καπιταλιστικού σχολείου, έχουν βαθιές ρίζες και στην ελληνική Αριστερά, όπως εξίσου και σε ένα σημαντικό φάσμα των λαϊκών συνειδήσεων. Και για μεν τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ τα πράγματα είναι εξηγήσιμα, στο μέτρο που επιδιώκουν την ανάδειξη μιας κοινωνικής οργάνωσης στη βάση του ιεραρχικού καταμερισμού της γνώσης και της εξουσίας, μια και ακολουθούν άλλωστε ο μεν πρώτος το κλασικό αστικό σχολικό μοντέλο, το δε δεύτερο τις ταξικές ιεραρχικές διαστρωματώσεις του προτύπου του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Το ζήτημα τίθεται για τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που ενώ διακηρύσσουν το στρατηγικό στόχο της γενικευμένης εργατικής χειραφέτησης, ενώ στοχεύουν στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών και πολιτικών διαδικασιών, ενώ εμφορούνται από τις αντιλήψεις της λαϊκής αυτοδιαχείρισης, εντούτοις αντιμετωπίζουν με αμηχανία το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και έτσι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καταλήγουν στην αναπαραγωγή ενός μοντέλου επιλεκτικού και κατανεμητικού ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών [Λαϊκή Ενότητα «Θέσεις και προγραμματικές κατευθύνσεις», σελ. 30 - 31 ]. Η λογική της αριστοκρατικής διανοητικής κυριαρχίας της Πλατωνικής Πολιτείας δεν διατρέχει μόνον τις πολιτικές υποστάσεις του ΚΚΕ και του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε σημαντικό βαθμό διακατέχει και το εγχείρημα της Αριστεράς της επαναστατικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης, του μαζικού κόσμου της εκτελεστικής εργασίας.

O στόχος παραμένει

Ωστόσο, κυρίαρχη στρατηγική επιδίωξη της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι, με βάση τις ίδιες τις αναλύσεις και τις στοχεύσεις της μαρξιστικής θεωρίας, η κατάργηση του διαχωρισμού διανοητικής – διευθυντικής και εκτελεστικής – χειρωνακτικής εργασίας, στον ίδιο τίτλο που κεντρικός σοσιαλιστικός στόχος είναι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η δημοκρατική λαϊκή τους διαχείριση. Κι αυτό γιατί όπως έχει αποδείξει η ρωσική και η κινεζική εμπειρία του 20ού αιώνα, η μονοδιάστατη κατάργηση της τάξης των καπιταλιστών δεν επιφέρει αυτοματοποιημένα τη σοσιαλιστική παραγωγική και πολιτική οικοδόμηση. Στη θέση αυτής της καταργημένης τάξης ήρθαν και εγκαταστάθηκαν η επιστημονική τεχνοκρατία και η κρατική γραφειοκρατία, ωθώντας την λαϊκή πλειοψηφία στην εκτελεστική εργασία, και διαδραματίζοντας έναν εξίσου αυταρχικό και καταπιεστικό ρόλο ταξικής και εκμεταλλευτικής κυριαρχίας.
Κατά συνέπεια για να μπορεί ο εργαζόμενος κόσμος της εκτελεστικής, υποτελούς και αλλοτριωμένης εργασίας να καταστεί κυρίαρχος, να μπορεί να ασκήσει την εργατική εξουσία, είναι υποχρεωμένος ως άλλος Προμηθέας να «κλέψει» τη γνώση από τους Θεούς. Μ’ άλλες λέξεις η δυνατότητα ελεύθερης κατάκτησης της πανεπιστημιακής γνώσης από την εργατική τάξη είναι της ίδιας σπουδαιότητας με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, αν όχι σημαντικότερης. Αυτό απαιτεί την κατάργηση του ρόλου του σχολείου ως επιλεκτικού και κατανεμητικού μηχανισμού αναπαραγωγής της ιεραρχικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης, την ολοσχερή κατάργηση του «διαγωνισμού» με numerus clausus, μεταξύ Λυκείου και τριτοβάθμιας παιδείας, τη δυνατότητα καθολικής πρόσβασης των εργαζομένων και της νεολαίας στις «νευραλγικού» χαρακτήρα πανεπιστημιακές σχολές, την πλήρη ενσωμάτωση των ΤΕΙ στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα, την κατάργηση των σχολών «μορφωτικής εκτόνωσης», τη ριζική αναδιοργάνωση των πανεπιστημιακών σπουδών, κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν ταυτόχρονα και οπωσδήποτε:
Την παροχή των αναγκαίων θεωρητικών γνώσεων ενός επιστημονικού πεδίου (πολυτεχνείου, χημείας, νομικής κ.λπ.). Τη διδασκαλία και εκμάθηση του πρακτικού χειρισμού των μηχανών της εκτελεστικής διεκπεραίωσης της παραγωγικής διαδικασίας. Τις γνώσεις που αφορούν τη γενικότερη πολιτική, οικονομική και νομική οργάνωση της κοινωνίας και της παραγωγής. Κατ’ αυτό τον τρόπο όλοι οι εργαζόμενοι να μπορούν να συμμετέχουν με γνώση και εμπειρία τόσο στον τεχνικό και επιστημονικό σχεδιασμό ενός κλάδου (κατασκευών, βιομηχανίας κ.ά.), όσο και στην πρακτική μηχανολογική διεκπεραίωση της εκτελεστικής παραγωγής, όσο και τέλος στην οικονομική και πολιτική διαχείριση των πραγμάτων. Μόνον έτσι μπορεί να λειτουργεί μια κοινωνία των «ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών», απαλλαγμένη από τον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας, βασισμένη στην ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της γνώσης, του πιο πολύτιμου εργαλείου διαμόρφωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ανέστης Ταρπάγκος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet