Του Κωστή Γιούργου

Μεθαύριο κλείνει χρόνος από το δημοψήφισμα της Κυριακής, 5 Ιουλίου 2015. Tο 61,31%, που συγκέντρωσε το «Όχι», ξαφνιάζοντας και τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του, θα το θυμούνται πολλοί και για πολύ. Αντίθετα, στον πυκνό πολιτικό χρόνο, που κύλησε εν τω μεταξύ, στη μνήμη των πολλών ξεθώριασε η ακριβής διατύπωση του ερωτήματος, στο οποίο κληθήκαμε τότε να απαντήσουμε: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας που κατέθεσαν η Κομισιόν, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ στο Eurogroup της 25 Ιουνίου 2015;». Κι όμως, στις επτά λέξεις που συγκροτούν τον πυρήνα του, «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας;», κρύβεται η απάντηση σε πολλά από τα ερωτηματικά, που προέκυψαν από το αποτέλεσμα της κάλπης και τη διαχείρισή του από την κυβέρνηση, στη συνέχεια.
Υποστηρίχθηκε ότι το ερώτημα ήταν προσχηματικό, καθώς δεν εμπεριείχε εναλλακτική επιλογή και, άρα, δεν επιδεχόταν απάντηση, άλλη απ’ αυτήν που ήταν αρεστή στον ερωτώντα, δηλαδή στην κυβέρνηση. Αλλά η αρεστή στην κυβέρνηση απάντηση ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία γνωστή, και ήταν το «Όχι». Χωρίς, αφετέρου, να έχει απαλειφθεί η δυνατότητα άλλης επιλογής, του «Ναι» εν προκειμένω. Άρα η άποψη αυτή δεν ευσταθεί -εκτός αν υπαινίσσεται ότι και το «Ναι» θα ήταν διαχειρίσιμο από την κυβέρνηση Τσίπρα. Πράγμα που δεν απέχει από την αλήθεια. Όχι με την έννοια ότι το «Ναι» θα έδινε το πρόσχημα στον πρωθυπουργό να παραιτηθεί, αλλά ότι θα του έλυνε τα χέρια να προχωρήσει σε συμφωνία επικαλούμενος τη δέσμευσή του από τη λαϊκή βούληση. Αυτοδεσμευόμενος, παράλληλα, να επιδιώξει το καλύτερο δυνατό για τη χώρα και τα κοινωνικά στρώματα στα οποία απευθύνεται ο ίδιος και ο κόμμα του. Πράγμα που έπραξε στη συνέχεια, όταν είχε να διαχειριστεί το «Όχι».

Αξιοδίδακτος πολιτικός χειρισμός;

Έχουμε, μήπως, μπροστά μας έναν πολιτικό χειρισμό, άξιο να διδάσκεται στις σχολές πολιτικών επιστημών; Ίσως -αν μάλιστα προστεθεί στην εικόνα μια «λεπτομέρεια» που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Εννοούμε τις επτά λέξεις που συγκροτούν το σκληρό πυρήνα του δημοψηφισματικού ερωτήματος: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας;». Η διατύπωση, έμμεσα ανοιχτή και στην αποτίμηση του έργου της κυβέρνησης, απέθετε στον εκλογέα ακέραιη την ευθύνη της απάντησης. Απάντησης μονολεκτικής μεν –«Ναι» ή «Όχι»– αλλά που δεν μπορούσε παρά να έχει διπλό περιεχόμενο: Έγκριση (ή απόρριψη) της προτεινόμενης από τους «εταίρους» συμφωνίας, σε πρώτο πλάνο. Και, σε δεύτερο πλάνο, έγκριση (ή απόρριψη) των μέχρι τότε κυβερνητικών χειρισμών. Ως προς αυτό μπορεί, ίσως, να κατηγορηθεί η κυβέρνηση. Ότι, δηλαδή, με μιαν απάντηση σε ένα ερώτημα «διπλής όψεως» εξασφάλιζε και το ελεύθερο της διαπραγμάτευσης και την αποκάθαρση των λαθών και των αστοχιών της. Από την άλλη, ο εκλογέας είχε, αναμφίβολα, τη δυνατότητα να επιλέξει το «Ναι», απάντηση «διπλής όψεως» και αυτή, αφού, εκτός από αποδοχή των όρων των δανειστών, θα συνιστούσε και αποδοκιμασία της κυβέρνησης. Την απάντηση αυτή επέλεξε το 38,69% των εκλογέων. Ποσοστό μάλλον αδύναμο για να δώσει αέρα στα πανιά της αντιπολίτευσης -εκτός από ύποπτα όμοιο με την κοινωνία του ενός τρίτου (πλέον...), που σχεδιάζει για μας ο νεοφιλελευθερισμός...
Ποιος, μετά από το αποτέλεσμα της κάλπης, θα μπορούσε να μεμφθεί την κυβέρνηση για τους χειρισμούς της στην προσπάθεια να επιτύχει μια συμφωνία διαφορετική, λιγότερο επαχθής, ρητά συνοδευόμενη από δεσμεύσεις και των δανειστών, και όλα αυτά υπό τη διαρκή απειλή ης έξωσης της Ελλάδας από την ευρωζώνη; Δεν το έκανε η πλειοψηφία τής εντός κοινοβουλίου αντιπολίτευσης, επιλέγοντας να υπερψηφίσει τη συμφωνία, που έφερε η κυβέρνηση και να κρατήσει τα πυρά της για τη φάση της ψήφισης των εφαρμοστικών νόμων. Το έκανε η μειοψηφική εντός κόμματος αντιπολίτευση. Που, σε μια κίνηση πολιτικής απαξίωσης του πρωθυπουργού, καταψήφισε διά των εκπροσώπων της στη Βουλή τη συμφωνία.

Σημείο εκκίνησης το δημοψήφισμα

Με μια κίνηση ματ, η κυβέρνηση Τσίπρα ανταπάντησε, καταθέτοντας την εντολή στις 20 Αυγούστου. Την επομένη, 25 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ανεξαρτητοποιήθηκαν και σχημάτισαν το κόμμα της Λαϊκής Ενότητας. Η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, έδωσε τη δυνατότητα σχηματισμού νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η ΛΑΕ δεν ευτύχησε να εκπροσωπείται στη νέα Βουλή. Η αξιωματική αντιπολίτευση εισήλθε σε περίοδο εσωτερικών ανακατατάξεων, χωρίς ακόμη ορατή έξοδο, με την εκλογή του νέου προέδρου να αποτελεί απλώς ένα επεισόδιό της. Η κυβέρνηση ολοκλήρωσε μια δύσκολη και επώδυνη αξιολόγηση, αποσπώντας τη δέσμευση για σταδιακή αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν αγώνα με το χρόνο. Έναν αγώνα αντοχής, με σημείο εκκίνησης το δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου. Προπορεύεται μέχρι στιγμής η κυβέρνηση, έχοντας υπερπηδήσει το χρονικό όριο της «αριστερής παρένθεσης», στο οποίο πολύ ήλπισαν οι πάντες, από τους «εταίρους» μέχρι σύμπασα την αντιπολίτευση.
Στο απώτερο μέλλον η περίπτωση θα μπορούσε, όντως, να διδάσκεται στις σχολές πολιτικών επιστημών, ως υπόδειγμα χειρισμών, με στόχο να κερδηθεί πολιτικός χρόνος στο εσωτερικό -αλλά και εκτός συνόρων, μέσα, ας πούμε, στη μεγάλη εικόνα μιας Ευρώπης, που δείχνει να χάνει το παιχνίδι με το χρόνο.
Όμως, και στο άμεσο παρόν η ελληνική περίπτωση προσφέρεται για άντληση διδαγμάτων. Από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέηβιντ Κάμερον, ας πούμε. Ο οποίος, για να τιθασεύσει την εσωκομματική αμφισβήτηση στο πρόσωπό του, έβαλε το κόμμα, τη χώρα και τους συμμάχους του σε περιπέτειες, προκηρύσσοντας ένα δημοψήφισμα, απερίσκεπτα βέβαιος για το αποτέλεσμα. Και, το χειρότερο, χωρίς να είναι έτοιμος να επωφεληθεί και από το Brimain και από το Brexit.
Αν, όμως, είχε έστω φροντίσει την ακριβή διατύπωση του ερωτήματος;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet