Toυ Παναγιώτη Νούτσου*

Αρκετοί φίλοι/ες μου με ρωτούν αν έχω ασχοληθεί με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Διστάζω αμέσως να απαντήσω, μολονότι μου υπενθυμίζεται ότι εφέτος διανύεται η εξηκοστή επέτειος από το θάνατό του. Κυρίως όμως ότι δίδεται μια πρόσφατη πολυσέλιδη συγγραφική ώθηση έτσι ώστε να μην παρακαμφθεί αυτό το ερώτημα.
Τι σήμαινε μια στάση εναντίον της «δήθεν νέας ποίησης»; Με κάποια συγκατάβαση, ως κοντοπατριώτης και αργότερα συνδημό­της, και με μια αίσθηση οικειότητας, λόγω των συχνών διηγήσεων του Φέζου και των ανταρτών του χωριού μου που τον γνώρισαν από κοντά, φι­λοξενώ τον Γιώργο Κοτζιούλα (1909-1956) στους δύο τελευταίους τόμους της Σοσιαλιστικής σκέψης. Έτσι τον ανιχνεύω ως συνεργάτη του μηνιαίου οργά­νου του «Ακαδημαϊκού Ομίλου» Μελέτη-Κριτική (1932), ως στυλοβάτη της «Λαϊκής Σκηνής» (1943/1944), ως αρθρογράφο του Ριζοσπάστη (1947) και μεταφραστή του Λουκρήτιου στον Ανταίο (1948), αλλά και ως συνεργάτη του Νέου Νουμά (1950-1952) και του Λογοτέχνη (1956). Στο δοκίμιό του Πού τραβάει η ποίηση;, με ένα ναΐφ στιλ, στιγματίζει την «τε­χνητή ερμητικότητα και τον εθελημένο παραλογισμό της δήθεν νέας ποίη­σης» που με τις «αναιδείς απόπειρες διασυρμού της τέχνης» ατιμάζει την εθνική μας παράδοση» και πλαστογραφεί το «αίτημα της προόδου». Αναμφίβολα μια τέτοια «γνωμάτευση» κέρδισε τη δημόσια επιδοκιμασία του Βάρναλη (βλ. και επιφυλλίδα του Ν. Βαγενά, Το Βήμα, 17.12.2006).
Επίσης, τι υπονοούσε η ανάδειξη ενός «σπέρματος της ελπίδας»; Στο θόρυβο που προκλήθηκε για την «αριστεροποίηση» του Καρυω­τάκη παράπεσε η αντιμετώπισή του από τον Κοτζιούλα: «δεν πρόφτα­σε να επηρεαστεί από καινούργιες ιδέες, ανανεωτικές για τον εθνικό μας οργανισμό», «χωρίς να μπορεί την ψυχική του εξέγερση να τη συντονίσει με κάτι γενικότερο, με κάτι γενναιότερο, που θα ’κλεινε μέσα του το σπέρμα της ελπίδας» («Η σχολή του Καρυωτάκη και ο κύκλος των ομο­γενών», Νέος Νουμάς, Β΄, τχ. 6 [1.1.1952], 5-8). Ό,τι δηλαδή καταχώρι­σα στον 4ο τόμο της Σοσιαλιστικής (1994: 463).
Ένα ακόμη σημείο αφορά τα επιγράμματα του Κοτζιούλα, τα οποία αφιερώνει σε νέους Ηπειρώτες διανοούμενους που πέρασαν από το καμίνι της εαμικής Αντίστασης: «Του Βρανούση κατευόδιο», «Στου Δάλλα το ξεκίνημα» και «Στου Σούλη τον ξενιτεμό». Μεταξύ τους μάλιστα αλληλογραφούν αυτά τα χρόνια. Από τις μαρτυρίες αυτές (βλ. «Αρχείο Κοτζιούλα», επιμ. Νάση Μπάλτα, Αθήνα 1994) συνάγεται η ανατίμηση του έργου του Κορδάτου, τον οποίο ο Χρήστος Σούλης χαρακτήριζε «ακέραιο άνθρωπο και τίμιο εργάτη των γραμμάτων» (116), ενώ ο γιος του Γιώργος Σούλης –προφανώς πριν ξενιτευθεί– κρατούσε τις αποστάσεις του από τον «πολύ Βαλέτα» (βλ. «Ιστορική αίσθηση» και λογοτεχνία, Αθήνα 2011, 271). Εδώ είναι αξιοποιήσιμη επιστολή του (που απόκειται στη «Βιβλιοθήκη Γ. Κορδάτου», στο Βόλο· βλ. Γιάννινα. Από τον Αθανάσιο Ψαλίδα στον Γ. Ελιγιά, Ιωάννινα 1990, 45-47) καθώς και φωτογραφικό υλικό που χαρίζει ο νοσηλευόμενος Κοτζιούλας (Ιανουάριος 1949) στον ίδιο (από το αρχείο της οικογένειάς του που βρίσκεται στη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη· δεν μπορώ να υποθέσω τι θα προσέθεταν τα ΑΣΚΙ και τα Αρχεία του ΚΚΕ). Επιπλέον, ως προς το περιοδικό Ελλοπία θα μπορούσε να διερευνηθεί περισσότερο η ιδεολογική του φυσιογνωμία, στο οποίο ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το κείμενο: «Η φτώχεια και τα γράμματα», δίπλα από τον αγροτικό γερουσιαστή Σπ. Χασιώτη και τον Αλ. Μυλωνά, ηγέτη του Αγροτικού Δημοκρατικού Κόμματος, που ασχολείται με την πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση και την «ανάγκην συνεννοήσεως των Κρατών» (βλ. Γ. Ελιγιά, Ιωάννινα 2002, 23/24). Άλλωστε, είναι η περίοδος που αρθρογραφεί στη Δημοκρατία.
Αν επιστρέψω στο Νέο Νουμά, γιατί συχνά επιλέγεται να μην οριοθετηθούν οι ιδεολογικές του προκείμενες, τόσο που να εκλαμβάνονται συλλήβδην ως «εθνοκεντρικές»; Με αποτέλεσμα οι απόψεις του Κοτζιούλα να αντιμετωπίζονται απλώς ως «κράμα εθνοκεντρισμού και συντηρητισμού»; Γιατί το Πού τραβάει η ποίηση; γνώρισε την επιδοκιμασία του Βάρναλη; Δεν θα μπορούσε συναφώς να αξιοποιηθεί το άρθρο του: «Διανοούμενοι και πολιτικοί» στον Ρίζο της Δευτέρας (5.5.1947) (βλ. Η «γενιά των ιδεών» και ο Γ. Θεοτοκάς, Αθήνα 2013, 31/32). Επίσης, στα ποιήματα που γράφτηκαν με «αφορμή τον θάνατο» του Κοτζιούλα μήπως θα έπρεπε να μνημονευθεί κι αυτό του Βασίλη Μοσκόβη (Μήνυμα, Αθήνα 1961, 15); Δηλαδή:
«Πώς να σε νιώσουν μέσ’ στις καλοπέρασες;
–Γιατί όλοι τους ζούνε σε βίλλες και σ’ ανώγεια–
και σε όλη της ζωή σου την επέρασες
σε σανατόρια, σε παράγκες και σε υπόγεια».
Τέλος, η συζυγία: «ποίηση» και «πολεμική» (και οι δύο αποτελούν αυτοτελή φιλολογικά/λογοτεχνικά «είδη», τόσο που να καλύπτουν το σύνολο του συγγραφικού του έργου ή, έστω, να υπονοούν την ποίηση και την κριτική), ως υπότιτλος μιας σχεδιαζόμενης «φιλολογικής βιογραφικής αφήγησης» του Κοτζιούλα, μήπως θα μπορούσε να λάβει υπόψη (βλ. «Ιστορική αίσθηση», ό.π., 106/107) τον τρόπο που ασκούσε ο Αυγέρης τη λογοτεχνική κριτική και συνάμα, με παρόμοιο ζήλο, ό,τι ο ίδιος αποκαλούσε «κριτική των ιδεών»; Έως το 1956, ειδικότερα, τα σύντομα κείμενά του αφορούν την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή (Λειβαδίτης, Φωτιάδης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Κοτζιούλας κ.λπ.), θέματα ιστορίας τnς λογοτεχνίας (Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, Βουτυράς, Καζαντζάκη κ.λπ.) καθώς και πτυχές τnς «ιδεολογικής άμυνας του αστισμού», διεθνώς και στη χώρα μας, όταν κωδικοποιείται η σκέψη του κόσμου που «πάει προς τη δύση του» και γίνεται τέχνη η «απελπισία των κυρίων που εξα­φανίζονται» (21.5.1954 και 19.6.1955). Η πρακτική βέβαια των συγκοινωνούντων δοχείων με τα ευρύτερα δοκίμιά του είναι αναγνωρί­σιμη και κατανοητή για την ενεργό δημοσιότητα του διανοουμένου τnς Αριστεράς που αφουγκράζεται τις «δίψες» και τα «αίσια αγγέλματα του νέου κόσμου» (1964:13) (βλ. «Ιστορική αίσθηση», ό.π., 106/107).
Μάλλον έτσι θα είχαν περιορισθεί τα πραγματολογικά λάθη και συναφώς η «αφήγηση» θα ήταν περισσότερο συνεκτική. Για παράδειγμα, θα είχε αποφευχθεί η οριοθέτηση των ετών 1946-1956 με ενιαίο τρόπο ως «αντιηρωϊκή περίοδος» και η διττή μνεία της κατάθεσης των όπλων, άλλοτε τον Ιανουάριο και άλλοτε τον Φεβρουάριο του 1945. Ούτε να περιμένει ο Κοτζιούλας (σε χειρόγραφό του) την «πανηγυρική έκδοση» του Αληθινού Παλαμά το καλοκαίρι 1945, όταν ήδη το κείμενο αυτό του Ν. Ζαχαριάδη είχε κυκλοφορήσει, από την Κόκκινη Σημαία, ένα χρόνο νωρίτερα, στην «Ελεύθερη Ελλάδα». Τι σημαίνει η μισή κουβέντα ότι η Μάχη υπήρξε «άλλοτε εαμική» εφημερίδα, όταν δηλαδή η ΕΛΔ έχει μετατραπεί σε ΕΛΔ-ΣΚΕ και σε ΣΚ-ΕΛΔ, ή τι προσκομίζει ο χαρακτηρισμός του Αλ. Σβώλου σε «αμετανόητο πολιτικό εξόριστο», κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας που «γέμισαν τα νησιά» και πράγματι εκτοπίσθηκε από την Ανάφη ώς τη Χαλκίδα, και του Αλ. Παπαναστασίου σε «αστό πολιτικό, ύποπτο για αντιδικτατορική δράση», όταν πεθαίνει στην Εκάλη τον Νοέμβριο του 1936; Δεν ανατρέχω στους «ασχολίαστους» και «ασυντρόφευτους» Λ. Παυλίδη, Στ. Τσακίρη, Χ. Ριζόπουλο, Α. Προκοπίου, Ν. Παππά, Α. Ρουσοπούλου, Γ.Μ. Μυλωνογιάννη, Αιμ. Χουρμούζιο, Ν. Ράντο και αρκετούς άλλους, όπως ο Γιάνης Κορδάτος ή ο Μ. Αυγέρης… Πάντως, είναι ορθότερη η απόφανση ότι το περιοδικό Μελέτη-Κριτική «εμφανίζεται πιο προοδευτικό και ανοιχτό στους σύγχρονους προβληματισμούς». Δηλαδή, να μην κάνουμε τη χάρη σε όσους το κατατάσσουν συλλήβδην στα έντυπα της «μαρξιστικής Αριστεράς». Γιατί να μην υπάρχει δεύτερος και τρίτος «πλους»;

* Ο Π. Νούτσος είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet