President Barack Obama, with Transportation Secretary Ray LaHood, delivers remarks following his tour of the Parsons and Livingston Avenue construction site in Columbus, Ohio, June 18, 2010. The President is in  Columbus to tour the site of the 10,000th Recovery Act road project to get underway. The road improvement project is expected to create over 300 construction jobs and will contribute to the broader economic development effort underway in the area around the Nationwide ChildrenÕs Hospital.  (Official White House Photo by Pete Souza)

Του Λουίτζι Παντόλφι

Μεταξύ των θεμάτων που προκαλούν συζητήσεις αυτή τη στιγμή, η επιβράδυνση της οικονομίας των ΗΠΑ είναι το θέμα που εύλογα αξίζει μια ιδιαίτερη προσοχή. Τι συμβαίνει εκεί; Πολύ περιληπτικά: έπειτα από μια πενταετία που χαρακτηρίστηκε από την ανάκτηση των θέσεων που χάθηκαν λόγω της κρίσης των δανείων προς δανειολήπτες μειωμένης φερεγγυότητας, η δεύτερη οικονομία στον κόσμο ξαναρχίζει να εμφανίζει κάποια προβλήματα. Δύο είναι οι προφανείς δείκτες: η αύξηση του ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου που είναι κάτω του αναμενόμενου και μια απογοητευτική επίδοση της αγοράς εργασίας στους πρώτους πέντε μήνες του χρόνου. Αρχίζοντας από τον Ιανουάριο, δημιουργήθηκαν λιγότερες θέσεις εργασίας από τις προβλεπόμενες (38.000, ενώ είχαν υπολογιστεί σε 160.000), όμως το ποσοστό ανεργίας, ανέλπιστα, έπεσε στο 4,7%, το χαμηλότερο από τον Νοέμβριο του 2007. Αυτό είναι ένα δεδομένο που πάει μαζί, υπό την έννοια της συγκυρίας, με την παράλληλη πτώση του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, δηλαδή στην παραίτηση κάποιων τμημάτων του πληθυσμού από την αναζήτηση εργασίας.

Διαφορετικές πολιτικές αντιμετώπισης

Εκτός των άλλων, αν θεωρήσουμε την κρίση του 2007-2008 ως διαχωριστική γραμμή, και αν κάνουμε μια σύγκριση μ’ αυτό που συνέβη στην Ευρώπη την ίδια περίοδο, αυτοί οι αριθμοί αποκαλύπτουν ένα πλαίσιο που απέχει πολύ από κάποιες τρέχουσες περιγραφές. Το 2009 το ποσοστό ανεργίας στην Ευρώπη ήταν 9,8%, ενώ η Αμερική καταγραφόταν στο 9,5%. Και στις δύο περιπτώσεις, τότε, μιλούσαν για ποσοστά ρεκόρ. Εκείνη τη χρονιά η Ιταλία ήταν κάπως «καλύτερα», με ένα ποσοστό κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το 7,4%. Έπειτα η κρίση έκανε τον κύκλο της, καθώς και οι διάφορες πολιτικές που απαντούσαν στην κρίση. Έτσι, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες το ποσοστό ανεργίας έπεσε κάτω από το 5%, στην ευρωζώνη καταγράφεται γύρω στο 10,3% (στοιχείο του Απριλίου) και στην Ιταλία στο 11,7% (με τη νεανική ανεργία κοντά στο 37%). Πώς εξηγούνται αυτά τα στοιχεία; Είναι απλό: στην Ευρώπη επέλεξαν να αντιμετωπίσουν την κρίση με πολιτικές λιτότητας, στην Αμερική με δημόσια τόνωση της οικονομίας, την πιο εύλογη επιλογή όταν ο οικονομικός κύκλος είναι αρνητικός. Θα θυμόμαστε όλοι ότι το 2009 προωθήθηκε από την κυβέρνηση Ομπάμα το σχέδιο ARRA (Recovery and Reinvestment Act), ένα μέτρο σχεδόν χιλίων δισεκατομμυρίων δολαρίων για να δημιουργηθεί άμεσα νέα απασχόληση, να ενισχυθεί το κοινωνικό δίχτυ προστασίας για τα άτομα που είχαν πληγεί περισσότερο από την κρίση, να δοθεί μια νέα ώθηση στην οικονομία μέσα από άμεσες επενδύσεις στις υποδομές, στην παιδεία, στην υγεία, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτή η ενέργεια, μαζί με την ποσοτική χαλάρωση (QE), επέτρεψε στις ΗΠΑ να επαναφέρουν την ανεργία στα προ κρίσης επίπεδα. Ας επανέλθουμε όπως στο σήμερα.

Γιατί η επιβράδυνση;

Γιατί η οικονομία των ΗΠΑ επιβραδύνει; Οπωσδήποτε έχει σχέση η επιβράδυνση της κινέζικης οικονομίας και η πτώση της τιμής του πετρελαίου, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό στον τομέα shale gas & oil. Όμως πάνω απ’ όλα έχουν σχέση οι τρέχουσες ισορροπίες (ή ανισορροπίες) της παγκόσμιας αγοράς. Αν, λοιπόν, από τη μια πλευρά οι ΗΠΑ εξακολουθούν να καταγράφουν μια αξιόλογη αύξηση της κατανάλωσης σε εσωτερικό επίπεδο (τον Απρίλιο υπήρξε η μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων έξη χρόνων), δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για την εξωτερική ζήτηση, που εξακολουθεί να εμφανίζεται αδύναμη, ανεπαρκής. Δεν πρόκειται για κάτι νέο, προς Θεού: το αμερικανικό εμπορικό ισοζύγιο είναι στο κόκκινο από το μακρινό 1977! Μόνο που σήμερα, στην ανάλυση των συσχετισμών δυνάμεων στην παγκόσμια αγορά, δεν μπορεί κανείς να υπεκφύγει από το ζήτημα της έλλειψης συνεισφοράς στη συνολική παγκόσμια ζήτηση των χωρών που είναι στην κορυφή της κατάταξης των τρεχούμενων πλεονασμάτων, αρχίζοντας από τη Γερμανία, που την περσινή χρονιά άγγιξε την ανώτατο επίπεδο του 8,5% του ΑΕΠ, αδιαφορώντας για το όριο (6% του ΑΕΠ) που καθορίστηκε από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Πρόκειται για ένα μεγάλο ζήτημα, που εξηγεί, για παράδειγμα, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (TΤΙΡ) και, αντίστροφα, την αυξανόμενη ψυχρότητα κάποιων ευρωπαϊκών χωρών γι’ αυτήν.

Γιατί αυτή η στροφή;

Μήπως οι κυβερνήσεις του Βερολίνου και του Παρισιού αντιλήφθηκαν ξαφνικά τους κινδύνους για το περιβάλλον, για τα δικαιώματα των καταναλωτών και των εργαζομένων, που προέρχονται από την υπογραφή της ΤΤΙΡ; Ασφαλώς οι εκστρατείες ενημέρωσης και οι μεγάλες διαδηλώσεις των τελευταίων μηνών επέδρασαν πολύ στον προσανατολισμό της κοινής γνώμης αυτών των χωρών, όμως η απάντηση σε ένα ενδεχόμενο (και ευκταίο) ναυάγιο του σχεδίου θα πρέπει να βρεθεί στις εξελίξεις του εμπορικού πολέμου που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα. Πάντως, πέρα από τις επίσημες δηλώσεις, αυτό που μετράει είναι ότι μια χώρα σαν τη Γερμανία, μόνο την περσινή χρονιά, κατέγραψε ένα εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ ίσο με 74 δισεκατομμύρια δολάρια. Κι αυτό δημιούργησε ένα πρόβλημα για τις ΗΠΑ, που προστίθεται σε όλα τα άλλα. Ένα πρόβλημα που θα μπορέσει να επιλυθεί μόνο με έναν τρόπο: με τους Γερμανούς και τους Ευρωπαίους που θα αγοράζουν περισσότερα αμερικανικά προϊόντα. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτό το ενδεχόμενο, είναι αναγκαίες δύο προϋποθέσεις: να χαλαρώσει η μέγγενη της λιτότητας στην Ευρώπη και να καταρριφθούν τα εμπορικά εμπόδια που αυτή τη στιγμή περιορίζουν την ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η Γερμανία πρέπει να επιβραδύνει τον εμποριοκρατικό της αγώνα δρόμου, σεβόμενη, κατ’ αρχήν, τη συμφωνία που υπέγραψε με τους άλλους ευρωπαίους εταίρους. Το αν θα επιτευχθεί μια μεγαλύτερη ισορροπία στις εμπορικές συναλλαγές σε παγκόσμια κλίμακα εις βάρος της υγείας των πολιτών, των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της δημοκρατίας, είναι μολαταύτα μια άλλη ιστορία.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet