Mε αφορμή το βιβλίο «Προσφυγικό: “Θα τα καταφέρουμε;”» των Δημήτρη Χριστόπουλου και Γεωργίας Σπυροπούλου

 

Ο μικρός τόμος που παρουσιάζεται σήμερα έχει κάποια αξιοσημείωτα πλεονεκτήματα. Καταρχάς είναι ένα κείμενο που γράφεται ενώ η κατάσταση την οποία επιχειρεί να αναλύσει συνεχίζει να εξελίσσεται. Είναι δηλαδή ένα κείμενο το οποίο – ρητά άλλωστε – αναλαμβάνει τον κίνδυνο όχι μόνο να ξεπεραστεί άμεσα από τα γεγονότα, αλλά και να διαψευστεί από τις εξελίξεις. Οι δύο συγγραφείς όμως ενσυνείδητα αναλαμβάνουν αυτό το ρίσκο προκειμένου να παρέμβουν στη συγκυρία. Το βιβλίο αυτό είναι δηλαδή ένα κείμενο παρέμβασης και ως τέτοιο είναι σημαντικό. Γιατί πρόθεση των συγγραφέων εδώ δεν είναι μόνο να ασκήσουν κριτική και να στηλιτεύσουν τα κακώς κείμενα – φυσικά γίνεται και αυτό – αλλά να προτείνουν μια άλλη πολιτική, εδώ και τώρα, μια πολιτική που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι εφικτή και άμεσα εφαρμόσιμη.

 

Η αλήθεια είναι ότι οι συγγραφείς – ή μάλλον για να είμαι ακριβέστερος ο Δημήτρης Χριστόπουλος, μια και για τη Γεωργία Σπυροπουλου είναι η πρώτη της εκδοτική καταγραφή – δεν έχουν διστάσει να προτείνουν κατά καιρούς θέσεις που με βάση τον τρόπο που διεξάγεται η δημόσια συζήτηση στην ελληνική κοινωνία θεωρούνται προκλητικές, ακραίες ή και αντεθνικές. Έχω, όμως, την εντύπωση ότι αυτό οφείλεται μάλλον στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από την ελληνική κοινωνία η θεματική των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δηλαδή τις συμπληγάδες που συγκροτούν, από τη μία πλευρά, η ρητορική της «εθνικής αλήθειας» και, από την άλλη, η δήθεν αντισυστημική κριτική που θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρόσχημα και απατηλό συστημικό κατασκεύασμα. Το πρόβλημα επομένως εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έχει μάθει να (μη) συζητά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διάφορες παραμέτρους της (ας σκεφτούμε εδώ την ουσιαστικά απαγορευμένη συζήτηση περί μειονοτήτων στη χώρα μας) παρά στον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς επιλέγουν να διαπραγματευτούν το θέμα τους.  Γιατί – και εν προκειμένω – οι συγγραφείς στο βιβλίο που σήμερα συζητάμε σεβόμενοι τον αναγνώστη και την πολυπλοκότητα του θέματος, ρητά αναγνωρίζουν ότι κάθε επιλογή σε σχέση με το προσφυγικό ζήτημα έχει επιθυμητές και δυνητικά προβληματικές συνέπειες. Με δύο λόγια, οι συγγραφείς παρουσιάζοντας τα πολλαπλά διλήμματα πολιτικής που έχει αντιμετωπίσει η ελληνική και ευρωπαϊκή ηγεσία μετά στο 2015 έντιμα περιγράφουν όλα τα υπέρ και τα κατά κάθε επιλογής. Κατανοούν τις δυσκολίες και επισημαίνουν τις δυνητικές παρενέργειες. Ωστόσο, και αυτό επίσης ανήκει στα πλεονεκτήματα του βιβλίου κάνουν επιλογές, εκδηλώνουν προτιμήσεις, διατυπώνουν προτάσεις.

 

Τεκμηρίωση και όχι μαγικές λύσεις

 

Σημαντικό είναι, επίσης, ότι είναι ένα βιβλίο όπου η άποψη – την οποία θα συζητήσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια – συνδυάζεται με την τεκμηρίωση. Οι συγγραφείς κατανοούν ότι προκειμένου να αναλύσεις ένα πρόβλημα είναι σημαντικό να το γνωρίζεις. Και η γνώση σημαίνει τόσο σωστά δεδομένα όσο και επιτόπια παρουσία, κριτήρια που εκπληρώνουν και και οι δύο συγγραφείς. Το λέω αυτό γιατί στο συγκεκριμένο αντικείμενο, το προσφυγικό και το δίδυμο αυτού μεταναστευτικό, διατυπώνονται συχνά απόψεις βασισμένες σε εντελώς εσφαλμένα δεδομένα, ενίοτε και σε τερατολογίες και – κυρίως – χωρίς οι διατυπώνοντες τη σχετική γνώμη και αυτοπαρουσιαζόμενοι ως ειδικοί να νιώσουν την ανάγκη να γνωρίσουν έστω για λίγο από κοντά το αντικείμενο της ερευνάς τους, δηλαδή τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Επίσης, πράγμα επίσης σημαντικό αλλά όχι αυτονόητο, το βιβλίο δεν κατατρέχεται από το σύνδρομο της μαγικής λύσης, μια βασική παθογένεια δοκιμίων και βιβλίων που ασχολούνται με την πρόταση πολιτικής. Οι δύο συγγραφείς έχουν τη συνείδηση ότι οι βασικές προτάσεις πολιτικής τις οποίες διατυπώνουν δεν είναι λύσεις του προβλήματος – απεναντίας αναγνωρίζουν ότι κάποιες έχουν και ένα κάποιο ρίσκο – αλλά διαμορφώνουν τους όρους για μια καλύτερη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος. Γιατί, και αυτό είναι μια γνώμη που τουλάχιστο εγώ από χρόνια συμμερίζομαι, το ζήτημα της μετακίνησης και εγκατάστασης πληθυσμών προς την Ευρώπη (τόσο στη μεταναστευτική όσο και στην προσφυγική του μορφή) δεν είναι ένα πρόβλημα που διαθέτει μία λύση, αλλά μια ιστορική διαδικασία που μας καλεί να διαμορφώσουμε τους όρους της βέλτιστης δυνατής διαχείρισης τόσο για τους μετακινούμενους πληθυσμούς όσο και για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

 

Ένα μικρό χρονικό

 

Το βιβλίο λειτουργεί ως ένα μικρό χρονικό της προσφυγικής κρίσης υπενθυμίζοντας τους μικρούς και μεγάλους σταθμούς της πορείας προς την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα, δηλαδή το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου και τον εγκλωβισμό περίπου 50.000 προσφύγων στην Ελλάδα. Ξαναθυμόμαστε τις αρχικές προβλέψεις για τις αφίξεις μέσα στο 2015, τις δεσμεύσεις της Ελλάδας το Μάιο του 2015 (καθώς η κεντρική διαπραγμάτευση για το ελληνικό πρόγραμμα πλησίαζε στην κορύφωσή της) και στη διάσκεψη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων τον Οκτώβριο του 2015, την κατασκήνωση στο Πεδίον του Άρεως αλλά και τη δημιουργία του ανοιχτού κέντρου υποδοχής στον Ελαιώνα, την κορύφωση της ροής προς Βορρά τον Οκτώβριο του 2015 αλλά και το κλείσιμο των συνόρων την 5 Μαρτίου 2016.
Πίσω από τα γεγονότα του 2015, γίνονται ωστόσο αναφορές και στην προϊστορία του ζητήματος με αναφορές στις διαχρονικές αποτυχίες της ελληνικής μεταναστευτικής και προσφυγικής πολιτικής, όπως οι συνθήκες διοικητικής κράτησης αλλοδαπών και αιτούντων άσυλο (μια αμαρτωλή ιστορία με σημεία αιχμής το απαράδεκτο κέντρο κράτησης στην Παγανή και την απόφαση MSS κατά Ελλάδας που σηματοδότησε την πρώτη αναστολή εφαρμογής του Κανονισμού Δουβλίνο σε σχέση με τη χώρα μας, μια αναστολή που καλό είναι να υπενθυμίσουμε ότι ακόμα διαρκεί), τη διαχρονική αποτυχία της ελληνικής διοίκησης σε σχέση με το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων, την πολιτική της αποτροπής εισόδου και τις συχνά τραγικές συνέπειές τους και την εξίσου διαχρονική αποτυχία της ελληνικής διοίκησης σε σχέση με την εξέταση των αιτημάτων ασύλου που αποτυπώνεται στα χιλιάδες εκκρεμή αιτήματα που χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Οι συγγραφείς γνωρίζουν ότι τα προβλήματα δεν ξεκινούν το 2015, κάθε άλλο.

 

Σημαντική η αποδαιμονοποίηση

 

Ταυτόχρονα, επισημαίνονται τα όρια της ρητορικής της ελληνικής κυβέρνησης μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2015, που φαίνεται να επαναπαύτηκε στην προοπτική της άμεσης εξόδου του προσφυγικού πληθυσμού προς το Βορρά και έτσι απέτυχε σε όλα τα δύσκολα τεστ σε σχέση με την υποδοχή του προσφυγικού πληθυσμού παγιώνοντας μια ηχηρή απουσία από τους τόπους όπου η κρίση έπαιρνε δραματική και επείγουσα μορφή, τη Λέσβο και την Ειδομένη. Περισσότερο δε από όλα η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να αποφύγει να επωμιστεί το κόστος της παραβίασης του προσφυγικού δικαίου μετά τη συμφωνία του Μαρτίου. Έτσι, όπως σωστά επισημαίνουν οι συγγραφείς, ο αμέριμνος ανθρωπιστής γίνεται ο άνθρωπος που αναλαμβάνει τη βρώμικη δουλειά.

Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «προσφυγική κρίση του 2015» είναι στην πραγματικότητα μια κρίση υποδοχής προσφύγων. Οι αριθμοί των εισόδων στο ευρωπαϊκό έδαφος όσο μεγάλοι και αν είναι, δεν παύουν να αποτελούν μικρό υποσύνολο του προσφυγικού πληθυσμού που φιλοξενείται – σε πολλές περιπτώσεις χρόνια τώρα – στις χώρες που βρίσκονται γύρω από τα συριακά σύνορα, κάποιες δε από αυτές, όπως ο Λίβανος και η Ιορδανία, έχουν υποπολλαπλάσιο πληθυσμό και υποδομές από τις ευρωπαϊκές χώρες. Η αποδαιμονοποίηση του ζητήματος μέσα από την αποκατάσταση των πραγματικών αριθμητικών δεδομένων είναι σημαντική και νομίζω κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα συμφωνήσει με αυτή την παραδοχή των συγγραφέων. Ωστόσο, και οι συγγραφείς το επισημαίνουν αυτό, ο πανικός των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προκαλείται από το φόβο της πιθανότητας μιας ροής που θα υπερβεί σημαντικά τους σημερινούς αριθμούς. Στο ζήτημα αυτό το ζήτημα της αλληλεγγύης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες είναι κρίσιμο. Γιατί είναι πραγματικά αδύνατο να περιμένει κανείς επί της ουσίας μόνο από δύο χώρες, τη Γερμανία και τη Σουηδία, να επωμιστούν το βάρος μιας τέτοιας μαζικής μετακίνησης και εγκατάστασης. Από αυτή τη σκοπιά η – έως σήμερα - αποτυχία του προγράμματος μετεγκατάστασης και οι τόσο χαμηλοί αριθμοί μετεγκαταστάσεων  αποτυπώνουν κατά βάση την απροθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αναλάβουν μέρος της ευθύνης. Έτσι όμως ούτε Ένωση υπάρχει ούτε τίποτα.

 

Τα τρία διλήμματα

 

Στην κατάσταση που βρισκόμαστε μετά την 20ή Μαρτίου 2016 οι συγγραφείς με ενάργεια παρουσιάζουν τα τρία διλήμματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση: το δίλημμα του αποθηκάριου, το δίλημμα της μετεγκατάστασης και το ανθρωπιστικό δίλημμα. Στο σημείο αυτό, που κατά τη γνώμη μου είναι από πιο διεισδυτικά του βιβλίου, οι συγγραφείς αναλύουν τις πιθανές παρενέργειες κάθε πολιτικής επιλογής, επισημαίνοντας – πολύ σωστά – ότι σε ζητήματα τόσο σύνθετα είναι πιθανό οι επιλογές να ενεργοποιήσουν διαδικασίες που θα οδηγήσουν σε αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα. Σε αυτό το ρευστό όμως πλαίσιο – και επειδή έχω την αίσθηση ότι οι συγγραφείς παρά την επίγνωση της πολυπλοκότητας των πραγμάτων δεν προσχωρούν στο σχετικισμό – οι συγγραφείς κάνουν επιλογές και τις υπερασπίζονται. Ενδεικτικό είναι νομίζω το ακόλουθο απόσπασμα «πιστεύουμε ότι στο άμεσο μέλλον η Ελλάδα θα πρέπει να διαχειριστεί το προσφυγικό όχι με λογική του μεταμελημένου Ευρωπαίου μαθητή, κάνοντας το homework για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αυταρχικού δασκάλου, αλλά ως δικό της έργο, όποια θέση και αν παίρνει η ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι δεν πρέπει να επιτείνει τις προσπάθειες της στο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας, καθώς και για ευρωπαϊκή διευθέτηση. Σημαίνει όμως, ότι παράλληλα με αυτά, το ελληνικό κράτος πρέπει επιτέλους να μπει στη λογική μιας εσωτερικής διοικητικής ανασύνταξης, ανεξαρτήτως τη έκβασης των όποιων ενδοευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων».

 

Δύο συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής

Οι συγγραφείς καταλήγουν σε δύο συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής: α) στη σύσταση χαρτοφυλακίου Επικρατείας για τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος και Β) στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός ασφαλούς διαδρόμου στον Έβρο. Σε σχέση με την πρώτη, νομίζω ότι διατυπώνεται και υπό το βάρος του κεντρικού ρόλου που ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Άμυνας στη διαχείριση της σημερινής κρίσης, μια επιλογή κάπως ανορθόδοξη για τη σημερινή κυβέρνηση (ή μήπως όχι;). Προσωπικά θα έλεγα πάντως ότι η συμβολή ή μη μιας τέτοιας επιλογής, δηλαδή της σύστασης του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου θα κριθεί κυρίως από την επιλογή του προσώπου που θα αναλάβει αυτή τη θέση. Από αυτή τη σκοπιά δεν είμαι βέβαιος ότι θα ήταν αναγκαία η σύσταση μιας τέτοιας θέσης ή αν το ζήτημα θα πρέπει να λυθεί με τη διυπουργική συνεργασία στο πλαίσιο της κυβέρνησης.
Η δεύτερη πρόταση – πιο τολμηρή και ρηξικέλευθη – διατυπώνεται εν γνώσει του κλεισίματος των συνόρων και της πραγματικότητας μετά την 20ή Μαρτίου. Η πρόταση αυτή έχει ένα πραγματικά ακαταμάχητο πλεονέκτημα. Ότι μηδενίζει την ανάγκη της ανάληψης του ρίσκου του ριψοκίνδυνου ταξιδιού στη Μεσόγειο, ακυρώνει την πραγματική βάση των πολύνεκρων ναυαγίων και στερεί από τους διακινητές τους εξ ανάγκης πελάτες τους.
Οι συγγραφείς, επειδή ακριβώς ξέρουν το θέμα αντιμετωπίζουν την εύλογη ένσταση: μπορεί αυτό να ενισχύσει τις ροές; Συνοπτικά θα πω ότι εκτιμούν ότι αυτό είναι μεν πιθανό αλλά όχι σε ένα μη διαχειρίσιμο επίπεδο. Και ότι τα πιο πάνω πλεονεκτήματα είναι υπέρτερα. Προσωπικά συμμερίζομαι αυτή τη γνώμη.

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου οι συγγραφείς κάνουν μια αισιόδοξη σκέψη. «Σε μερικά χρόνια, κάτι καλό θα έχει φυτρώσει σε τούτη τη χώρα από τον προσφυγικό σπόρο». Θέλω να κλείσω με αυτή τη σκέψη, όχι μόνο για λόγους συμβατικής αισιοδοξίας, αλλά και γιατί είναι μια διαπίστωση που συμμερίζομαι απόλυτα ενάντια στη (συγκεκριμένης πολιτικής στόχευσης) καταστροφολογία που συνοδεύει συχνά το λόγο περί της προσφυγικής κρίσης. Σκέφτομαι όμως, και είμαι βέβαιος ότι αυτή τη σκέψη την κάνουν και οι συγγραφείς αλλά και όλοι οι σήμερα παριστάμενοι ότι ο σπόρος για να φυτρώσει χρειάζεται πρόσφορο έδαφος, αλλά και κατάλληλη καλλιέργεια και ανθρώπινη φροντίδα. Η ελληνική κοινωνία ας μην αφήσει τα πράγματα να πάνε μόνα τους, γιατί δεν θα οδηγηθούν από μόνα τους κάπου. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό το έκανε μέσα από την ανάπτυξη του πολύπλευρου κινήματος αλληλεγγύης. Ιδίως η σημερινή κυβέρνηση ας κάνει επιλογές σε σχέση με τον προσφυγικό πληθυσμό και ας τις υπερασπιστεί. Σκέφτομαι για παράδειγμα το ζήτημα της παρουσίας των προσφυγόπουλων στις σχολικές τάξεις από το Σεπτέμβριο. Μπορεί η κυβέρνηση – αλλά και η ελληνική κοινωνία – να δώσει στο ζήτημα αυτό ένα νέο ισχυρό σήμα;
Μπορεί να πει «θα τα καταφέρουμε;»

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet