spathis2

Ενα χρόνο μετά το περσινό δημοψήφισμα στην Ελλάδα, την επώδυνη συνθηκολόγηση που ακολούθησε και την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης από τους δανειστές, τον περασμένο Μάιο, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κεφαλαιώδες ερώτημα, που αφορά τη φυσιογνωμία και το πολιτικό του σχέδιο από εδώ και πέρα. Ερώτημα που το κόμμα καλείται να απαντήσει στο συνέδριο του, τον ερχόμενο Οκτώβριο, όπως αποφάσισε η πρόσφατη Κεντρική Επιτροπή, και που σκιαγραφείται στις γραμμές του κειμένου των θέσεων, που απασχόλησαν τις εργασίες της επί ένα διήμερο.
Για την πολιτική θεωρία, τους ειδικούς αναλυτές, τους ιστορικούς του μέλλοντος, αλλά και του παρόντος, το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας και διδακτορικών διατριβών διότι, ενώ ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως κόμμα της Αριστεράς, μέσα από τα κομματικά του κείμενα και τις αντίστοιχες λειτουργίες του, ασκεί συγχρόνως κυβερνητική εξουσία. Αυτή κινείται, όμως, σε ένα διαφορετικό, αλλά παράλληλο σύμπαν (αυτό, δηλαδή, που συναντάει κάνεις στα διάφορα είδη αστικών δημοκρατικών κομμάτων, όταν διαχειρίζονται το κράτος). Με το όλο σχήμα να συνιστά ένα Matrix, όπως εύστοχα επεσήμανε το θεωρητικό Μαρξιστικό περιοδικό Θέσεις σε πρόσφατη έκδοση του.

Η αντίφαση

Αν η αντίθεση μεταξύ κομματικού λόγου και κυβερνητικού έργου για τους πολιτικούς αναλυτές αποτελεί θεωρητικό ερώτημα, για την κομματική νομενκλατούρα και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους δεν υπάρχει καμία contradiction in terms (αντίφαση εν τοις πράγμασι), διότι άλλο κόμμα άλλο κυβέρνηση, μας λένε. Γιατί το κόμμα συγκροτεί την πρωτοπορία, που με το ριζοσπαστικό και ρηξικέλευθο λόγο της καλεί την κοινωνία για ρήξεις και ανατροπές, ενώ η κυβέρνηση ακολουθεί, για να διαχειρίζεται με σύνεση και ρεαλισμό το γενικό συμφέρον, λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν της το δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων στη χώρα, την Ευρώπη και διεθνώς. Η προσέγγιση, όμως, αυτή ξεχνάει το στοιχειώδες, ότι τα πολιτικά υποκείμενα εκπροσωπούν κοινωνικά αιτήματα που, αν τα αναιρούν όταν ασκούν την εξουσία, κανένας κομματικός λόγος δεν μπορεί να τους διασώσει από την κοινωνική οργή. Για το λόγο αυτό είναι μάταιη κάθε απόπειρα μαζικής εγγραφής νέων μελών, που συχνά τα κομματικά και κυβερνητικά στελέχη ευαγγελίζονται.
Αν η στοιχειώδης αυτή θεώρηση εμπεριέχει, έστω, κάποια ψήγματα αλήθειας, είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε το πολιτικό σχέδιο και τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής και δευτερευόντως στον κομματικό λόγο και τα κείμενά του. Με δεδομένο αυτό, στην παρούσα ιστορική στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εγγράφεται πολιτικά στο ριζοσπαστικό χώρο της Μαρξιστικής Αριστεράς, αλλά αντίθετα, με ευθύνη της ηγετικής του ομάδας, επιχειρεί (στριμώχνεται) να καταλάβει μια θέση στο χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, την εποχή των μνημονίων και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Το συμπέρασμα αυτό δεν συνάγεται από το φωτογραφικό υλικό που εμφανίζει τον πρωθυπουργό μαζί με τους ευρωπαίους «σοσιαλιστές» στις διάφορες συναντήσεις τους, ούτε από τους ελιγμούς και τις εύλογες πολιτικές τακτικές στην αναζήτηση συμμαχιών, ώστε να βγούμε από τη δύσκολη θέση της ευρωπαϊκής επιτροπείας, στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί. Προκύπτει από το πολιτικό σχέδιο της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ή του Μαξίμου κατά το κοινώς λεγόμενο, το οποίο έχει οριστικοποιήσει για την επόμενη περίοδο. Ένα πολιτικό σχέδιο που συνοδεύεται από ένα σύνολο κρίσιμων πολιτικών πρωτοβουλιών, όχι μόνο για την άσκηση της τρέχουσας κυβερνητικής πολιτικής, αλλά που είναι αποφασιστικό για το παρόν και το μέλλον του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό).

Οικονομική πολιτική

Στο επίπεδο αυτό, η άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι αυστηρά προσδιορισμένη από τις μνημονιακές δεσμεύσεις, όπως αυτές οριστικοποιήθηκαν στην τελευταία αξιολόγηση. Ασφαλιστικό, φορολογικό, πρωτογενή πλεονάσματα, ρυθμίσεις για το χρέος με αυστηρή εποπτεία και προϋποθέσεις, δεν αποτελούν παρά όψεις της ίδιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης που οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί μας επιβάλλουν. Τα περιθώρια άσκησης εθνικής πολιτικής είναι ελάχιστα, με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να «παίζει όλα τα λεφτά» στο στοίχημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της δίκαιης ανάπτυξης. Στο σημείο αυτό, η αγωνία αντιγραφής ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών προτύπων της μεταπολεμικής περιόδου είναι εμφανής, με την πλήρη, όμως, αντιστροφή των δεδομένων εκείνης της περιόδου. Εξαίρεση είναι μόνο το μέγεθος της καταστροφής της παραγωγικής υποδομής της ελληνικής οικονομίας την περίοδο του πολέμου, που δεν υπολείπεται από το μέγεθος της καταστροφής την εποχή των μνημονίων. Όταν, όμως, την μεταπολεμική περίοδο η σοσιαλδημοκρατία αναλάμβανε δια του κράτους να διαχειρισθεί κρίσιμους τομείς της κατεστραμμένης οικονομίας, το έκανε διότι οι ατομικοί καπιταλιστές δεν διακινδύνευαν τις επενδύσεις τους χωρίς εξασφαλισμένη κερδοφορία.
Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Οι τωρινοί διαχειριστές εκχωρούν το δημόσιο πλούτο και βασικούς τομείς της παράγωγης στους ιδιώτες, που ξέρουν πια να κερδοσκοπούν στηριζόμενοι στη μονοπωλιακή αξιοποίηση προϊόντων και υπηρεσιών, το χαμηλό εργατικό κόστος και τον τεράστιο εφεδρικό στρατό ειδικευμένων εργατών, όσων ακόμα δεν τους έχει απαξιώσει η μακρόχρονη ανεργία. Στην περίπτωση μας το Υπερταμείο, με το ΤΑΙΠΕΔ και τα άλλα τρία υποταμεία, έχουν αναλάβει αυτό το ρόλο, με την κυβέρνηση να αντιστέκεται σε μερικές περιπτώσεις (βλέπε ΔΕΗ), επικαλούμενη το δημόσιο συμφέρον. Η υπόσχεση, ωστόσο, είναι πάντα ότι θα το υλοποιεί με τα δεδομένα της ελεύθερης αγοράς, χωρίς ελλείμματα και περιπέτειες που μία οικονομία των αναγκών πιθανόν να προκαλεί. Είναι αδύνατη, λοιπόν, η κοινωνική πολιτική, την οποία προσπαθεί να θεραπεύσει η επίκληση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, με το εύρημα «πρώτα η ανόρθωση της οικονομίας, η αύξηση της πίτας και μετά η δίκαιη διανομή του παραγόμενου πλούτου». Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να αντιγράψουμε από την ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας τον προηγούμενο αιώνα, είναι η κατοχύρωση της εργασίας με δικαιώματα που ενισχύουν την ταξική πάλη απέναντι στην εργοδοσία, αλλά το γεγονός αυτό δεν υπάρχει στην ατζέντα της κυβερνητικής πολιτικής. Οι δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών για εφαρμογή των ευρωπαϊκών προτύπων στην αξιολόγηση του Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί εγγύηση, όταν μάλιστα οι όψιμοι σύμμαχοι μας γάλλοι σοσιαλιστές τα καταργούν στη δική τους περίπτωση.

Κοινωνική πολιτική

Το επίπεδο της κοινωνικής πολίτικης αποτελεί προνομιακό πεδίο για τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι αποτελεί το χώρο όπου ανακαλείται το ιδρυτικό πρωτόκολλο του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση για να καταργήσει τη λιτότητα, να ανασυγκροτήσει το κοινωνικό κράτος, να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση και να κατοχυρώσει τα εργασιακά δικαιώματα. Όλα αυτά αποτελούσαν καταστατικές αρχές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας την περίοδο της χρυσής εποχής και δικαίως την είχαν αναδείξει κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη. Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Η λιτότητα αποτελεί βασικό επακόλουθο της εσωτερικής υποτίμησης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος για όλη την ΕΕ, στην περίπτωση δε των υπερχρεωμένων χωρών, σαν τη δική μας, επιβάλλεται δια των συνεχόμενων μνημονίων. Ακυρώνεται, επομένως, η υπόσχεση για κατάργηση της λιτότητας, συμπαρασύροντας και το κοινωνικό κράτος. Οι θεσμικές παρεμβάσεις στην Υγεία για την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας όλων των κατοίκων, ασφαλισμένων και ανασφάλιστων, μαζί με τις προσπάθειες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, αποτελούν μεγάλες τομές αδιαμφισβήτητης αξίας. Όταν, όμως, δεν συνοδεύονται από την απαίτηση οι δημόσιες δαπάνες για Υγεία (και Παιδεία) να εξαιρούνται από τη μνημονιακή υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα, οι θεσμικές αλλαγές ακυρώνονται στην εφαρμογή τους. Τα σημαντικά κενά σε θέσεις νοσηλείας, προσωπικού, εξεταστικών κέντρων και φάρμακων στα δημόσια νοσοκομεία καλύπτονται από τα ιδιωτικά συμφέροντα, που μεγεθύνουν ανενόχλητα την κερδοφορία τους. Αφετέρου, η Παιδεία, βασικός ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, είναι το πεδίο όπου η Αριστερά μπορεί να αξιοποιήσει το ιδεολογικό της οπλοστάσιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα, επέλεξε να το μετατρέψει σε αντικείμενο εθνικού διαλόγου, παραδίδοντας τα όσια τοις κυσί. Αντί, λοιπόν, να προσπαθεί να επιλύει βήμα-βήμα τα συσσωρευμένα προβλήματα, που είχαν αναδείξει μακρόχρονοι αγώνες της Αριστεράς, ανέθεσε την επίλυση τους σε πρόσωπα με «εκσυγχρονιστικές» εμμονές και ακατάσχετη πολυλογία επί παντός επιστητού. Πρόσωπα που τελικά καταλήγουν στην υιοθέτηση του δρόμου που άνοιξαν οι προηγούμενοι θιασώτες των ιδιωτικών πανεπιστημίων και των διδάκτρων, όπου δοθεί η ευκαιρία.
Στον τομέα της «ανθρωπιστικής κρίσης», όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να επιδείξει σημαντικό έργο. Το γεγονός ότι το πρώτο νομοσχέδιο που ψήφισε η κυβέρνηση της Αριστεράς τότε, με σημαντική συμβολική σημασία, παρά το πενιχρό ποσό των διακοσίων εκατομμυρίων που διέθεσε, ήταν για την αντιμετώπιση της. Έκτοτε, το αρμόδιο υπουργείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και εποπτείας να διαχειριστεί τα προβλήματα που μαστίζουν τα θύματα της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας. Υπάρχει, βέβαια, πάντα ένα ερώτημα, που δεν παραλείπει να μας το υπενθυμίζει η καθ’ ύλη αρμόδια υπουργός, με κάθε ευκαιρία: που εντάσσονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται από το υπουργείο της, στη σφαίρα της φιλανθρωπίας ή σε μία ριζοσπαστική αριστερή πολιτική; Το ερώτημα αυτό θα αιωρείται αναπάντητο όσο ξεχνάμε τη δομική αντίθεση νεοφιλελευθερισμού και αριστερής πολιτικής. Ο καπιταλισμός, με τις πολιτικές της λιτότητας και της μαζικής ανεργίας που υλοποιεί, εξωθεί μεγάλα τμήματα των εργαζομένων σε πλεονάζον και περιττό ανθρώπινο δυναμικό. Για να αποφύγει κοινωνικές εκρήξεις είτε τα απομονώνει χωροταξικά και κοινωνικά, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, τα συντηρεί στα όρια της επιβίωσης, με το εύρημα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Η Αριστερά όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με το πρόβλημά αυτό, αυτονόητα πρέπει να εξασφαλίσει τα αναγκαία μέσα επιβίωσης προσωρινά. Κύριο μέλημα της, όμως, πρέπει να είναι πώς θα επανενταχθούν στο ενεργό ανθρώπινο δυναμικό, διότι αν ικανοποιεί απλώς την επιβίωση, προσφέρει αξιέπαινο έργο στον καπιταλισμό που εμφανίζει την κρίση και της συνέπειές της ως κανονικότητα και φυσική νομοτέλεια.
Τελειώνοντας τη σύντομη αυτή αποτίμηση στις απόπειρες του ΣΥΡΙΖΑ για κοινωνική πολιτική, μπορούμε να πούμε ότι θέλει και επιχειρεί, αλλά τα μνημόνια δεν το επιτρέπουν. Άρα άνθρακες ο θησαυρός!

Το πολιτικό σύστημα

Εδώ και αρκετά χρόνια, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλυτές συχνά αναγγέλλουν το τέλος της μεταπολίτευσης και την αρχή ενός νέου πολιτικού συστήματος. Σήμερα ένα είναι σίγουρο προς το παρόν, ότι ο δικομματισμός με την επαναλαμβανόμενη διαδοχή έχει οριστικά αποβιώσει. Από τα δύο πρώην κυρίαρχα κόμματα το ΠΑΣΟΚ έχει βρεθεί στο χρονοντούλαπο της Ιστορία. Η ΝΔ επιβιώνει, με περισσότερο αποσαφηνισμένες κοινωνικές εκπροσωπήσεις και ταξικές αναφορές, διότι αποτελεί το βασικό πυλώνα της αστικής τάξης στην Ελλάδα και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να εξαφανισθεί όσο ο καπιταλισμός καλά κρατεί. Στην εποχή των μνημονίων, με τους ταχύτατους πολιτικούς ρυθμούς, το κενό που δημιουργήθηκε στην εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων, το κατέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σημαία και τα οράματα της Αριστεράς. Δυστυχώς, όμως, οι πονηριές της Ιστορίας δεν του επέτρεψαν να εφαρμόσει ούτε καν το μεταβατικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Οι κοινωνικές ομάδες που τον στήριξαν, δυσπιστούν και, στην καλύτερη περίπτωση, βρίσκονται σε αναμονή της τελικής έκβασης της μάχης που διεξάγει με τους ανάλγητους κυρίαρχους του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, ή για την ακρίβεια η ηγετική του ομάδα, γνωρίζει ποια θα είναι η συνέχεια και για αυτό προετοιμάζεται. Η πολιτική που σκιαγραφήθηκε πάρα πάνω στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο είναι μονόδρομος. Αυτό που απαιτείται είναι ένα νέο πολιτικό σύστημα που να της αντιστοιχεί. Εδώ, λοιπόν, ανασύρεται από τη φαρμακαποθήκη του αστισμού το αποτελεσματικό φάρμακο «κορτιζόνη» για την προσωρινή θεραπεία των συμπτωμάτων κάθε ασθένειας, δηλαδή, το εκλογικό σύστημα. Και, κατά διαβολική σύμπτωση, αυτό βολεύει να είναι η απλή αναλογική, που ήταν πάντα το αίτημα της Αριστεράς. Ένα εκλογικό σύστημα που με τις κοινωνικές αντιστοιχήσεις σήμερα, και επομένως τις ανάλογες εκλογικές καταγραφές, δεν θα επιτρέπει σε κανένα κόμμα κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, αλλά ούτε καν πιθανή πλειοψηφία με τη συνεργασία του πρώτου κόμματος με ένα μικρό (ποσοστό κάτω του 10%). Τι απομένει, λοιπόν, για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, που το απαιτούν οι επενδυτές για να προσέλθουν, και οι ευρωπαίοι έτεροι για να μας εμπιστεύονται; Ο μεγάλος συνασπισμός. Αυτό είναι το πολιτικό σύστημα που «φοριέται» στην Ευρώπη. Το εφαρμόζει η Γερμανία με επιτυχία εδώ και χρόνια και ενδεχομένως θα δούμε κάτι αντίστοιχο στην Ισπανία. Αυτό είναι το καλύτερο εισιτήριο για την είσοδο του ΣΥΡΙΖΑ στο «θαυμαστό κόσμο» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Μα η απλή αναλογική ήταν πάγιο αίτημα της Αριστεράς και θεμελιακή αρχή για την ελεύθερη έκφραση των πολιτών, θα αναφωνήσουν αρκετοί καλοπροαίρετοι σύντροφοι. Ήταν και παραμένει, είναι η απάντηση. Αλλά αυτή για να είναι απλή και αναλογική, ώστε να υπηρετεί και να εμπεδώνει τη δημοκρατία, απαιτεί κάποια προαπαιτούμενα, που δεν ικανοποιούνται προς το παρόν. Απαιτεί το μετασχηματισμό του αστικού κράτους από όργανο του κεφαλαίου και μηχανισμό πελατειακών σχέσεων, σε πραγματικό υπηρέτη των κοινωνικών αναγκών. Απαιτεί την καταστροφή των ιδεολογικών μηχανισμών ή τη μετατροπή τους από φορείς αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας (ιδιαίτερα τα ΜΜΕ) σε χώρους ελεύθερης έκφρασης και δημιουργίας. Όλα αυτά, φυσικά, φαντάζουν μακρινά και ουτοπικά και η επίκληση τους μπορεί να θεωρηθεί σκόπιμη για να παραπεμφθεί η υπόσχεση της απλής αναλογικής στο άγνωστο μέλλον. Όμως, μόνον εκείνη η Αριστερά που διεξάγει πόλεμο θέσεων, μπορεί να πείσει ότι το πολιτικό της σχέδιο ικανοποιεί το γενικό συμφέρον και επομένως να αποκτήσει ιδεολογική ηγεμονία. Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο βρίσκεται πολύ μακριά από μια τέτοια εξέλιξη, αλλά δημιουργεί την εύλογη υποψία ότι το μόνο που ενδιαφέρει την ηγεσία του είναι η πολιτική της επιβίωση, έστω και στη θέση του δεύτερου βιολιού.


Μάκης Σπαθής
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet