pavlos1

Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια σαφή, αν και πρόχειρα συγκροτημένη και αδυσώπητη συστημική επίθεση. Συγκεντρώνει ευρύτερες δυνάμεις της συντηρητικής παράταξης, που όλες μαζί διαβλέπουν ότι όσο παραμένει στην εξουσία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων θίγονται ζωτικά τους συμφέροντα. Παρά τις καθυστερήσεις στο κυβερνητικό έργο, ακόμη και τις αντιφάσεις ή πισωγυρίσματα, όλο και πιο αισθητός γίνεται ο κίνδυνος περιορισμού ή και κατάργησης πεδίων, που πραγματοποιούνταν κέρδη εις βάρος των συμφερόντων του δημοσίου ή του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Αυτή η διαδικασία απειλεί αυτά τα ποικίλα συμφέροντα και τα συνενώνει σε ένα σκληρό μέτωπο εναντίον της κυβέρνησης.

Αναλογική, κανάλια, δικαιοσύνη

Τρία κεντρικά ζητήματα, όμως, που κρίνονται αυτές τις μέρες, φαίνεται να χρωματίζουν και να μετασχηματίζουν αυτό το μέτωπο, να του δίνουν πολιτικό χαρακτήρα. Είναι η αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η αδειοδότηση των νέων καναλιών και η παρέμβαση στα προβληματικά πεδία της δικαιοσύνης. Σ’ αυτό το σημείο ωριμάζει η ιδέα για αποτελεσματικότητα και πολιτική προοπτική την οποία σπεύδει να την δώσει, ο Πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης. Αν και δεν παύει να διατείνεται ότι δεν θα ακολουθήσει ποτέ τον λαϊκισμό, εντούτοις, αποδέχεται αυτό το ρόλο να ηγηθεί δηλαδή σ’ όλο αυτό το μείγμα συμφερόντων.
Η ΝΔ αντιλαμβάνεται ότι αν συντελεστούν αυτά τα βήματα, θα στερηθεί κρίσιμων εργαλείων για την ανάκτηση της εξουσίας στο άμεσο μέλλον. Γι’ αυτό όχι απλώς αντιδρά, όπως θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο, αλλά επιχειρεί να τα αναγορεύσει σε θεσμική ανατροπή, ως παραβίαση θεσμών, αγγίζοντας έτσι τα όρια του παλαιού αντικομμουνισμού της δεξιάς.

Επίθεση και γενικολογίες

Αυτό ωθεί τον Κ. Μητσοτάκη στην επιλογή των πιο ακραίων χαρακτηρισμών, όταν αναφέρεται στον Πρωθυπουργό προσωπικά και την κυβέρνηση. Η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο ΣΚΑΪ, παρά το ό,τι δεν μπορεί να πει κανείς ότι ικανοποίησε ικανό μέρος του κόσμου της Αριστεράς, αποτέλεσε τον κεντρικό στόχο του προέδρου της ΝΔ. «Προειδοποιώ τον κ. Τσίπρα να μην διανοηθεί να παίξει θεσμικά παιχνίδια με τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Κάποια από τα λεγόμενά του υποδηλώνουν, στην καλύτερη περίπτωση, θεσμική άγνοια. Στη χειρότερη, την πρόθεσή του να καταφύγει σε θεσμικές ακροβασίες που δεν συνάδουν με το πνεύμα, αλλά και το γράμμα του καταστατικού χάρτη». Και πρόσθεσε «Χθες ο κ. Τσίπρας ξεπέρασε τον εαυτό του σε θράσος και κυνισμό. Ούτε λίγο, ούτε πολύ μάς είπε ότι όλα τα έπραξε καλώς. Δικαιολόγησε τα πάντα και δεν αισθάνθηκε ούτε μια στιγμή την ανάγκη να κάνει έστω μια ελάχιστη αυτοκριτική. Δεν αισθάνθηκε ούτε μια στιγμή να αρθρώσει μια συγγνώμη -προσχηματικά έστω- προς τον ελληνικό λαό, τον οποίο συνειδητά εξαπάτησε. Ειλικρινά δεν ξέρω τι είναι πιο επικίνδυνο. Ότι πιστεύει όσα είπε ή ότι συνειδητά ψεύδεται;»
Ο Κ. Μητσοτάκης, όμως, έδωσε και μια εικόνα του προγράμματός του για μια ακόμη φορά, επιλέγοντας νεοφιλελεύθερες μεν, αλλά γενικές τοποθετήσεις. «Η οικονομία χρειάζεται ένα άλλο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής, που προτάσσει τη μείωση φόρων και το στοχευμένο περιορισμό των δαπανών, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των μεταρρυθμίσεων και την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων. Χρειάζεται μια άλλη οικονομική αντίληψη, που να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη, να στηρίζει την υγιή επιχειρηματικότητα, να προσελκύει επενδύσεις, να δημιουργεί δουλειές».

Όχι άλλες περικοπές σε παιδεία και υγεία

Εμμέσως πλην σαφώς στον κ. Μητσοτάκη απάντησε ο Αλέξης Τσίπρας από τη Σαντορίνη, που παρευρέθηκε στα εγκαίνια του νέου νοσοκομείου του νησιού. «Θέλω να μου επιτρέψετε δύο λόγια σε σχέση με το συνολικότερο όραμα για την υγεία, διότι αυτό ο χώρος έχει υποφέρει, διαρκώς έμπαινε στο στόχαστρο της περικοπής δαπανών. Και ξέρετε, σήμερα υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για το αν πρέπει να εξορθολογήσουμε τα δημοσιονομικά μας μέσα από την προσπάθεια φορολογίας σε όσους έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν ή από την περικοπή δαπανών. Και κάποιοι λένε ότι πρέπει να περικόψουμε δαπάνες και όχι να αυξήσουμε τα έσοδα. Όταν λένε “δαπάνες” τι εννοούν όμως; Εννοούν μισθούς και συντάξεις και δαπάνες για υγεία και παιδεία. Πόσο άλλο να περικόψει κανείς δαπάνες σε παιδεία και υγεία;».
Με αφετηρία τα περιστατικά επιχειρήσεων, που πτώχευσαν, αν και είχαν πλούσιους ιδιοκτήτες, ευνοημένους με δανεικά, πρόσθεσε «Βεβαίως, όταν λένε “δαπάνες” αυτοί που μας ζητούν περικοπές στις δαπάνες δεν εννοούν σπατάλες, τα θαλασσοδάνεια τραπεζών που έχουν πάρει κρατικό χρήμα και τα δίνουν σε ημετέρους, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν επιχειρήσεις τις οποίες κλείνουν στην πορεία. Έχει γεμίσει η Ελλάδα πλούσιους επιχειρηματίες με λεφτά στο εξωτερικό με πτωχευμένες επιχειρήσεις. Όχι, δεν εννοούν αυτό, εννοούν περικοπές στις άμεσες δαπάνες, στις άμεσα αναγκαίες για τον πολίτη και την κοινωνία. Κι όταν εμείς μιλάμε για την ανάγκη στήριξης της δημόσιας υγείας και για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που γίνεται, εννοούμε τους χώρους, όπου ο πολίτης, ανεξάρτητα εισοδήματός του, να νοσηλεύεται, να περιθάλπεται, να εξετάζεται».

Συστηματική δουλειά

Το πρόγραμμα της ΝΔ χωλαίνει τρομακτικά σ’ αυτά τα σημεία,  διαγράφοντας ταυτόχρονα και τα σημεία της σύγκρουσης το επόμενο διάστημα. Όμως, για να αντέξει στο βάθος του χρόνου η κυβέρνηση, ωσότου σε τομείς όπως η υγεία υπάρξει χειροπιαστό έργο, χρειάζεται μεγάλη και συστηματική δουλειά σε όλα τα επίπεδα. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιηθεί αυτό απ τους κυβερνητικούς αξιωματούχους, τόσο περισσότερο επιτυχώς θα αποκρούσουν την επίθεση από το μέτωπο των συστημικών δυνάμεων, που αναφέραμε στην αρχή.

 

 

ΕΚΛΟΓΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΟ
Λάθος βήμα τα δυο κέντρα με ισχυροποιημένο Πρόεδρο

Κάθε φορά που τα ρεπορτάζ, αναφερόμενα στους σχεδιασμούς του Μαξίμου, μας πληροφορούν ότι στις σκέψεις τμήματος της κυβέρνησης είναι και η συνταγματική αναθεώρηση, αναρωτιέται κανείς αν όσοι τη σχεδιάζουν έχουν ακριβή γνώση των σημερινών συσχετισμών ή ετοιμάζονται να σφάλλουν. Ο συσχετισμός, μόνο, για βελτίωση του αρκετά προοδευτικού συντάγματος του 1976 δεν προϊδεάζει. Το αντίθετο, μάλιστα, ισχύει και μάρτυς μας ο Κ. Μητσοτάκης, που απειλεί να ενθέσει αρκετά νεοφιλελεύθερα άρθρα, όταν μπορέσει ή όταν εμείς του δώσουμε την ευκαιρία, κάνοντας ασκήσεις τακτικής.
Προχθές, όμως, κατά τη συνέντευξή του στο Σκάι αναφέρθηκε στο ζήτημα ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι είναι ώριμη η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό, ενώ εμφανίστηκε ανοιχτός στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων του. Δεν απέκλεισε, μάλιστα, τη διεξαγωγή συμβουλευτικού δημοψηφίσματος.
Παρά τη σχετική ελαστικότητα της τοποθέτησης, οι πολίτες ενημερώθηκαν για τη βούληση, τουλάχιστον, του πρωθυπουργού για το ζήτημα αυτό, ανεξάρτητα αν, τελικά, υπάρξει και σχετική πρόταση. Ανακύπτουν δυο ζητήματα. Πρώτον, καθώς η συζήτηση αυτή ήταν σε εντελώς αρχικά στάδια σε κομματικά όργανα -με βάση το ελληνικό Σύνταγμα, το κόμμα δια των βουλευτών του έχει το δικαίωμα να υποβάλει προτάσεις για αναθεώρηση- και είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια διαφωνίες και ισχυρή αντίρρηση, ειδικά για την πρόταση εκλογής Προέδρου από το λαό, πως φθάσαμε στη δημοσιοποίηση μιας άποψης, όχι μιας απόφασης; Αυτό δοκιμάζει την εσωκομματική λειτουργία και το ρόλο των οργάνων. Όσο για την ιδέα των δημοψηφισμάτων, όχι απλώς δεν καλύπτει την ουσία του ζητήματος, αλλά αποδυναμώνει τα κόμματα, όσον αφορά τους οριζόμενους από το Σύνταγμα ρόλους τους και δεν προάγει τη δημοκρατία.
Δεύτερον, είναι το περιεχόμενο. Τώρα έχει ωριμάσει η εκλογή του Προέδρου από το λαό; Δηλαδή ο λαός επιλέγει ένα πιο συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα και ανάλογα με τις αρμοδιότητες που θα εκχωρηθούν στον Πρόεδρο, ίσως και αυταρχικότερο; Γιατί θα πρέπει να χάσει η Βουλή αρμοδιότητες, δηλαδή οι εκπρόσωποι του λαού, υπέρ ενός Προέδρου, που θα εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια και θα μένει ανεξέλεγκτος;
Αν η Αριστερά είχε τη δυνατότητα, στο έδαφος της συνεχούς προσπάθειάς της, να μεταφέρει το κέντρο βάρους της πολιτικής στα συλλογικά όργανα, θα έπρεπε να ενισχύσει τις εξουσίες της Βουλής ακόμη και έναντι του Πρωθυπουργού, όχι να τις εκχωρήσει υπέρ του Προέδρου. Η επιλογή ενίσχυσης του ρόλου μονοπρόσωπων οργάνων, όπως ο Πρόεδρος, έναντι του Πρωθυπουργού που προΐσταται συλλογικών οργάνων, της κυβέρνησης, είναι βήμα προς τα πίσω.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η ύπαρξη δυαδικής εξουσίας, δύο κέντρων, τελικά καταλήγει εις βάρος της δημοκρατίας, υπονόμευει τη λαϊκή κυριαρχία. Αποβαίνει εις βάρος των κοινοβουλευτικά ελεγχόμενων, δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων. Με ποιο σκεπτικό, σήμερα επανεισάγουμε τα δύο κέντρα;

Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet