venezouela

Αυτό που διακυβεύεται στην Βενεζουέλα πηγαίνει πέρα από την αντιμετώπιση της παρούσας οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Αυτό που θα κριθεί στην παρούσα συγκυρία είναι ποια πρόταση θα αρθρωθεί για τη χώρα στις επόμενες δεκαετίες. Και η δεξιά αντιπολίτευση κάνει ό,τι μπορεί για να κερδίσει αυτή τη μάχη.

Του Αλεχάντρο Φιέρρο

Η οριακή συγκυρία στην οποία βρίσκεται σήμερα η Βενεζουέλα δεν επιτρέπει αναλύσεις μακράς πνοής. Η κατάσταση σιτοδείας και πληθωρισμού, που επιτείνονται εξαιτίας μονοπωλιακών και κερδοσκοπικών τακτικώς και επιδεινώνονται από την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου, απαιτεί γρήγορες απαντήσεις σε πιεστικά λαϊκά αιτήματα. Παράλληλα, η Δεξιά πιέζει για την παραίτηση ή την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο με τη συνενοχή μιας διεθνούς πολιορκίας ‒πολιτικής, μιντιακής και παραστρατιωτικής‒ με μια ένταση εντελώς πρωτόγνωρη.
Όμως, η περιγραφή αυτού που συμβαίνει στην Βενεζουέλα δεν εξαντλείται σε έναν πρόεδρο που θέλει να παραμείνει στη θέση για την οποία εκλέχτηκε, σε μια αντιπολίτευση που θέλει να τον διώξει και μια αντίξοη κατάσταση που επηρεάζει τις λαϊκές μάζες (αν και στη μιντιακή πραγματικότητα, την οποία μονοπωλεί η Δεξιά, φωνή δίνεται με πλειοψηφικό τρόπο στις μεσαίες και ανώτερες-μεσαίες τάξεις, οι οποίες αν και επίσης πλήττονται από την κρίση, σίγουρα επηρεάζονται σε πολύ μικρότερο βαθμό).

Το διακύβευμα

Στην πραγματικότητα, αυτό που διακυβεύεται αυτές τις ώρες στη Βενεζουέλα είναι ποια πρόταση θα αρθρωθεί για τη χώρα στις επόμενες δεκαετίες, και όχι μόνο στο οικονομικό ή το πολιτικό επίπεδο, αλλά επίσης και όσον αφορά το σύστημα αξιών που συγκρατεί ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν ποιο θα είναι το κυβερνών κόμμα, ο εν ενεργεία πρόεδρος ή ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές ‒ αν και προφανώς ο θρίαμβος της μιας πρότασης επί της άλλης θα έχει βραχυπρόθεσμα αντανάκλαση στα εκλογικά αποτελέσματα.
Το ερώτημα επικεντρώνεται στο ποιο θα είναι το κοινό πνεύμα εποχής (Zeitgeist) που θα προκύψει απ’ αυτήν τη σύγκρουση, η οποία έχει παγιωθεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ο νεοφιλελευθερισμός στη Βενεζουέλα έφτασε στο ζενίθ του για να ακολουθήσει στη συνέχεια η παρακμή του, με τη λαϊκή εξέγερση του Caracazo το 1989 και την επακόλουθη καταστολή (περίπου 3.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς) να αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή.
Το κοινό αίσθημα μιας εποχής χτίζεται γύρω από αξίες που γίνονται αποδεκτές από τον πληθυσμό ως αληθινές, μη αμφισβητήσιμες, ως αντικειμενικές αλήθειες. Όπως έχει υποστηρίξει ο Γκράμσι, η νομιμότητα αυτών των αξιών θεωρείται δεδομένη διότι δεν εμφυτεύονται με τη βία στο κοινωνικό σώμα, αλλά αυτό τις ενσωματώνει με τρόπο μη κριτικό χάρη στη σταθερή δουλειά του εκπαιδευτικού συστήματος, της θρησκείας, των μέσων επικοινωνίας… Μια διαρκής ενστάλαξη που χαρίζει στην κυβερνώσα εξουσία τη συναίνεση του κυβερνώμενου, παρόλο που ο τελευταίος πιστεύει πως αποφασίζει σε κατάσταση πλήρους ελευθερίας.

Βαθιά ριζωμένα στερεότυπα

Οι πολιτικοί δεν είναι οι πιο ενδεδειγμένοι για να εμπεδώσουν αυτό το σύστημα πεποιθήσεων. Πάνω τους βαραίνει πάντα μια μόνιμη καχυποψία. Οι ιερείς και οι δάσκαλοι είναι πιο αποτελεσματικοί. Και, προοδευτικά, τα μέσα επικοινωνίας, με δημοσιογράφους και διαμορφωτές άποψης κάθε είδους και πλέον, πιο πρόσφατα, με τον κόσμο του ελεύθερου χρόνου και του θεάματος ως διακινητές πεποιθήσεων.
Γι’ αυτό είναι πιο αποκαλυπτικό να ακούς τη Ντιάνα Ντ’ Αγκοστίνο, σύζυγο του αντιπολιτευόμενου στην κυβέρνηση προέδρου του κοινοβουλίου Ένρυ Ράμος Αλλιούπ, παρά το σύζυγό της. Ρωτήθηκε σε κάποιο τηλεοπτικό μαγκαζίνο για την κριτική που δέχτηκε από κύκλους της κυβέρνησης για μια φωτογράφηση που έκανε σε ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό, το ΟΚ, στην οποία πόζαρε στο σπίτι της, μια κατοικία εντελώς απρόσιτη για την τεράστια πλειονότητα των Βενεζουελανών.
«Η κυβέρνηση άσκησε κριτική, διότι έχουν συνηθίσει οι γυναίκες να είναι απεριποίητες, βρώμικες, να κυκλοφορούν χωρίς μακιγιάζ» απάντησε. Και η Ντ’ Αγκοστίνο συνέχισε: «Οι  Βενεζουελανές δεν είμαστε έτσι. Πρώτον, οι Βενεζουελανές είμαστε γυναίκες, μας αρέσει να περιποιούμαστε τον εαυτό μας. Δεύτερον, εγώ το είπα κι εκείνες τις μέρες σε μια συνέντευξη που μου έκαναν, εγώ φοράω ό,τι μου αρέσει, ό,τι έχω μου το έδωσε ο σύζυγός μου· δεν έκλεψα από κανέναν τίποτα προκειμένου να ντύνομαι διαφορετικά από τις γυναίκες της κυβέρνησης».
Η συνέντευξη ολοκληρώνεται με μια καθόλου συγκαλυμμένη έκφραση ηγεμονικών φιλοδοξιών: «Η μόνη που με έκρινε ήταν η κυβέρνηση. Οι υπόλοιποι νιώθουν να ταυτίζονται, γιατί έτσι είναι η Βενεζουελανή, της αρέσει να ξεχωρίζει». Και στην κατακλείδα, βρίσκει τη συνένοχη στήριξη των δημοσιογράφων, μία από τις οποίες της επισημαίνει πως «δεν είναι κακό να είσαι ωραία», και η άλλη προσθέτει «ούτε και πλούσια».
Αυτές οι δηλώσεις δεν είναι οι ιδιόρρυθμες απόψεις ενός μέλους της υψηλής κοινωνίας που ζει μακριά από τον πραγματικό κόσμο. Ούτε αποτελούν εκκεντρικότητες μιας εκατομμυριούχου. Αυτό που κάνει η Ντιάνα Ντ’ Αγκοστίνο είναι να χρησιμοποιεί στερεότυπα βαθιά ριζωμένα στο συλλογικό ασυνείδητο, από την εξωτερική εμφάνιση ως επικύρωση της γυναικείας κατάστασης μέχρι τον πλουτισμό ως συνώνυμο του κοινωνικού θριάμβου, στερεότυπα που είναι εξαιρετικά χρήσιμα στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Όλα αυτά δε από το στόμα ενός προσώπου δήθεν επιτυχημένου, που μπορεί να λειτουργεί ως πρότυπο, είδωλο ή στόχος για τις λαϊκές μάζες.
Στα λόγια της, φαινομενικά επιπόλαια, συμπυκνώνεται ένας ολόκληρος τρόπος θέασης του κόσμου που συγκρούεται μετωπικά με αυτόν που υπερασπίζεται ο τσαβισμός και, κατ’ επέκταση, τα λατινοαμερικάνικα κινήματα χειραφέτησης του 21ου αιώνα. Αυτή είναι η μάχη που διεξάγεται ενώπιόν μας και πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων της στιγμής.

Μετάφραση από το CELAG: Έφη Γιαννοπούλου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet