kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου αποτελεί μία εξόχως αρνητική εξέλιξη για την Τουρκία, η οποία παραδίδεται στο έλεος ενός στυγνού και απροκάλυπτου, πλέον, αυταρχισμού, που εδράζεται, μάλιστα, στη λαϊκή βούληση. Πρόκειται για μία παράδοξη κατάσταση, η οποία περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από την προχειρότητα με την οποία οργανώθηκε το πραξικόπημα, πράγμα που δίνει τροφή στην ανάπτυξη ποικίλλων θεωριών συνωμοσίας.
Πράγματι, το πραξικόπημα δεν είχε ελπίδες να επιτύχει, αφενός, διότι δεν είχε, όπως αποδείχθηκε, τη στήριξη όλου του στρατού, δεν εκδηλώθηκε σε ώρα που θα καταλάμβανε τους κρατικούς μηχανισμούς εξαπίνης, ενώ οι πραξικοπηματίες δεν είχαν τον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία χρησιμοποίησε ο Ρερτζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να σωθεί, καλώντας τους οπαδούς του στους δρόμους, για να «υπερασπιστούν την Δημοκρατία». Τα στοιχειώδη αυτά σφάλματα διογκώνονται, εάν αναλογιστεί κανείς τη μακρά εμπειρία του στρατιωτικού - κεμαλικού κατεστημένου στην επιβολή στρατιωτικού νόμου στην Τουρκία, όπως συνέβη το 1960, το 1971, το 1980, αλλά και το 1997, οπότε έγινε το λεγόμενο μεταμοντέρνο πραξικόπημα, με το οποίο ανατράπηκε η ισλαμική κυβέρνηση του Νετζμεντίν Ερμπακάν.

Δυσαρέσκεια στο στράτευμα

Η εξήγηση για όλα αυτά βρίσκεται στο γεγονός της διογκούμενης δυσαρέσκειας του στρατού, ο οποίος όχι μόνο έχασε τα προνόμια, την ισχύ και το γόητρό του μετά τις δίκες για τις υποθέσεις «Εργκένεκον» και «Βαριοπούλα», αλλά βλέπει και τις τάξεις του να πυκνώνουν από ισλαμιστές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ορισμένοι στρατιωτικοί αποφάσισαν ότι θα πρέπει να δράσουν, πριν η κατάσταση χειροτερέψει, αλλά -μπορούμε να υποθέσουμε- ότι τα σχέδια τους διέρρευσαν και αναγκάστηκαν να κινηθούν εσπευσμένα, με αποτέλεσμα την αποτυχία του πραξικοπήματος.
Επίσης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν, ώστε να εκδηλωθεί το πραξικόπημα και να αποτύχει. Μία τέτοια εξέλιξη, θα του επέτρεπε να κατηγορεί όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους για προδοσία, πράγμα που έκανε, και στη συνέχεια να εξαπολύσει πογκρόμ εναντίον όλων εκείνων, που δεν τάσσονται αναφανδόν υπέρ του. Εξ ου και η τραχύτητα με την οποία έγιναν χιλιάδες συλλήψεις και απολύσεις δημοσίων λειτουργών. Εξ ου και η δήλωση του ότι το πραξικόπημα ήταν «θείο δώρο».
Ήδη η λειτουργία του Συντάγματος στην Τουρκία έχει ανασταλεί και η χώρα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Αυτό σημαίνει ότι ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε στον εαυτό του «λευκή επιταγή», την οποία είναι βέβαιο ότι θα εξαργυρώσει μέχρι δεκάρας, για να εδραιώσει ακόμα περισσότερο την εξουσία του, η οποία αυτήν τη στιγμή φαίνεται ακλόνητη.

Οι τρεις κρίσεις του Ερντογάν

Είναι, όμως, πράγματι ακλόνητος ο Τούρκος πρόεδρος; Η απάντηση είναι αρνητική, όχι μόνο διότι η δράση φέρνει αντίδραση, αλλά και διότι η τουρκική κοινωνία είναι βαθύτατα πολωμένη. Έτσι, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι οι δημοκράτες Τούρκοι πολίτες θα παραμείνουν απαθείς και δεν θα υπάρξουν αντιδράσεις στην εγκαθίδρυση της ισλαμικής χούντας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ακόμα, ο Τούρκος πρόεδρος έχει ανοίξει πολλά μέτωπα στο εξωτερικό, ενώ η ίδια η Τουρκία, μετά την εξέγερση του Γκεζί Πάρκ τον Ιούνιο του 2013 και την αιματηρή καταστολή της, συνταράσσεται από πολλαπλές κρίσεις.
Η πρώτη κρίση αφορά την όλο και αυταρχικότερη πολιτική, που ακολουθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για να επιτύχει τους στόχους του, δηλαδή να διαλύσει την όποια αντιπολίτευση, να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του και να εξισλαμίσει την χώρα. Σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να γίνει αντιληπτή και η διαμάχη Ερντογάν - Γκιουλέν, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος φαίνεται να θεωρεί ότι όχι μόνο δεν χρειάζεται πλέον τον πάλαι ποτέ μέντορα του, αλλά και ότι ο Φετουλά Γκιουλέν αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια του. Για το λόγο αυτό τον κατηγορεί ότι βρίσκεται πίσω από το αποτυχημένο πραξικόπημα, τον κατηγορεί για προδοσία και ζητά την έκδοση του από τις ΗΠΑ.
Η δεύτερη κρίση αφορά την μεταστροφή του Τούρκου προέδρου στο Κουρδικό. Ο Ερντογάν από τον εξαγγελθέντα διάλογο με τους Κούρδους της Τουρκίας διεξάγει ένα νέο και ανηλεή πόλεμο εναντίον τους. Στην μεταστροφή αυτή συνέτειναν δύο πολύ σημαντικοί παράγοντες: αφενός η τεράστια εκλογική επιτυχία του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, πράγμα που επέτρεπε στους Κούρδους της Τουρκίας να συμμετέχουν στο διάλογο με την τουρκική κυβέρνηση από μία θέση σχετικής ισχύος, που δεν διέθεταν στο παρελθόν. Αφετέρου, η νέα δυναμική, που απέκτησε σε περιφερειακό επίπεδο το Κουρδικό με το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία και, πρωτίστως, μετά τη σύμπλευση Ιρακινών και Σύριων Κούρδων εναντίον του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου (Ι.Χ.), ανησύχησε βαθύτατα το τουρκικό καθεστώς. Έτσι, επέλεξε να στηρίξει τους τρομοκράτες του Ι.Χ., παρά να δημιουργηθεί ένα ακόμα κουρδικό κρατίδιο στην περιοχή.
Η τρίτη κρίση αφορά τις συνεχείς αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής, που ακολούθησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση τόσο όσον αφορά τις σχέσεις του με το Ισραήλ, όσο και όσον αφορά τις σχέσεις του με την Ομοσπονδία της Ρωσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι μπορεί να υπολογίζει στη στήριξη τους. Παράλληλα, οι σχέσεις του με τους νατοϊκούς του συμμάχους, πρωτίστως με τις ΗΠΑ, υφίστανται σοβαρούς κλυδωνισμούς, αφού οι προτεραιότητες και οι επιλογές του Τούρκου προέδρου αποκλίνουν σημαντικά από αυτές της Δύσης. Είναι σαφές, ότι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν πρόκειται να βελτιωθούν, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, και μάλιστα μετά το κλείσιμο της βάσης του Ινσιρλίκ, την οποία χρησιμοποιούν οι δυτικές δυνάμεις, για να βομβαρδίσουν θέσεις του Ι.Χ.
Επί πλέον, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εσωτερικής ασφάλειας, δεδομένων των τρομοκρατικών επιθέσεων που γίνονται στο έδαφος της, επιθέσεις οι οποίες πέραν του κόστους σε ανθρώπινες ζωές, που είναι και το σημαντικότερο, πλήττουν και τον τουρισμό, ο οποίος αποτελεί ένα βασικό τομέα για την τουρκική οικονομία. Τέλος, η ίδια η τουρκική οικονομία παρουσιάζει σημεία σοβαρής ύφεσης, ενώ πολλοί ξένοι επενδυτές έχουν εγκαταλείψει την χώρα.

Χαμένη η δημοκρατία

Όπως προκύπτει, η πολιτική Ερντογάν έχει δημιουργήσει εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες για την χώρα, η οποία πρέπει να αντιμετωπίσει αυξημένες απειλές και προκλήσεις και μάλιστα σε ένα απόλυτα ασταθές περιφερειακό περιβάλλον. Έτσι, αν και το καθεστώς Ερντογάν εκμεταλλεύθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα, για να κυριαρχήσει χωρίς αντιπολίτευση, οι δυνατότητες του να ανταπεξέλθει στα οξυμένα προβλήματα της χώρας είναι μειωμένες, πολύ περισσότερο, που ο τουρκικός λαός παραμένει βαθύτατα διχασμένος.
Κλείνοντας, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πορεία εξόδου της Τουρκίας από την κρίση θα είναι μακρά και δύσκολη, καθώς και ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις στην χώρα θα δοκιμαστούν σκληρά, όπως προκύπτει από το κυνήγι μαγισσών που έχει ήδη εξαπολύσει το καθεστώς εναντίον των αντιπάλων του. Η κατάσταση γίνεται ακόμα δυσκολότερη, καθώς οι δημοκράτες πολίτες στην Τουρκία δεν φαίνεται να μπορούν να ελπίζουν σε ουσιαστική στήριξη από ΗΠΑ και ΕΕ.
Δυστυχώς την νύχτα της 15ης Ιουλίου στην Τουρκία δεν κέρδισε η Δημοκρατία. Οι πολίτες που βγήκαν στους δρόμους, ίσως νόμιζαν ότι την υπερασπίζονταν, αλλά, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε την Δημοκρατία και τις αρχές της για την καταστρέψει. Η Τουρκία απέφυγε μία ακόμα στρατιωτική χούντα, αλλά δεν φαίνεται να μπορεί να αποφύγει την ισλαμική χούντα, που εγκαθιδρύει ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet