tzela3

Οι εργαζόμενοι του café Μύρτιλλο
Σε διαβούλευση θα βρίσκεται μέχρι και αύριο το μεσημέρι το νομοσχέδιο για την ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, που, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, έρχεται να απαντήσει σε κενά και κακές πρακτικές του υπάρχοντος νόμου του 2011. «Θέλω να πιστεύω ότι ο νόμος για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία θα εδραιώσει στη χώρα μας ένα εναλλακτικό οικονομικό παράδειγμα, που μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της απασχόλησης με αξιοπρεπείς εργασιακές συνθήκες, λειτουργώντας ως αντίδοτο στην απορυθμισμένη ελληνική αγορά εργασίας», δήλωσε σχετικά η αναπληρώτρια υπουργός, Ράνια Αντωνοπούλου, που επεξεργάστηκε το νομοσχέδιο. Η «Εποχή» συνομιλεί με φορείς και εγχειρήματα της κοινωνικής οικονομίας, για τα πλεονεκτήματα, αλλά και τις τυχόν παραλείψεις του νομοσχεδίου.
«Το νέο που εισάγει το νομοσχέδιο είναι μια διαφορετική στρατηγική και η αναφορά στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία ως όλον. Δεν περιορίζεται απλά στην κοινωνική επιχειρηματικότητα, αλλά, θεωρητικά έστω, αναγνωρίζεται ως ένας πυλώνας οικονομίας», κρίνει η Γεωργία Μπεκριδάκη από την Αλληλεγγύη για Όλους.

Βιώσιμη ανάπτυξη, όχι μόνο πρόνοια

Βασικό στοιχείο είναι πως ξεφεύγει από το πλαίσιο της πρόνοιας και θέτει την κοινωνική οικονομία ως διαφορετικό τρόπο οργάνωσης, εργασίας, κατανάλωσης, παραγωγής σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με απεύθυνση σε όλα τα επαγγέλματα. «Το νομοσχέδιο αυτό θέτει το ζήτημα της βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν αντιμετωπίζει την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία σαν τσιρότο στο κοινωνικό κράτος που καταρρέει, αλλά φαίνεται ότι δέχεται πως αυτά τα εγχειρήματα μπορούν να δώσουν λύσεις και προτάσεις στο ζήτημα της βιώσιμης ανάπτυξης», συμπληρώνουν η Λίνα και η Έλενα από το Alternative trade network.
Οι ίδιες μέσα από την εμπειρία τους και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση (ΚΟΙΝΣΕΠ) που ιδρύθηκε το 2013 και δραστηριοποιείται στην παραγωγή project για εναλλακτικά συστήματα διατροφής, αποτιμούν θετικά τις αλλαγές που εισάγονται στο νομοσχέδιο, καθώς κρίνουν πως θέτει ζητήματα ουσίας, με ορισμούς και ορολογίες που βρίσκονται πιο κοντά στο πνεύμα των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά τα εγχειρήματα.
Ένα παράδειγμα αποτελεί ο διαχωρισμός και ο ορισμός της κοινωνικής και συλλογικής ωφέλειας. Συλλογική ωφέλεια είναι η από κοινού εξυπηρέτηση των μελών του φορέα, μέσα από τη δημιουργία ισότιμων σχέσεων παραγωγής, σταθερή και αξιοπρεπή εργασία. Η κοινωνική ωφέλεια αφορά την εξυπηρέτηση αναγκών κοινωνικού χαρακτήρα. «Είναι σημαντικό στοιχείο, γιατί ο προηγούμενος νόμος περιόριζε ουσιαστικά το κοινωνικό όφελος στη δημιουργία θέσεων εργασίας μόνο, κάτι που συμβαίνει σε κάθε είδους επιχείρησης, που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί κοινωνική όμως».

Βιοπορισμός αντί κέρδους

Το κοινωνικό όφελος αυτών των εγχειρημάτων προκύπτει καταρχήν, ακριβώς από τη διαφορετική φιλοσοφία και λειτουργία τους από τις κλασσικές επιχειρήσεις της καπιταλιστικής αγοράς. «Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν είναι κερδοκεντρική. Το κέρδος δεν είναι αυτοσκοπός, όπως στις άλλες επιχειρήσεις, που σημαίνει μεγιστοποίησή του σε βάρος των εργασιακών συνθηκών, υπηρεσίες και προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας, αδιαφορία για το περιβάλλον και την κοινωνία. Η κοινωνική οικονομία προσανατολίζεται στην κάλυψη των αναγκών των μελών, των εργαζόμενων, της τοπικής κοινωνίας και όλης της δικτύωσης που χρησιμοποιείται για το συνεταιρισμό. Για παράδειγμα, δεν πρόκειται να χρωστάς στους προμηθευτές σου, γιατί θεωρούνται κομμάτι του οικοσυστήματός σου, κομμάτι σου», εξηγεί η Γεωργία Μπεκριδάκη.

Ίση αμοιβή για ίση εργασία

Ταυτόχρονα, προκρίνεται και μια εξισωτική τάση, όσον αφορά τους μισθούς. «Το νομοσχέδιο δίνει αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να θέτει κάθετα την ίση αμοιβή 100%, και ούτε θα έπρεπε, γιατί η ίση αμοιβή για ίση εργασία πρέπει να αποφασίζεται από τα ίδια τα μέλη. Θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη ότι πίσω από το ίσος υπάρχουν πολλές ανισότητες και διαφορετικές ανάγκες. Αν για παράδειγμα κάποιος που εργάζεται στο συνεταιρισμό έχει μόνος του οικογένεια με δυο παιδιά, μπορεί το εγχείρημα να αποφασίσει να λαμβάνει παραπάνω χρήματα, λόγω παραπάνω αναγκών», συμπληρώνει.
Τα μέλη δεν λαμβάνουν μισθό, αν δεν εργάζονται, ούτε μερίδιο των κερδών, καρπώνοντας την υπεραξία που παράγουν άλλοι, μόνο και μόνο επειδή είχαν δώσει ένα μερίδιο. Οι ίδιοι, βέβαια, μπορούν να είναι και εργαζόμενοι, ενώ όσοι είναι μόνο εργαζόμενοι και όχι μέλη δεν πρέπει να ξεπερνούν το 40% των προσώπων του συνεταιρισμού, βάσει του νόμου. Αυτό συμβαίνει ώστε να μην αλλοιώνεται η φιλοσοφία του συναποφασίζειν, καθώς τα μη μέλη, εφόσον και η δυνατότητα να καταστείς τέτοιο δεν αποκλείεται για κανένα, δεν παίρνουν μέρος στις αποφάσεις, επειδή δεν φέρουν και νομικές ή ποινικές ευθύνες. Παρόλα αυτά, η ύπαρξη δύο ταχυτήτων μέσα στο συνεταιρισμό είναι ένα αρνητικό γεγονός, που μπορεί να καμφθεί από τους ίδιους, ορίζοντας στον εσωτερικό κανονισμό τους τη συμμετοχή στις αποφάσεις και των εργαζομένων-μη μελών. Το νομοσχέδιο, όμως, διατηρεί εργασιοκεντρικό χαρακτήρα, ορίζοντας για ένα συγκεκριμένο ποσό κέρδους των ΚΟΙΝΣΕΠ, που ούτως ή άλλως επανεπενδύεται στην επιχείρηση και δεν καρπώνεται από τα μέλη, να δημιουργείται απαραίτητα νέα θέση εργασίας.

Προστασία για όλες τις δομές

Πολλά εγχειρήματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, βέβαια, δεν σχετίζονται με την παραγωγή εργασίας, ιδίως στην επαρχία, που δραστηριοποιούνται πολλοί παραγωγικοί και καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, με στόχο να διαθέσουν την παραγωγή τους σε καλύτερη τιμή ή να πάρουν ως συνεταιρισμός πιο φθηνές πρώτες ύλες και να προφυλαχθούν έναντι των μεγάλων κεφαλαίων. Και αυτές οι μορφές προστατεύονται από το νέο νομοσχέδιο, καθώς δεν ταυτίζει την κοινωνική οικονομία με ένα νομικό πρόσωπο, μόνο με τις ΚΟΙΝΣΕΠ, δηλαδή, αλλά θέτει και άλλους φορείς και μορφές, αναγνωρίζοντας την κοινωνική οικονομία σαν τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, με συγκεκριμένες αξίες, κριτήρια και λειτουργίες που μπορεί να εφαρμοστεί με οποιοδήποτε νομικό σχήμα ή ακόμα και με κάποιο άτυπο.
Αυτό θα είναι προς όφελος των εγχειρημάτων, σύμφωνα με το μέλος της Αλληλεγγύης για όλους, αφού θα επιτυγχάνεται η προστασία τους και όχι ο περιορισμός τους. «Για παράδειγμα, στη Φιλανδία οι τράπεζες χρόνου αντιμετωπίζουν πρόβλημα γιατί θέλει η κυβέρνηση να τις φορολογήσει, ενώ μιλάμε για μια ανταλλαγή υπηρεσιών και γνώσης, όχι για εμπόρευμα με χρηματική συναλλαγή. Αυτό το νομοσχέδιο θα προστατεύσει αυτά τα εγχειρήματα από τέτοιους κινδύνους, αναγνωρίζοντας τη μορφή τους».

Η τομή των συνεταιρισμών εργαζομένων

Η μεγάλη καινοτομία του νομοσχεδίου, όμως, είναι ότι εισάγει τους συνεταιρισμούς εργαζομένων, που ενώ και στο εξωτερικό η δραστηριότητά τους είναι έντονη, σε λίγες χώρες αναγνωρίζονται με εθνικό νόμο.
Ο Μάκης Αναγνώστου από τη ΒΙΟΜΕ, κρίνει θετικά αυτή την πρωτοβουλία, όπως και τη μείωση της γραφειοκρατίας που χρειαζόταν για τη νομική ίδρυση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Παρόλα αυτά, τονίζει πως δεν απαντάει στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. «Εισάγει τους συνεταιρισμούς εργαζομένους, αλλά δεν απαντάει στο πώς ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο θα μπορούν να το πάρουν οι εργαζόμενοι για να το λειτουργήσουν, χωρίς τα χρέη της προηγούμενης εταιρείας, ώστε να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας, αποτελώντας ταυτόχρονα και ένα διαφορετικό μοντέλο με αλληλέγγυα παραγωγή, που έχει στόχο το βιοπορισμό και όχι το κέρδος, με αυτοοργάνωση των εργαζομένων και σεβασμό στην κοινωνία και το περιβάλλον».
Ζητούμενο ακόμα για τους εργαζόμενους στη ΒΙΟΜΕ είναι να λάβουν την απαραίτητη πιστοποίηση για τα προϊόντα τους, ώστε να μπορούν να τα διαθέσουν και στο εξωτερικό, που υπάρχει ζήτηση, λόγω του φυσικού τρόπου παραγωγής τους. Τρόπος παραγωγής που περιγράφει με αρκετή σαφήνεια τη διαφορετική φιλοσοφία της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Η παραγωγή των καθαριστικών γίνεται από περισσεύματα λαδιών του πρωτογενή τομέα, τα οποία δεν προορίζονται για βρώση, αλλά παραμένουν υψηλόβαθμα. Κατά αυτόν τον τρόπο, προστατεύεται το περιβάλλον, καθώς είναι ένα φυσικό προϊόν, που χρησιμοποιεί καλά υλικά που θα πετάγονταν, χωρίς να στερεί ταυτόχρονα από την κοινωνία λάδια που θα μπορούσαν να τη θρέψει, με σκοπό τη δημιουργία πολυτελών καθαριστικών, που θα ανέβαζαν την τιμή και το κέρδος.
«Οι επενδύσεις δεν θα έρθουν απ’ έξω. Το κράτος θα πρέπει να ορίσει ένα πλαίσιο και νόμο που οι εργαζόμενοι θα μπορούν να παίρνουν τα πτωχευμένα εργοστάσια και θα τα λειτουργούν με άμεσες γενικές συνελεύσεις, εκλέγοντας ανθρώπους που θα είναι εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων των συνελεύσεων και όχι καινούργια αφεντικά. Αυτό θα πρέπει να προσέξει και αυτό το νομοσχέδιο, ώστε τα διοικητικά συμβούλια που ορίζει να μην λειτουργήσουν σαν φωστήρες, αλλά οι γενικές συνελεύσεις να έχουν το πρώτο λόγο», συμπληρώνει.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Νίκος Γκιούλας, από το εγχείρημα των Ρομπέν του Ξύλου, εργαζόμενοι της πτωχευμένης εταιρείας Παπαδόπουλος που πήραν την παραγωγή στα χέρια τους, τονίζει πως η πραγματική στήριξη τέτοιων εγχειρημάτων από την κυβέρνηση σημαίνει «νομική διασφάλιση της παρουσίας των εργαζομένων στο εργοστάσιο. Έπειτα, αν μπορεί να στηρίξει την παραγωγή, θα είναι θεμιτό και σωστό, αν όντως θέλει να προχωρήσει αυτή η κυβέρνηση σε μια αλλαγή πλεύσης».
Στο νέο νομοσχέδιο, σύμφωνα με τη Γεωργία Μπεκριδάκη, «ανοίγει η συζήτηση για τον τρόπο που παράγεται η εργασία, θέτοντας ένα νέο καθεστώς εργαζομένου, πέραν του μισθωτού και του αυτοαπασχολούμενου. Το γεγονός ότι αυτοδίκαια οι συνεταιρισμοί εργαζομένων μπαίνουν στο μητρώο κοινωνικής οικονομίας, σημαίνει ότι το υπουργείο αναγνωρίζει πως ο συνεταιρισμός αυτού του τύπου αποτελεί μια αυταξία από μόνος του. Το δημοκρατικό μοντέλο διοίκησής του, δηλαδή, έχει μια κοινωνική ωφέλεια ως ένα άλλο παράδειγμα εργασίας».
Παρόλη την αυταξία της κοινωνικής ωφέλειας, επειδή όντως αυτοί οι συνεταιρισμοί διέπονται από μια κοινωνική φιλοσοφία για την οικονομία, οι Ρομπέν του Ξύλου, εκτός από τη δημοκρατική λειτουργία τους και την παραγωγή προσανατολισμένη στις κοινωνικές ανάγκες και στο βιοπορισμό, προβαίνουν και σε εναλλακτικές δραστηριότητες για να βοηθήσουν την κοινωνία της Ημαθίας, με διοργάνωση παζαριών χωρίς μεσάζοντες, όπου όλοι μπορούν να θέσουν τα προϊόντα τους σε προσιτές τιμές, παρέχουν χώρο για δραστηριότητα κοινωνικού ιατρείου, με δωρεάν πρόσβαση για όλους, πρόκειται να στήσουν θεατρική σκηνή στις εγκαταστάσεις για ψυχαγωγία της κοινωνίας και προσφέρουν βοήθεια σε τοπικά χωριά, καλύπτοντας μικροανάγκες σχολείων κτλ με ελάχιστες τιμές.

Απαραίτητη η ενημέρωση

Σημαντικό, όμως, για τους ίδιους είναι να σταματήσει η συκοφάντησή τους, που έχει γίνει πολλές φορές από τα ΜΜΕ και την πολιτική σκηνή. «Ανά καιρούς έχουμε χαρακτηριστεί, ακόμα και μέσα στη Βουλή, με διάφορα επίθετα. Εμείς δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά εργάτες που πήραμε την παραγωγή στα χέρια μας, που ούτως ή άλλως εμείς την κάναμε, για να ζήσουμε τις οικογένειές μας και να μην μπούμε στο περιθώριο της κοινωνίας. Τριανταεπτά χρόνια εργαζόμενος στην παραγωγή, δεν υπάρχει λόγος να μην έχω δικαίωμα στο τι και πώς το θα παράγω».
Το ζήτημα της επικοινωνίας, άλλωστε, αυτών των εγχειρημάτων στην κοινωνία από την κυβέρνηση, αλλά και από τους ίδιους τους φορείς, είναι βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη αυτού του τομέα, γεγονός που δεν θα επιτευχθεί από ένα νόμο, που μόνο την αρχή μπορεί να αποτελέσει. «Ξεκινήσαμε την ΚΟΙΝΣΕΠ το 2011 κάποια άτομα που διαμένουμε στην Αττική, αλλά προερχόμαστε από τη Γορτυνία, γιατί θέλαμε να δώσουμε την ευκαιρία στους τοπικούς παραγωγούς να προβάλλουν τα προϊόντα οικοτεχνίας, τα παραδοσιακά τρόφιμα, το κρασί και το λάδι της περιοχής και έξω από αυτήν. Δεν καταφέραμε, όμως, να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον των άμεσα επωφελούμενων, αφενός γιατί δεν γνώριζαν το νέο πλαίσιο, και αφετέρου γιατί υπάρχει μια δυσπιστία προς το καινούργιο και επικρατεί η συνήθεια στην ατομική δραστηριότητα», περιγράφεται και από την εμπειρία της Γορτυνίας Γη, που τελικά έπαυσε τη δραστηριότητά της, λόγω έλλειψης ενημέρωσης του κόσμου για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία.
Εκτός από το ζήτημα της ενημέρωσης, υπάρχουν φορείς που κρίνουν πως πρέπει να υπάρξει και περαιτέρω στήριξη από το κράτος, προκειμένου να αναπτυχθούν και να επιβιώσουν τέτοια εγχειρήματα μέσα στην καπιταλιστική αγορά. «Το κτήριο στο οποίο στεγαζόμαστε είναι προσφορά του δήμου, το κράτος, όμως, γενικά είναι απών. Θα μπορούσε να μας στηρίξει οικονομικά είτε μέσω χαμηλότερης φορολογίας ή με διάθεση κρατικών κονδυλίων», προτείνει η Βασιλική Καρδαρά, από το café Μύρτιλλο, ΚΟΙΝΣΕΠ που στόχο έχει την εκπαίδευση παιδιών με ιδιαιτερότητες στη λειτουργία μιας καφετέριας, ώστε να καταφέρουν να βγουν από το σπίτι, να κοινωνικοποιηθούν και να εργασθούν. Δυνατότητα που σαφώς δεν θα είχαν στο πλαίσιο της κλασσικής αγοράς.
Προς το παρόν, χωρίς να προβλέπεται κάποια αλλαγή στο νομοσχέδιο, η φορολογία των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων είναι οι ίδια με όλες τις άλλες και δεν φορολογείται μόνο το ποσοστό του αποθεματικού.

Μια μετασχηματική διέξοδος

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται πάνω από 1.000 κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Αν θα αποτελέσουν και πρακτικά μια αντιπρόταση στη νεοφιλελεύθερη οικονομία, ή ακόμα και αν καταφέρουν να επιβιώσουν μέσα σε αυτή, είναι πολύ νωρίς για να λεχθεί.
«Η δουλειά της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δεν τελειώνει με τη ψήφιση ενός νόμου. Η επιβίωση αυτών των εγχειρημάτων εξαρτάται από το να αναπτυχθεί μια διαφορετική κοινότητα ανθρώπων στην παραγωγή και στην κατανάλωση, που δεν θα ακολουθεί τους κανόνες της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς. Το πρώτο επίπεδο, λοιπόν, είναι να δημιουργηθεί μια παράλληλη αγορά, που δεν θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την υπάρχουσα του κεφαλαίου, γιατί τα νούμερα είναι πολύ διαφορετικά, π.χ σε τιμές, προσφορά, κόστη παραγωγής, αλλά που θα δίνει σε ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού τη δυνατότητα πρόσβασης και δημιουργίας», καταλήγουν οι κοπέλες από το Alternative trade network.
Την αλλαγή στον τρόπο σκέψης της κοινωνίας και στη δομή της εργασίας θέτει και ο Νίκος Γκιούλας από τους Ρομπέν του Ξύλου, ως προϋπόθεση και για αλλαγή της δομής της κοινωνίας.
«Η κοινωνική οικονομία δεν είναι πανάκεια και λύση στα πάντα, όπως στην καπιταλιστική κρίση. Είναι μια μετασχηματική διέξοδος, που βλέπει αλλιώς την οικονομία και τον τρόπο παραγωγής. Για να επιβιώσει οικονομικά, αλλά και πολιτικά και κοινωνικά, και να μην μετατραπούν τα εγχειρήματα σε μια ακόμα επιχείρηση μεγαθήριο με σκοπό το κέρδος, θα πρέπει να φτιαχτούν πολλά, ώστε να αλληλοκαλύπτουν τις μεταξύ τους ανάγκες και να επηρεάζουν τον τρόπο που παράγεται η οικονομία, και στο δημόσιο και στο ιδιωτικό τομέα», καταλήγει και η Γεωργία Μπεκριδάκη.

Τζέλα Αλιπράντη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet