«ΠΟΙΟΣ ΚΛΕΒΕΙ ΠΟΙΟΝ:»
Η ληστεία, η διαφθορά και η θυρίδα

 

Του Στράτου Κερσανίδη

Οι ισχυροί δεσμοί που υπάρχουν ανάμεσα στους πυλώνες του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και το κράτος, δεν επιχειρείται πλέον καν να κρυφτούν, αφού οι νόμοι φτιάχνονται έτσι ώστε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Η διαφθορά και η διαπλοκή ενδύονται το μανδύα της νομιμότητας και το σύστημα πορεύεται, κοιτάζοντας σταθερά μπροστά και ουδέποτε στο πλάι, όπου συνωστίζονται οι δυστυχισμένες ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων.
Τελικά, «Ποιος κλέβει ποιον;» (Cien anos de perdon), αναρωτιέται ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του Ντάνιελ Καλπαρσόσο. Ένα ερώτημα το οποίο προκύπτει αυθόρμητα. Αλήθεια όταν γίνεται ληστεία σε μια τράπεζα ποιος είναι ο κλέφτης; Ή μήπως ισχύει η ρήση «ο κλέψας του κλέψαντος;».
Στη Βαλένθια βρέχει, βρέχει πολύ. Τόσο νερό έχει πολλά χρόνια να δει η πόλη. Μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατεί στους δρόμους, η Σάντρα προσπαθεί να πάει στη δουλειά της ενώ μιλά με αγωνία στο τηλέφωνο, Είναι διευθύντρια σε μια τράπεζα και το όνομά της βρίσκεται στη λίστα στελεχών που πρόκειται να απολυθούν. Και σαν να μην της έφθανε το πρόβλημά της, μόλις έχει φτάσει στο γραφείο της, έξι ληστές, ζωσμένοι με εκρηκτικά, εισβάλλουν στην τράπεζα και κρατούν ομήρους τους υπαλλήλους, τους πελάτες και τη διευθύντρια. Αρχηγός των ληστών είναι ένας άνδρας με το παρατσούκλι Ουρουγουανός, αυτός οργάνωσε το κόλπο κι αυτός δίνει εντολή να αδειάσουν όλες οι θυρίδες. Μόνο που κάποια από τις θυρίδες, η 314, ανήκει στον Γκονζάλο Σοριάνο, πρώην κυβερνητικό στέλεχος ο οποίος βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κώμα, δεν πρέπει να ανοιχτεί επειδή κρύβει ένα μεγάλο μυστικό, το οποίο εάν αποκαλυφθεί θα τινάξει στον αέρα την κυβέρνηση της χώρας! Ενώ η αστυνομία διαπραγματεύεται με τους ληστές, μπαίνουν στη μέση και στελέχη της κυβέρνησης. Η αστυνομία θέλει να τελειώσουν όλα αναίμακτα ενώ η κυβέρνηση καίγεται να μην αποκαλυφθεί το μυστικό της θυρίδας. Όσο για τους ληστές, το σχέδιο απόδρασης που είχαν σχεδιάσει δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εξαιτίας της καταιγίδας.
Ο Χόρχε Γκερικατσεβαρία εμπνεύστηκε το σενάριο από την οικονομική κρίση στην Ισπανία. Το μενού περιλαμβάνει τραπεζικό σύστημα, διαφθορά πολιτικών, σχέσεις κυβέρνησης και τραπεζών, απολύσεις, κατασχέσεις σπιτιών. Η σκηνοθεσία του Ντάνιελ Καλπαρσόσο ακολουθεί τα γνωστά μοτίβα αντίστοιχων ταινιών με τρόπο υποδειγματικό. Η πλοκή της ιστορίας οδηγεί σε μια σκηνοθετική αφήγηση που καθηλώνει. Σε αυτό συντελεί και η δόμηση των χαρακτήρων επάνω στους οποίους οικοδομείται το μωσαϊκό των μεταξύ τους σχέσεων. Καθώς η αγωνία κορυφώνεται και η βρόμικη εμπλοκή των πολιτικών γίνεται ξεκάθαρη, ο θεατής δεν δυσκολεύεται να διαλέξει στρατόπεδο. Ιδίως όταν αρχίζει να φαίνεται η ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα των ληστών, σε αντίθεση με τους απέξω οι οποίο σκέφτονται με κυνισμό και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να εξαφανίσουν τα στοιχεία του «εγκλήματος».
Τελικά τα υπόγεια θησαυροφυλάκια της τράπεζας κρύβουν πολύ περισσότερα από ό,τι νομίζουμε. Εκεί μέσα χτυπάει η καρδιά του συστήματος και ο μόνος τρόπος γα να το υπονομεύσεις είναι να την ξεριζώσεις. Βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση, η ληστεία δεν είναι επανάσταση. Αυτή είναι κάτι πιο σύνθετο και χρειάζεται πολλές θυρίδες να ανοιχτούν.
«Ίσως ζούμε σε ένα θλιβερό, άδικο κόσμο, αλλά που και που βλέπουμε κάποιο φως στο τούνελ. Έτσι και στην ταινία αυτή έχεις την αίσθηση ότι τελικά μπορεί το δίκιο να υπερισχύσει» λέει ο Ντανιέλ Καλπαρσόρο.
Η ταινία της χρονιάς στην Ισπανία.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

«ΠΟΥ ΠΑΩ, ΘΕΕ ΜΟΥ;»
Για μια μόνιμη θέση στο δημόσιο

Θα μπορούσε να αφορά την Ελλάδα αλλά η ταινία αναφέρεται στην Ιταλία. Όπου μια θέση στο δημόσιο, η οποία κερδήθηκε με βουλευτική παρέμβαση -μέσο το λέμε- αποτελεί κάτι σαν φετίχ!
Ο Τσέκο Ζαλόνε, λοιπόν, από μικρό παιδί μεγάλωσε γαλουχημένος με στόχο να μπει σε μια μόνιμη θέση στο δημόσιο. Η οικογένειά του φρόντισε γι’ αυτό και με την απαραίτητη βουλευτική βοήθεια, ο Τσέκο έγινε δημόσιος υπάλληλος. Να όμως που τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η ώρα για έναν εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα. Η θέση του κινδυνεύει και μια ανώτερη υπάλληλος προσπαθεί να τον πείσει να παραιτηθεί λαμβάνοντας την αντίστοιχη αποζημίωση. Όμως ο Τσέκο θεωρεί πως η θέση του είναι ιερή κι έτσι προτιμά να μετατίθεται στα πιο απομακρυσμένα μέρη της χώρας παρά να παραιτηθεί εκουσίως. Δεν υποκύπτει ούτε κι όταν τον στέλνουν σε μια ιταλική ερευνητική αποστολή στο Βόρειο Πόλο! Όχι μόνον αυτό αλλά εκεί θα βρει και το άλλο του μισό, μια όμορφη συμπατριώτισσά του, η οποία έχει τρία παιδιά από προηγούμενες σχέσεις. Παντρεύονται, ζουν σε μια πόλη στα βόρεια της Νορβηγίας και εκεί ο Ιταλός ανακαλύπτει πως πρέπει να εκπολιτιστεί, να γίνει Βορειοευρωπαίος! Ενώ αρχίζει να προσαρμόζεται, νοσταλγεί την πατρίδα του και επιστρέφει. Η νέα του θέση είναι σε μια υπηρεσία στην Καλαβρία. Σύντομα όμως η γυναίκα του θα αγανακτήσει με την εμμονή του για το δημόσιο.
Μια πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική κωμωδία με την οποία καυτηριάζεται μια ολόκληρη νοοτροπία βολέματος, ρουσφετιού και συναλλαγής. Κάτι διόλου άγνωστο στα καθ’ ημάς, σε τέτοιο σημείο που αναρωτιέσαι γιατί στην ταινία δεν μιλούν ελληνικά! Όσο για την ιταλίδα μητέρα, είναι τάλε κουάλε με τη γνωστή σε όλους -τους άνδρες κυρίως- ελληνίδα μάνα!
Ο σκηνοθέτης δίνει κάποιες σουρεαλιστικές πινελιές, κάποιες φορές δίνει καρτουνίστικη συμπεριφορά στους ήρωές του, μπορεί κάποτε να χρησιμοποιεί την υπερβολή για να βγάλει γέλιο αλλά τα πάντα είναι απολύτως αληθινά! Οι χαρακτήρες, οι νοοτροπίες, οι συνήθειες, τα στερεότυπα έρχονται μέσα από την πραγματικότητα. Είναι αυτό που λέμε, «γελάμε με τα χάλια μας»! Δεν υπάρχει περίπτωση να μην περάσετε καλά, να μην χαλαρώσετε. Κι αν σε κάποια σημεία ο σκηνοθετικός ρυθμός φαίνεται να χωλαίνει, ξεπερνιούνται από τον πρωταγωνιστή Τσέκο Ζαλόνε -που κρατάει το πραγματικό του όνομα και στην ταινία- ο οποίος τα καλύπτει με την πληθωρική παρουσία του.

Στρά. Κερ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

«Η Μάγκι έχει σχέδιο» (Maggie’s plan) της Ρεμπέκα Μίλερ: Η Μάγκι, γυναίκα καριέρας, έχει φτάσει τα 30, είναι μόνη και αποφασίζει να αποκτήσει μόνη παιδί. Τότε ερωτεύεται τον καθηγητή Τζον Χάρτινγκ, ο οποίος όμως είναι παντρεμμένος με την Ζορζέτ, μια δανέζα ακαδημαϊκό. Κωμωδία.

«Μαμάδες με κακή διαγωγή» (Bad moms) των Τζον Λούκας και Σκοτ Μουρ: Μια μητέρα βουτηγμένη στο στρές αναζητά διέξοδο. Βρίσκει άλλες δύο ομοιοπαθείς μαμάδες και αποφασίζουν να το ρίξουν στο ξέφρενο γλέντι και την κραιπάλη. Κωμωδία.

«Ghostbusters» του Πολ Φέιγκ: Η θρυλική ταινία της δεκαετίας του 1980 εμπνέει μόνο τώρα πρωταγωνιστούν τέσσερις γυναίκες. Η Έριν, η Άμπι, η Γίλμπερτ και η Γέιτς αποφασίζουν να κυνηγήσουν τα φαντάσματα που έχουν εμφανιστεί στο Μανχάταν. Κωμωδία.

«Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (Die angst tormanns beim elfmeter) του Βίμ Βέντερς: Ο τερματοφύλακας Γιόζεφ Μπλοκ δέχεται ένα γκολ, μαλώνει με το διαιτητή και αποβάλλεται. Περιπλανιέται στην πόλη, πηγαίνει στον κινηματογράφο και τη νύχτα κοιμάται με την ταμία. Το πρωί, εντελώς αναίτια, την δολοφονεί και μετά πηγαίνει να βρει την κοπέλα του. Το εξαιρετικό αυτό υπαρξιακό θρίλερ, γυρισμένο το 1972, είναι η πρώτη ταινία του μεγάλου γερμανού σκηνοθέτη και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Πέτερ Χάντκε.

«Funny face» του Στάνλεϊ Ντόνεν: Ένας φωτογράφος αναζητά μοντέλο για μεγάλο περιοδικό μόδας. Το ανακαλύπτει στο πρόσωπο της Τζο, μιας υπαλλήλου σε βιβλιοπωλείο. Περίφημο μιούζικαλ του 1957, με την Όντρεϊ Χέμπουρν και τον Φρεντ Αστέρ.

«Το δάσος με τις σημύδες» (Brezina) του Αντρέι Βάιντα: Ο Μπολεσλάβ είναι δασολόγος και ζει στο δάσος μαζί με την κόρη του και την οικονόμο, αφού η γυναίκα του έχει πεθάνει. Η επίσκεψη του αδελφού Στανισλάβ, ο οποίος είναι άρρωστος με φυματίωση και δεν έχει του έχει απομείνει πολύς χρόνος για να ζήσει, δημιουργεί μια ένταση ανάμεσά τους. Ο Στανισλάβ θέλει να χαρεί τη ζωή που του απομένει σε αντίθεση με τον αδελφό του ο οποίος περίπου έχει παραιτηθεί. Ταινία του 1970.

Σινεφίλ
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet