Σαν σήμερα, 31 Ιουλίου, το 2010, πέθανε η Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, «η γυναίκα που επινοούσε τον ιταλικό κινηματογράφο», όπως πολύ εύστοχα τιτλοφόρησε ένα άρθρο της γι’ αυτήν η ιταλική εφημερίδα «Repubblica».
Κλέφτες ποδηλάτων, Θαύμα στο Μιλάνο, του Βιττόριο ντε Σίκα, Οι ηττημένοι, Η κυρία χωρίς καμέλιες, Οι φίλες, του Μικελάντζελο Αντονιόνι, όλα σχεδόν τα έργα του Βισκόντι: Σένσο, Λευκές Νύχτες, Bellissima, Ο Ρόκκο και τ’ αδέλφια του, Ο Γατόπαρδος, Ο ξένος, ανάμεσα στα άλλα. Ακόμα, Ο κλέψας του κλέψαντος, του Μάριο Μονιτσέλι, Οι αδιάφοροι, του Φρατσέσκο Μαζέλι, Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι, του Φράνκο Τζεφιρέλι, είναι μερικές μόνο ταινίες των οποίων το σενάριο έχει υπογράψει η Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο.

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο γεννήθηκε τo 1914, στη Ρώμη, σε μία οικογένεια με μεγάλη συμβολή στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της Ιταλίας και τον αντιφασιστικό αγώνα της χώρας. Η μητέρα της, Λεονέτα Πιερατσίνι, ήταν ζωγράφος και ο πατέρας της, Εμίλιο Τσέκι, συγγραφέας και από τους πιο σημαντικούς κριτικούς λογοτεχνίας, ενώ υπήρξε και διευθυντής της κινηματογραφικής εταιρείας Cines, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, όπου συγκέντρωσε γύρω του διανοούμενους και καλλιτέχνες, όπως ο Μάριο Σολντάτι και ο Λουίτζι Πιραντέλο. Παρόλο που το εγχείρημα, που στόχο είχε ν’ αναζωογονήσει την κινηματογραφική παραγωγή, έληξε σύντομα, οι ιδέες και η οργάνωση που προέκυψαν από την πρωτοβουλία εκείνη, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και αφετηρία ενός ευρύτερου προγράμματος για τον κινηματογράφο: παράλληλα με τα μεγαλόφωνα «έπη» της εποχής, ένας πιο «φτωχός» με στοιχεία ντοκιμαντέρ κινηματογράφος γεννήθηκε στη διάρκεια του πολέμου, με ταινίες όπως το 1860, τα Τέσσερα βήματα στα σύννεφα, και αμέσως μετά το Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη.
«Ο κινηματογράφος τότε ήταν κάτι μυθικό, εξωστρεφές, περιπετειώδες – ως παιδιά, με την αδελφή μου και τον αδελφό μου, σπάγαμε τα νεύρα του πατέρα μας για να μας πάρει μαζί του στα γυρίσματα», θυμόταν η Σούζο. Αλλά και αργότερα, όταν ο Εμίλιο Τσέκι εγκατέλειψε τη θέση του διευθυντή, το σπίτι γέμιζε κάθε Κυριακή πρωί με σκηνοθέτες και σεναριογράφους που διάβαζαν τα σενάρια τους και στους νέους για να ακούσουν τη γνώμη τους, επηρέαζοντάς τους έτσι βαθιά.

Ιδιαίτερα πλούσιο έργο

Το 1945, στη Ρώμη, συχνά χωρίς φως, νερό και γκάζι, η Σούζο, παντρεμένη με δύο παιδιά, θα χρειαστεί αυτή να αναλάβει εξ ολοκλήρου την οικογένεια αφού ο άντρας της Λέλε ντ’ Αμίκο, θα βρεθεί σε σανατόριο στην Ελβετία για δύο χρόνια. «Εάν μπορούσα να κάνω αυτό που μου φαίνεται τέλειο, θα ήθελα να σε απαγάγω. Η ιδέα να έρθω σε σένα τηρώντας το ωράριο, να μη μπορώ να σε έχω όταν θα σε θέλω, μου στεγνώνει το στόμα», του γράφει – τα γράμματά της κυκλοφόρησαν φέτος από τις εκδόσεις Bombiani. Έχοντας ήδη μεταφράσει Τόμας Χάρντι, και Σαίξπηρ για το Teatro Eliseo, εργάζεται πιο εντατικά ως μεταφράστρια και διερμηνέας. Η γνώση της λογοτεχνίας της ανοίγει εύκολα το δρόμο για τη συγγραφή σεναρίων που βασίζονται σε λογοτεχνικά έργα. Το Avatar του Θεόφιλου Γκωτιέ θα είναι το πρώτο σενάριο που θα γράψει σε συνεργασία με τους Μοράβια, Enio Flaiano, Ρενάτο Καστελάνι, που όμως δεν θα γυριστεί ποτέ. Διάσημες πολλές μεταφορές της λογοτεχνικών έργων όπως οι Κλέφτες ποδηλάτων από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Λουίτζι Μπαρτολίνι, Σένσο από το ομώνυμο διήγημα του Καμίλο Μπόιτο, Οι φίλες του Αντονιόνι, από τη νουβέλα «Τρεις γυναίκες μόνες» του Τσέζαρε Παβέζε, οι Λευκές νύχτες του Ντοστογιέφσκι, φυσικά Ο Γατόπαρδος από το μυθιστόρημα του Τζουζέπε Λαμπεντούζα, Ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ, Οι Αδιάφοροι του Αλμπέρτο Μοράβια.

Γυρίζοντας στο δρόμο

Από τον Σαίξπηρ και τον Γκυ ντε Μωπασάν έως τον Ίταλο Καλβίνο και την Έλσα Μοράντε, είναι δεκάδες οι ευτυχείς προσαρμογές της Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, χωρίς να αναφέρουμε τα πρωτότυπα σενάρια. Άλλωστε, στον «δεκάλογό» της προς τους νέους σεναριογράφους, στην πρώτη θέση βρίσκεται η παραίνεσή της να διαβάζουν πολύ – τους κλασικούς, τους μοντέρνους, τους σύγχρονους του 20ού αιώνα. Επίσης, τους σεναριογράφους δεν θα πρέπει να τους φοβίζει η πραγματικότητα, ούτε να την μυθοποιούν αλλά να την πιστοποιούν διαρκώς. Πολλές από τις πρώτες μεταπολεμικές ταινίες ήταν γυρισμένες στο δρόμο και από τη λεπτομερή επιτόπια έρευνα εξαρτιόταν η επιτυχία τους. Πολύ διασκεδαστική ήταν η αφήγηση της Τσέκι ντ’ Αμίκο, που αφορούσε την ταινία Nella città l’inferno με την Άννα Μανιάνι και διαδραματίζεται στη φυλακή: η σεναριογράφος είχε περάσει πολύ χρόνο στη φυλακή, γνωρίζοντας τους μικροκλέφτες, μαθαίνοντας την ορολογία τους, καθώς ο κάθε «κλάδος» είχε τους δικούς του ειδικούς. Αυτός, ας πούμε, που έχαιρε της μεγαλύτερης εκτίμησης ήταν ο πορτοφολάς καθώς απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα για να μη γίνει αντιληπτός. Οι κλέφτες αυτοί, τη δεκαετία του ’50 που γυρίστηκε η ταινία, φρόντιζαν, στην αρχή του χειμώνα, να συλληφθούν για κάτι μικρό, έτσι ώστε να περάσουν την πιο δύσκολη εποχή του χρόνου στη φυλακή με τους φίλους τους, καθώς στις φυλακές αυτής της κατηγορίας τα κελιά ήταν πάντα ανοιχτά. Η δημιουργία της Rebibbia, που ήταν μια σύγχρονη φυλακή με κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, απώθησε τους κλέφτες κι έσβησε τελικά αυτή η συνήθεια.

Ομαδική δουλειά και παιγνιώδη προκλητικότητα

Σε όλες της τις αφηγήσεις, η Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, ανακαλεί τα φτωχά μέσα της εποχής και την ελευθερία που πρόσφεραν για καλό κινηματογράφο, παράλληλα με την ομαδική δουλειά, τις συνεργασίες, τους παραγωγούς που ταυτίζονταν δημιουργικά με την ταινία που χρηματοδοτούσαν. Η ζωή στα καφέ που όλοι γνωρίζονταν και που εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχει.
Από τις πρώτες της ταινίες, θα δημιουργήσει μερικές από τις πιο σημαντικές της σχέσεις που θα διαρκέσουν σε όλη της τη ζωή. Στο Onorevole Angelina του Luigi Zampa θα συναντηθεί με την Άννα Μανιάνι, το 1948 θα κάνει την πρώτη της ταινία με τον Κομεντσίνι και έκτοτε θα συνεργαστούν συχνά, με πιο γνωστό έργο τις Περιπέτειες του Πινόκιο. Έχοντας ήδη γράψει το λιμπρέτο I due timidi για τον Νίνο Ρότα, αρχίζει η συνεργασία της, –και η φιλία της– με τον Λουκίνο Βισκόντι, για τον οποίο, με εξαίρεση το Λυκόφως των θεών, θα γράψει τα σενάρια όλων των έργων του, καθώς και το σενάριο του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, που τελικά δεν θα γυριστεί ποτέ.
Ενάντια σε κάθε ακαδημαϊκότητα, με παιγνιώδη προκλητικότητα, εξήρε διαρκώς τη «χειροτεχνική» όψη της συγγραφής του σεναρίου και μαζί με το Ennio Flaiano, με τον οποίο συνεργάζονταν, συχνά, αστειεύονταν ότι θ’ ανοίξουν μαγαζί/εργαστήρι στο οποίο θα δέχονταν παραγγελίες για «κόψιμο, ράψιμο, προσαρμογή» σεναρίων.
Όσο σημαντικό θεωρούσε να δουλεύει πάντα με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες του κάθε σκηνοθέτη, εξίσου σημαντική ήταν αντίστοιχα η κατασκευή των κινηματογραφικών πορτρέτων.

Οι γυναίκες της

Τα γυναικεία πρόσωπά της, που έγραψε για την Μανιάνι, την επίσης πολύ αγαπημένη Σοφία Λόρεν, την Κλαούντια Καρντινάλε και τόσες άλλες, δεν είναι ποτέ μονοσήμαντα ή συμβατικά. Οι πρωταγωνίστριές της διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ακόμη και βίαια, παραβιάζοντας τους νόμους της κοινωνίας που ζουν, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματά τους και δημιουργώντας σχέσεις που σχηματίζουν μια νέα αντίληψη για την κοινωνία ενώ, όπως επισήμαναν κάποιοι μελετητές της, είχε διαρκώς στραμμένη την προσοχή της στο σύμπαν των πιο απλών ψυχών, που αναίτια είχαν πληγωθεί και ταπεινωθεί.
Με το θάνατο της Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, το 2010, σε ηλικία 96 χρόνων, κλείνει μια συναρπαστική περίοδος του ιταλικού κινηματογράφου.
Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις, η συγγραφέας και δημοσιογράφος εγγονή της Μαργκερίτα ντ’ Αμίκο, την ρώτησε: Τι συνέβη; Η περίοδος μετά τον πόλεμο ήταν δύσκολη αλλά και γεμάτη δημιουργία, τι συνέβη και «ασχημύναμε»;
«Η αδιαφορία», απάντησε, «η αδιαφορία εισέβαλε σαν τη σκόνη στα σπίτια μας».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet