camping

Λίγες είναι οι μεγάλες «αθώες ιδέες» που ενσαρκώνονται ξεγυμνώνοντας τα δόντια και ακονίζοντας τα μαχαίρια των οπαδών τους. Μια τέτοια ιδέα αποτελεί το όραμα της καθαρότητας, όπως περιγράφεται από τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν στο βιβλίο «Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της». Παρακάτω, προσεγγίζεται η «καθαρότητα» ακολουθώντας το νήμα αφήγησης του Μπάουμαν. Έπειτα, προτείνεται ότι πηγαίνει χέρι χέρι με την εκδίωξη της ελεύθερης κατασκήνωσης.

Το όραμα της τάξης

Η καθαρότητα αποτελεί ιδανικό, το οποίο δημιουργούμε και προστατεύουμε με ζήλο από πραγματικούς ή φανταστικούς κινδύνους. Ο άνθρωπος εισάγει την ίδια τη διάκριση καθαρότητας και βρομιάς, αφήνοντας τα απομεινάρια μιας εκδρομής στην εξοχή ή ρίχνοντας χημικά στις θάλασσες.
Η καθαρότητα είναι το όραμα της τάξης: μιας κατάστασης όπου κάθε πράγμα βρίσκεται στη θέση του και όχι κάπου αλλού, αποτελεί πτυχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Το αντίθετό της είναι η βρομιά, η ακαθαρσία, οι μολυσματικοί φορείς, τα «εκτός τόπου» πράγματα και άνθρωποι. Πράγματα που θεωρούνται βρομιά σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αντιμετωπίζονται διαφορετικά σε ένα άλλο. Τα αστραφτερά παπούτσια γίνονται βρομιά πάνω στο τραπέζι με το φαγητό, αλλά στην παπουτσοθήκη βρίσκουν τη φρεσκάδα τους. Μια ομελέτα στο πιάτο ανοίγει την όρεξη, πάνω όμως στο μαξιλάρι αφήνει λεκέ. Θα δούμε -αντίστοιχα- πώς ο άνθρωπος αποτελεί «βρομιά» όταν κατασκηνώνει ελεύθερα, ενώ όταν διαμένει σε νόμιμα καταλύματα ακολουθεί την πολιτική ορθότητα. Στη δεύτερη περίπτωση αποτελεί αποδεκτό «τουρίστα», στην πρώτη προσιδιάζει στην κατάσταση του «πλάνητα».
Η ανθρωπολόγος Mary Douglas έχει περιγράψει το ενδιαφέρον για την καθαρότητα και την έμμονη ιδέα για την καταπολέμηση της βρομιάς ως γνώρισμα όλων των ανθρώπινων όντων: τα πρότυπα καθαρότητας αλλάζουν από τη μια εποχή στην άλλη, από κουλτούρα σε κουλτούρα. Ωστόσο, πάντοτε υπάρχουν. Ο Φρόιντ χαρακτηρίζει το κάλλος, την καθαρότητα και την τάξη ως κυρίαρχα συστατικά διαμόρφωσης του πολιτισμού.
Αρχή ισορροπίας συμφερόντων

Το σκούπισμα και ο στιγματισμός ή η εκδίωξη των ξένων φαίνεται πως πηγάζουν από το ίδιο κίνητρο για τη διατήρηση της τάξης. Ο «Ξένος» κομματιάζει το στέρεο έδαφος της ασφάλειας της καθημερινής ζωής. Οι ντόπιοι όλων των εποχών και των τόπων, γράφει ο Μπάουμαν, στις φρενήρεις προσπάθειές τους να περιορίσουν, να εξορίσουν ή να καταστρέψουν τους ξένους, παρομοίαζαν τους τελευταίους με ενοχλητικά ζωύφια. Έπειτα, παρατηρείται η μετάβαση σε ένα μοντέλο ελέγχου όπου οι Ξένοι με ποικίλους τρόπους παίζουν εντονότερο ρόλο στις δραστηριότητες τήρησης της καθαρότητας και της καθημερινής αναπαραγωγής ενός τακτοποιημένου κόσμου: δεν διώκονται μόνο αλλά χρησιμοποιούνται ως παραγωγική δύναμη όπου είναι απαραίτητο. Ο «καθαρισμός» μεταμφιέζεται σε μια νέα ευέλικτη αρχή ισορροπίας συμφερόντων. Στη νεωτερικότητα, μέσα σε έναν κόσμο σε διαρκή κίνηση, το άγχος της ισορροπίας μετατρέπεται σε ξενοφοβία και ρατσισμό.
Ο Μπάουμαν υπογραμμίζει πως ο ναζισμός και ο σταλινισμός ως ολοκληρωτικά συστήματα που έφτασαν στα άκρα, βασίστηκαν στην «καθαρότητα»: της φυλής ο πρώτος, της τάξης ο δεύτερος. Μετά από το «επίσημο τέλος» του ψυχροπολεμικού δίπολου φιλελευθερισμός-κομμουνισμός με την πτώση του Τείχους στο Βερολίνο το 1989, παρατηρείται σε μεγάλη μερίδα των σύγχρονων ανθρώπων έλλειψη ενθουσιασμού προς τα καθολικά σχήματα για τη θέσπιση τάξης. Ξεπερνούν το άγχος της αβεβαιότητας και αταξίας, καθώς μετατρέπονται σε εγωκεντρικούς καταναλωτές-συλλέκτες εμπειριών, γυρνώντας την πλάτη στο «κοινό καλό» (ηθική αδιαφορία) και κυνηγώντας «ατομικά δικαιώματα». Τίποτα δεν πρέπει να διαταράσσει την καταναλωτική τάξη. Έτσι, οι «ελαττωματικοί καταναλωτές» (οι ξένοι/απροσάρμοστοι στα σύγχρονα πρότυπα ζωής) ελέγχονται και εκδιώκονται είτε από ιδιωτική πρωτοβουλία (εταιρείες φύλαξης, κάμερες σε καταστήματα, κ.α.) είτε από δημόσια επιβολή του «νόμου και τάξης». «Η επιδίωξη της καθαρότητας στη μετανεωτερικότητα εκφράζεται καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε κατοίκους κακόφημων δρόμων, καθώς και ενάντια σε πλάνητες και χασομέρηδες», τονίζεται. Από την άλλη, την τελευταία δεκαετία η διαρκής αβεβαιότητα επαναφέρει σε ένα κομμάτι πληθυσμού την αναζήτηση ακραίων τάσεων καθολικών σχημάτων: η «ουτοπία» διάφορων ταγών αφορά ένα α-μετάβλητο όραμα και περιβάλλον (νέοι εθνικισμοί), δηλαδή, το αντίθετο της συνεχούς ρευστότητας και αβεβαιότητας της (Μετα)Νεωτερικότητας.

Πλάνητες και χασομέρηδες

Οι ελεύθεροι κατασκηνωτές αντιμετωπίζονται ως πλάνητες και χασομέρηδες -για να δανειστούμε τη φρασεολογία του Μπάουμαν- καθώς ο τρόπος διακοπών τους δεν συνάδει με τα κυρίαρχα πρότυπα κάλλους, καθαρότητας και τάξης. Φερειπείν, το πρώτο πράγμα που μπορεί να ρωτήσει μια αστή κυρία για το ελεύθερο κάμπινγκ είναι «που κάνετε την ανάγκη σας;». Οι κατασκηνωτές θεωρούνται «ελαττωματικοί καταναλωτές» για την τουριστική βιομηχανία. Διώκονται από τον νόμο, καθώς ο φακός εντοπισμού αποδιοπομπαίων τράγων δεινών της κοινωνίας ρίχνει φως πάνω στις σκηνές τους, εγείροντας ωστόσο ερωτήματα για τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου. Συχνά, διώκονται ως Ξένοι και από τους ντόπιους που βλέπουν τα «καθαρά και σε τάξη» ενοικιαζόμενα δωμάτια της τουριστικής περιοχής να μην παρουσιάζουν πληρότητα ή διότι οι πελάτες τους («τουρίστες») ενοχλούνται αισθητικά από τους ελεύθερους κατασκηνωτές και βλάπτεται ο «ποιοτικός τουρισμός» (δηλαδή, ο καταναλωτικός).
Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, οι άνθρωποι στη μετανεωτερικότητα διακρίνονται σε «τουρίστες» και «πλάνητες». Οι τουρίστες ταξιδεύουν ακολουθώντας τα πρότυπα της κυριαρχίας και την επιθυμία τους, όντας «καλοί καταναλωτές» και εξυμνώντας την «ελεύθερη επιλογή», ενώ οι πλάνητες καθώς δεν έχουν άλλη επιλογή ταξιδεύουν αναγκαστικά αναζητώντας εργασία και στέγη. Οι ελεύθεροι κατασκηνωτές καταλήγουν στον τρόπο διακοπών τους είτε γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή από οικονομική άποψη, είτε από στάση ζωής (ή και τα δύο). Καθώς η διαδικασία της παραγωγής με την πρόοδο της τεχνολογίας και τις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού απαιτεί ολοένα και λιγότερα εργατικά χέρια, οι πλάνητες αυξάνονται και καθίστανται ανθρώπινα απορρίμματα. Είναι αντιπαθείς στα μάτια των «τουριστών». Τους βλέπουν ως «ξένους» και «βρομιές» στο σύστημα που πρέπει να καθαριστούν ή «να μπουν στη θέση τους». Συνάμα, η παρουσία τους μαρτυρά πως μπορεί να γίνουν και οι ίδιοι «πλάνητες» ανά πάσα στιγμή στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης και του σκληρού οικονομικού ανταγωνισμού. Οι «πλάνητες» είναι μια αλήθεια κατάφωρη την οποία προτιμούν να μην βλέπουν. Η αστή κυρία ρωτώντας «πού κάνετε την ανάγκη σας», νιώθει την απειλή πως αν πέσει στην κατάσταση του «πλάνητα» θα αντιμετωπίσει κοινωνικά αισθήματα αποστροφής με τα οποία εμποτίστηκε κατά την ανατροφή της, στερούμενη ξενοδοχεία και τζακούζι, τα οποία μάλλον αφήνουν μεγαλύτερο «οικολογικό αποτύπωμα» από μια παρέα κατασκηνωτών στην παραλία οι οποίοι εκδιώκονται με διάφορες δικαιολογίες (αφήνουν βρομιές, κλπ) που δεν αντιστοιχούν στην πραγματική συνείδηση και στο πράττειν τους (συνήθως φροντίζουν για το περιβάλλον). Στον νεοφιλελευθερισμό, η σκλήρυνση των παραπάνω «ενστίκτων» προβάλλεται ως ο «σωστός δρόμος», πλασάροντας «νόμο και τάξη», με επιδίωξη τον κοινωνικό έλεγχο και το μέγιστο οικονομικό κέρδος.

Κίμων Θεοδώρου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet