Ο νεοφιλελευθερισμός ως στρατηγική αναδιανομής του πλούτου

 

Του Τ. Τρίκκα

Αλλαγή παραδείγματος. Το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ προσελκύει το ζωηρό ενδιαφέρον μυριάδων πολιτών στις χώρες της Ευρώπης -και όχι μόνον- με την ελπίδα, την απαντοχή ενός νέου παραδείγματος στην οργάνωση, το περιεχόμενο και την εν γένει εκδίπλωση των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, το οποίο θα τους προσδώσει την αποτελεσματικότητα που η προσήλωση στο παλαιό, παραδοσιακό και καθιερωμένο παράδειγμα αδυνατεί να τους προσφέρει.
Είναι μυριάδες εκείνοι που «θέλουν μα δεν μπορούν να λησμονήσουν», όπως λέει και ο ποιητής, ότι εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, στη δεκαετία του 1980, οι καπιταλιστικές ελίτ εξαπέλυσαν τη μεγάλη αντεπίθεσή τους εναντίον του κόσμου της εργασίας, με αιχμή του δόρατος τη στρατηγική και ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού. Η αντεπίθεση ήταν νικηφόρα για τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Δεν έφερε την «κοινωνική ειρήνη» που επιθυμούσαν, αλλά άνοιξε την εποχή μιας μεγάλης, χωρίς προηγούμενο ίσως, κοινωνικής σύγκρουσης, μιας σύγκρουσης που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, με διατήρηση της υπεροχής του κεφαλαιοκρατικού στρατοπέδου, παρά τις ισχυρές αντιστάσεις που συναντά. Όπως φαίνεται, η περίοδος αυτή θα συμπεριληφθεί στις πιο μελανές σελίδες της Ιστορίας. Έγραψε, με μεγάλη δόση υπερβολής είναι αλήθεια, ένας από τους πιο επιφανείς μαρξιστές διανοούμενους, ο βρετανός Πέρι Άντερσον: «Για πρώτη φορά μετά από τη Μεταρρύθμιση [του Λουθήρου] δεν υπάρχουν μέσα στο σκεπτόμενο κόσμο της Δύσης αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα αξιόλογες δυνάμεις που να αντιτίθενται, που να ανοίγουν ανταγωνιστικές προοπτικές». Παρ’ όλους τους περιορισμούς του, που αποκαλύπτονται όλο και περισσότερο, «ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί, είναι η πιο επιτυχημένη ιδεολογία...»

Είπαμε, μεγάλη υπερβολή, ένας παρόμοιος ισχυρισμός, που απεικονίζει ωστόσο την τοξικότητα του μακροχρόνιου, βαθιού πεσιμισμού που έχει διαποτίσει το χώρο της αριστερής διανόησης, με την παρά τούτο οξεία κριτική σκέψη που αυτός διαθέτει. Ευτυχώς που υπάρχει η ακατάβλητη «αισιοδοξία της βούλησης» (για να θυμηθούμε τον Γκράμσι και τον Ρομέν Ρολάν) που «κρατάει» την αριστερή συνείδηση. Ο πεσιμισμός αυτός δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Ακολούθησε την ως τώρα έκβαση της μεγάλης σύγκρουσης ανάμεσα στους κόσμους της εργασίας και του κεφαλαίου. Οι λαοί είδαν να γίνονται -και να παραμένουν- πιο δυσμενείς, πιο αρνητικοί γι’ αυτούς οι παγκόσμιοι συσχετισμοί δύναμης. (Εδώ εγγράφεται και η ζημία από την κατάρρευση του «υπαρκτού» και της Σοβιετικής ΄Ενωσης).
Πρόκειται για συσχετισμούς «υλικών» δυνάμεων, αλλά να μη λησμονούμε ότι και οι ιδέες αποκτούν υλική δύναμη, όταν τις εγκολπωθούν οι μεγάλες μάζες. Δεν υστερούσε η ιδεολογία του εργατικού κινήματος απέναντι στη νέα ιδεολογία των καπιταλιστικών ελίτ. Αλλά την εποχή αυτή τη σοσιαλιστική ιδεολογία έρχονταν να αποδυναμώσουν οι αποκαλύψεις και οι διαψεύσεις από την αμείλικτη πραγματικότητα των σοβιετικών καθεστώτων.
Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μετά το μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο άνοιξε, από το 1950, μια περίοδος νέας καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας. Οι προοπτικές υπήρξαν ευοίωνες και για τους λαούς. Προικισμένοι από τις εμπειρίες των κινημάτων αντίστασης, που είχαν αντιφασιστικό αλλά και ταξικό χαρακτήρα, ατένιζαν το μέλλον με αισιοδοξία, μέσα σ’ ένα θετικό πλαίσιο κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών δύναμης που βελτιώνονταν. Στη δεκαετία του 1960 είναι έκδηλη η άνοδος του εργατικού κινήματος. Πυκνώνουν οι αγώνες και στα Πανεπιστήμια, δυναμώνει η πάλη για την ειρήνη, γεννά ελπίδες η εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού και διανοίγει νέους ορίζοντες ο ονειροπόλος γαλλικός Μάης: «Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Η σχολή του Σικάγο

Τα σύννεφα παρουσιάζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η τάση της μείωσης του ποσοστού του κέρδους ρίχνει βαρειά σκιά που ανησυχεί τις καπιταλιστικές ελίτ, οι οποίες αντιμετωπίζουν ήδη και άλλα προβλήματα. Ο ρυθμός της ανάπτυξης πέφτει από το εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό του 4%, που είχε φτάσει τα χρόνια του ’50 και του ’60. Αναδύεται το καινούργιο πρόβλημα του «στασιμοπληθωρισμού». Οι ΗΠΑ με τον πόλεμο του Βιετνάμ προσκρούουν σε δημοσιονομικές δυσχέρειες και αρχίζουν να «τυπώνουν» δολάρια. Και η «σχολή του Σικάγο» με τον Μίλτον Φρίντμαν και τους ομολόγους του ετοιμάζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις καπιταλιστικές ελίτ -επεξεργάζονται νέα θεωρήματα και ιδεολογήματα. Μια νέα ιστορική φάση αρχίζει με δομικές αλλαγές στο σύστημα, που εγκαταλείπει τη λογική του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής. Ο νεοφιλελευθερισμός εισβάλλει στην κοινωνία, μέσα σε συνθήκες οξυμένης ταξικής πάλης.
Δεν επέβαλαν το νεοφιλελευθερισμό «απ’ έξω» οι ΗΠΑ όπως ορισμένοι υποστήριξαν. Συνέβαλαν στην επικράτησή του, αλλά υπήρχαν στις διάφορες χώρες εντόπιες δυνάμεις έτοιμες να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία και κάθε μέσο για να πλήξουν το κοινωνικό κράτος, το οποίο εστίαζαν όλες τις απειλές εναντίον της «ελεύθερης οικονομίας». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Σουηδίας. Τη δεκαετία του ’70 τη χώρα αυτή με τα ισχυρά συνδικάτα, την παραδοσιακή, «ταξική» ακόμη σοσιαλδημοκρατία και το ιδιαίτερα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος, άρχισε να συζητείται η ιδέα της πλήρους «εξαγοράς» εργοστασίων από τα εργατικά σωματεία και τους συναφείς θεσμούς -μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικοποίησης. Τρομοκρατημένες οι καπιταλιστικές ελίτ οργάνωσαν την άμυνά τους -την αντεπίθεσή τους- κινητοποιώντας ιδεολογικούς μηχανισμούς όπως το βραβείο Νόμπελ, το οποίο «τίμησε» προβάλλοντάς τους οικονομολόγους της «σχολής του Σικάγου». Ο νεοφιλελευθερισμός «έσκασε μύτη» σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήταν ευνοϊκό γι’ αυτόν. Το επόμενο βήμα ήταν η προσφυγή των ελίτ στη στρατηγική της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη Σουηδία δεν προχώρησε τότε πέρα από ορισμένα όρια εξαιτίας των ισχυρών συνδικάτων και του χαρακτήρα της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας. Λειτούργησε όμως ως ανάχωμα απέναντι στη δυναμική του εργατικού κινήματος.

Να πληρώσουν οι πλούσιοι

Αδυσώπητη, σκληρότατη ήταν -και είναι- η μεγάλη κοινωνική σύγκρουση που διεξάγεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Την ατζέντα της δεν καθόρισαν οι «πνευματικοί πατέρες» του νεοφιλελευθερισμού -ο Χάγιεκ, ο Φρίντμαν και οι άλλοι. Τη μάχη διηύθυναν κάθε φορά πολιτικοί ηγέτες, όπως ο Ρίγκαν και η Θάτσερ, δικτάτορες όπως ο Πινοσέτ και τραπεζίτες όπως ο Βόλγκερ. Κορυφαίο «επεισόδιο» της μεγάλης σύγκρουσης ήταν η αντιπαράθεση της Θάτσερ με τα ισχυρά βρετανικά συνδικάτα, που αντέδρασαν με μεγάλες απεργίες το 1978 στην πολιτική της λιτότητας που επέβαλε η κυβέρνηση στο δημόσιο τομέα. Ακολούθησε η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων το 1984. Η ήττα της σηματοδότησε την απώλεια δύναμης της βρετανικής εργατικής τάξης. Κύμα ιδιωτικοποιήσεων ήρθε μετά -στα ανθρακωρυχεία, τη βιομηχανία χάλυβα, τη βιομηχανία αυτοκινήτων, που περιλαμβάνονταν στο δημόσιο τομέα.
Δύο υπήρξαν οι κύριοι στόχοι της καπιταλιστικής αντεπίθεσης με τις πολιτικές και την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού: Η αποκατάσταση του υψηλού ποσοστού κέρδους και η ενίσχυση της εξουσίας των καπιταλιστικών ελίτ. Για τον πρώτο στόχο το βάρος δεν δόθηκε στην ανόρθωση της καπιταλιστικής συσσώρευσης με επενδύσεις, αλλά στην αναδιανομή του πλούτου προς όφελος των υψηλότερων τμημάτων της αστικής τάξης. Η διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια είναι σύμφυτη με τη λογική του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι που δεν έχει προσεχθεί αρκετά στη δική μας όχθη: Ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί ως στρατηγική αναδιανομής του πλούτου. Και το σύνθημα «να πληρώσουν οι πλούσιοι» δεν αποτελεί μαξιμαλιστική επιδίωξη σε πρόωρη σοσιαλιστική κατεύθυνση, είναι αναπόσπαστο, οργανικό στοιχείο μιας «αμυντικής» πολιτικής εναντίον της νεοφιλελεύθερης αναδιανομής. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει οπωσδήποτε το πρόσημο της αναδιανομής του πλούτου, αν θα είναι συνεπής με τον αντινεοφιλελεύθερο εαυτό της.

Το στοιχείο της «δίκαιης ανάπτυξης»

Ένα άλλο πρόσημο προσθέτει η αναφορικότητα στην ιστορική διάσταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία δεν πρέπει να λησμονείται όταν προβάλλεται το προγραμματικό στοιχείο της «δίκαιης ανάπτυξης». Εκείνο που πρέπει να ξεχάσουμε είναι ο κεϊνσιανισμός. Η ιστορικότητα αυτή δεν σημαίνει απλώς ότι ο καπιταλισμός δεν υπήρχε πάντοτε, αλλά ότι η εσωτερική του δυναμική τείνει στην κατεύθυνση της συνάντησής του με τα δομικά του όρια. Τα όρια αυτά υπάρχουν όχι επειδή εμείς θέλουμε την υπέρβασή του, αλλά εξαιτίας του νόμου/τάσης του φθίνοντος ποσοστού του κέρδους. Και όχι μόνο εξ αυτού. Ο ιστορικός καπιταλισμός διαμορφώθηκε στη βάση της μαζικής παραγωγής εμπορευμάτων, στον πυρήνα της οποίας εμφωλεύει η τεχνολογική εξέλιξη. Όμως, στην ιστορική του διαδρομή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συμπεριέλαβε και άλλους τομείς, όπως ο τομέας των υπηρεσιών, που δεν υπόκειται στους ρυθμούς των βιομηχανικών μετασχηματισμών που προώθησαν τις προγενέστερες φάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Υποστηρίζεται βάσιμα ότι έτσι επήλθε σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν πρόκειται να επανέλθουμε, ούτως ή άλλως στον καπιταλισμό που γνώρισε άλλοτε ο κόσμος, ούτε σ’ εκείνη την ανάπτυξη, στο πλαίσιο της οποίας αναζητήθηκαν στο παρελθόν μέτρα κεϊνσιανικού τύπου. Τα όρια της ανάπτυξης δεν μπορούν να αγνοηθούν σήμερα μεσούσης μάλιστα της κρίσης, που είναι άλλη μία όψη του πολυεδρικού αυτού προβλήματος. Ο προγραμματικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει ανάγκη από σαφήνεια και πληρότητα.


ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet