Των Ε.Μ. Παπαθεοδώρου & Γ.Π. Στάμου*

Συχνά από τα ΜΜΕ αλλά και στην καθομιλουμένη χρησιμοποιείται ο όρος «λαϊκισμός» στον οποίο και αποδίδεται αρνητικά φορτισμένο περιεχόμενο. Σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και σε εκείνη του «εθνικιστικού λαϊκισμού» όπου η έννοια του λαού συμπίπτει με την έννοια του έθνους, η προσφυγή στη λαϊκότητα αντανακλά την ανάγκη των ανθρώπων για περισσότερη προστασία όσον αφορά την κοινωνική επισφάλεια, κατά κύριο λόγο στην εργασία, την υγεία και εντέλει την ποιότητα και τη διάρκεια της ζωής τους.

Η σύγχρονη επισφάλεια συνδέεται με το έλλειμμα δημοκρατίας που στις μέρες μας χαρακτηρίζει τις κοινωνίες και πηγάζει από το γεγονός ό,τι σιγά-σιγά και η πολιτική εκπροσώπηση περνά σε θέσεις δευτεραγωνιστή, ενώ σε όλα τα επίπεδα, από το υπερεθνικό, ως το εθνικό και το στενά τοπικό οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι διεκδικούνται και καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλον από, σκιώδεις τεχνοκρατικές δομές και λόμπι. Πράγματι, εξουσίες που δεν εδράζονται σε κανενός είδους λαϊκή κυριαρχία ξεπετιούνται μέσα από ένα απροσδιόριστο νεφέλωμα τεχνοκρατικών συγκροτήσεων, από τη ΔΤ και το ΔΝΤ, ως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΤΧΣ, τις σκοτεινές ανεξάρτητες αρχές στο επίπεδο του κράτους, τις διάφορες εξουσιοδοτημένες επιτροπές στο επίπεδο της ΤΑ, τους ΕΛΚΕ στα Πανεπιστήμια και πάει λέγοντας, όπου λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις υπό καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διαβούλευση για την επικείμενη εμπορική συμφωνία μεταξύ Καναδά και ΕΕ (CETA) που πρόκειται να επικαιροποιηθεί τον Οκτώβριο και που σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, δεν χρειάζεται καν να εγκριθεί από τα εθνικά κοινοβούλια των ευρωπαϊκών κρατών. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ακόμα και η εξαιρετικά περιορισμένη πρόσβαση των ευρωβουλευτών στα σχετικά ντοκουμέντα πραγματοποιείται υπό τον όρο της άκρας εχεμύθειας.

Νοηματοδότηση αναλόγως τα συμφέροντα

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το λαϊκισμό είναι χρησιμοποιείται και νοηματοδοτείται ανάλογα με τα συμφέροντα που καλείται να υπηρετήσει. Πράγματι, στις μέρες μας ο όρος λαϊκισμός έχει την ικανότητα να κινητοποιεί ολόκληρο γαλαξία αρνητικών σημαινόντων όπως φαυλότητα, παραποίηση, ανευθυνότητα, κολακεία κ.ά. Ακόμη περισσότερο, έχει τη δυνατότητα να αποδίδει νόημα στα παραπάνω σημαίνοντα και τελικά να τα συναρθρώνει, ώστε να συγκροτηθεί ένα συμφραζόμενο που χρησιμοποιείται ως το μέσον με το οποίο η κυρίαρχη ελίτ αντιπαρατίθεται σε κάθε τι υποτίθεται μη εκσυγχρονιστικό, και να προβάλει την ιδέα της κοινωνικής αριστείας.
Στον αντίποδα, ο όρος μπορεί να ενδυθεί αριστερό περιεχόμενο και έτσι να εκφράσει και να διεκδικήσει αιτήματα των από-τα-κάτω. Να ταυτιστεί για παράδειγμα με έννοιες όπως η κινηματική δράση, η αξιοπρέπεια, η ισότητα ευκαιριών, η λαϊκή κυριαρχία κ.λπ. και έτσι να συναρθρωθεί ένα συγκρουσιακό συμφραζόμενο, κόντρα στην κοινωνική αριστεία που προπαγανδίζουν οι κυρίαρχες ελίτ. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι σε αντιπαλότητα με τις πολιτικές της λιτότητας, ορισμένοι φτάνουν να διατυπώσουν την ανάγκη συγκρότησης του «ευρωπαϊκού λαϊκισμού».

Σε μια πρώτη ματιά, αμφότερα, θετικό και αρνητικό, τα παραπάνω συμφραζόμενα εμφανίζουν λογική στιβαρότητα. Όμως αυτό είναι απατηλό. Αμφότερα διαθέτουν χαμηλή συνεκτικότητα και τελούν υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Αυτό συμβαίνει επειδή πρόκειται για αφηρημένες νοητικές κατασκευές/μοντέλα με αυξημένο το στοιχείο του φαντασιακού και μειωμένο εμπειρικό φορτίο. Πράγματι, παραπέμποντας γενικά και αφηρημένα σε φαυλότητα ή σε καιροσκοπισμό, ο όρος «λαϊκισμός» στην αρνητική του εκδοχή είναι αρκετά ευρύς και όχι σαφώς ορισμένος, ενώ δεν υφίσταται και τρόπος να αποδοθεί το μέγεθος της αρνητικότητας (πολύς, μέτριος, ασθενής λαϊκισμός), πράγμα που επιτείνει την ασάφεια. Στον αντίποδα, παραπέμποντας στην εν δυνάμει ενσωμάτωση των αιτημάτων ποικίλων αδύναμων κοινωνικών ομάδων με όρους ισοδυναμίας ο λαϊκισμός διαθέτει μεν θετικό φορτίο, πλην, η χρήση του ως μέσου άσκησης πολιτικής στερείται εμπειρικού περιεχομένου λόγω της ποικιλομορφίας των αιτημάτων που συναρθρώνει. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια συγκερασμού ανάμεσα στα διάφορα ετερογενή στοιχεία που τον συγκροτούν, ο λαϊκισμός καταλήγει συχνά στην απλοϊκότητα.
Τελικά, υπό την αφηρημένη του εκδοχή (θετική ή αρνητική) η συνοχή των συμφραζόμενων που κατασκευάζει ο λαϊκισμός υπονομεύεται από τον κοινωνικό ρεαλισμό των δρώμενων στον πραγματικό κόσμο εκεί έξω, τα οποία και εκδηλώνονται είτε εξαιτίας των συγκρούσεων που επάγει η ταξική πάλη, είτε εξαιτίας των αντιφάσεων που γεννούν διαταξικά προτάγματα (φεμινισμός, οικολογία, δικαιώματα κ.λπ.). Πρόκειται για συγκρούσεις που παράγει η αδήρητη ανάγκη ενίσχυσης της λαϊκής κυριαρχίας με στόχο την αντίσταση και ανατροπή των δύσκολα προσδιορίσιμων και ελέγξιμων κανόνων και δεσμεύσεων που προαποφασίζουν και επιβάλουν στη ζωή των πολιτών αυτού του κόσμου ανεξάρτητες αρχές, δομές και λόμπι.

Διαδικασία σταδιακή με ενδιάμεσα βήματα

Επομένως, το αριστερό συμφραζόμενο που μας ενδιαφέρει εδώ θα αποκτήσει πραγματική συνοχή μόνο αν αποκτήσει εμπειρικό περιεχόμενο, δηλαδή αν μπορέσει να αντιστοιχηθεί στον πραγματικό κόσμο των από-τα-κάτω, και την ίδια στιγμή να αποβάλει βαρίδια φερμένα από τη λαϊκίστικη παράδοση στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως αυτό της εξάρτησης από το χαρισματικό ηγέτη. Μάλιστα, για όσο καιρό οι αφηρημένες κατασκευές δεν αντιστοιχίζονται, δηλαδή, εμπνέονται από, και ταυτόχρονα κατασκευάζουν τον, κοινωνικό ρεαλισμό, αυτές θα χαρακτηρίζονται από μειωμένες δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης.
Βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο θα αντιστοιχηθεί το συμφραζόμενο/θεωρητική κατασκευή στον πραγματικό κόσμο ούτε άμεση, ούτε γραμμική, αλλά ούτε και εύκολη είναι. Συνήθως πρόκειται για διαδικασία σταδιακή με πολλά ενδιάμεσα βήματα που εμπλέκουν δουλειά τόσο θεωρητική όσο και πρακτική, έτσι ώστε βαθμιαία η θεωρία να εμπλουτίζεται όλο και πιο πολύ σε εμπειρικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα, η αλληλεγγύη που αποτελεί βασικό αίτημα του καιρού προαπαιτεί θεωρητική δουλειά ώστε να διαχωριστεί από τη φιλανθρωπία. Σε ένα επόμενο στάδιο απαιτείται προσπάθεια ώστε να διατυπωθούν αρχές, όπως για παράδειγμα ο σεβασμός του άλλου, της ιστορίας του και των ηθών του, στη βάση των οποίων θα πραγματοποιηθεί το εγχείρημα. Μετά, απαιτείται η περιγραφή πρακτικών κανόνων συμπεριφοράς και δράσης των αλληλέγγυων και συντάσσεται κατάλογος με πρακτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, η διαδρομή δεν είναι μονόδρομος από τη θεωρία στην πρακτική δραστηριότητα. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα συνεχές μπρος πίσω, όπου σε κάθε βήμα ερμηνεύεται η θεωρία και η ερμηνεία γυρίζει πίσω και διορθώνει προηγούμενα βήματα.

* Διδάσκουν Οικολογία στο ΑΠΘ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet