Για το βιβλίο του Θ. Καλαφάτη, “Από το Λυκόφως στο Λυκαυγές 1944 - 1959. Κοινωνική ωρίμανση και πολιτική στράτευση” (Αθήνα 2015, εκδόσεις Θεμέλιο)

kalafatis

O Θανάσης Καλαφάτης είναι ιστορικός. Έχει παράγει ως τώρα ένα σημαντικό έργο οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτισμικής ιστορίας. Στο τελευταίο ωστόσο βιβλίο του, ο Θανάσης Καλαφάτης επιλέγει να δώσει το βάρος σε μια ιδιαίτερη, ανθρωπολογική θα έλεγα ιστορία -και με τον όρο δεν εννοώ τόσο την προσέγγιση που υπακούει στις θεωρίες, μεθόδους, τις τεχνικές της επιστήμης, όσο στην ανθρωπολογική ματιά, σ’ αυτή δηλαδή την ερευνητική ματιά που αναγνωρίζει το ρόλο που έχουν στην ιστορία η υποκειμενικότητα, η βιωμένη εμπειρία και η μνήμη, τα αισθήματα και το εσωτερικευμένο ήθος. Επιχειρεί επίσης να ανακαλύψει και να αποδώσει τη φωνή και την ιστορικότητα σ’ εκείνα κυρίως τα κοινωνικά υποκείμενα, τα φαινόμενα και τις όψεις της καθημερινής ζωής που η επίσημη ιστορία, από άγνοια ή πρόθεση τα κατέστησε αφανή ή υποτιμημένα. Μέσα στα εξήντα τέσσερα, μικρά βιο- αφηγήματα που συναποτελούν το προαναφερόμενο βιβλίο, αποτυπώνονται όψεις της καθημερινής ζωής και εμπειρίας ενός παιδιού που ζει και μεγαλώνει μέσα στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940 και του ’50 στη μικρή πόλη της Λευκάδας.

Tης Κωνσταντίνας Μπάδα*

Μέσα ωστόσο από την ατομική, την ιδιαίτερη ιστορία αναδεικνύεται η ευρύτερη ιστορική εμπειρία του τόπου και των ανθρώπων του. Αναδεικνύονται ως υποκείμενα τα φτωχά παιδιά, ως εργαζόμενα, ως μαθητές με προοπτική, ως παιδιά της αλάνας, ως μικροί «επαναστάτες», τα λαϊκά επίσης στρώματα, οι εργαζόμενες γυναίκες και ο κόσμος γενικότερα της εργασίας, οι ηττημένοι αριστεροί, οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της πόλης, οι σεισμοπαθείς, οι ασθενείς και ο αγώνας όλων όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να ανοίξουν την προοπτική της καλύτερης ζωής. Πώς όμως προβάλλει η ιστορικότητα αυτών των κοινωνικών ομάδων, αφού το βιβλίο εμπεριέχει τη βιωμένη εμπειρία και τη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα, την κατάθεση της δικής εμπειρίας ως παιδιού και εφήβου που βίωσε ως φτωχό και ορφανό κυρίως παιδί, (εκτελεσμένου από συντρόφους αριστερού πατέρα), τις συνθήκες και τις επιπτώσεις της δεκαετίας του 1940 - 1950 και κυρίως των εμφυλιακών και μεταεμφυλιακών χρόνων; Όπως έχει δειχθεί από εξέχοντες θεωρητικούς της υποκειμενικότητας και της μνήμης, οι διεργασίες της μνήμης μπορεί να είναι ατομικές, ωστόσο οι μνήμες ενός ατόμου δεν μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα από το κοινωνικό πλαίσιο που το άτομο, ως μέλος μιας ομάδας, κινείται. Υπό αυτήν την έννοια το άτομο θυμάται μόνο ως μέλος της κοινωνικής ομάδας που ανήκει. Έτσι η ατομική μνήμη είναι κατά βάση συλλογική, μπλέκεται μαζί της, ενώ και η συλλογική εσωκλείει τις ατομικές μνήμες αλλά δεν ταυτίζεται με αυτές. Η ατομική εμπειρία και μνήμη αναδεικνύεται με αυτόν τον τρόπο σε ένα εξέχον αναλυτικό εργαλείο για τη διερεύνηση τόσο της προσωπικής εμπειρίας και της σημασίας της στο πλαίσιο της ευρύτερης ιστορίας και κουλτούρας, όσο και του συλλογικότητας που ανήκει.

Ιστορικός και δρων υποκείμενο

Δεν δρα όμως μόνον ως ιστορικός μιας από τα κάτω, ανθρωπολογικής, όπως σημειώθηκε ήδη, ιστορίας ο Θ. Καλαφάτης. Είναι ταυτόχρονα και το δρων υποκείμενό της, του οποίου το πεδίο δράσης είναι το συγκροτούμενο στη μνήμη παρελθόν. Επιλεγμένο, ενεργοποιημένο και εμπλεκόμενο στο παρόν, αυτό το παρελθόν της μνήμης συμμετέχει με πολλούς τρόπους στην ιστορική διαδικασία διαπραγμάτευσης για τη συγκρότηση των κοινωνικών και άλλων ταυτοτήτων του παρόντος (ταξικών, έμφυλων, πολιτικών κ.λπ.), και των κοινωνικών επίσης συνειδήσεων, γίνεται επομένως όχημα κοινωνικής αλλαγής και ερμηνείας της καθημερινής ζωής. Ένα παράδειγμα. Στις αυτοβιογραφικές ιστορίες του Θ. Καλαφάτη, προβάλλει δια της δικής του ιστορίας μια παιδική - νεανική ηλικία, η οποία αν και ζούσε σε συνθήκες ένδειας, καταπίεσης και φόβου, προσπαθούσε μέσα από μικρές ή μεγάλες πράξεις (π.χ. της μόρφωσης ή της εργασίας) να αγνοήσει το φόβο και να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Εδώ υπάρχει ένα μήνυμα προς τη σημερινή γενιά της κρίσης που βιώνει επίσης την ένδεια και το φόβο, γίνεται επομένως κατανοητό πώς η μνήμη έχει σημασία για το μήνυμα που εμπεριέχει και πώς μπορεί να γίνει όχημα κοινωνικής αλλαγής.
Δεν πρέπει, βέβαια, να θεωρήσουμε ότι το ανακαλούμενο στη μνήμη παρελθόν δεν παρέχει σημαντικές και μερικές φορές μοναδικές πληροφορίες για το πραγματικό παρελθόν. Τις παρέχει πλούσιες και μάλιστα είναι πολύτιμες γιατί δεν τις δίνουν άλλες πηγές ή τις δίνουν με ελλιπή ή και διαστρεβλωμένο τρόπο. Τέτοιες σημαντικές μαρτυρίες υπάρχουν πολλές μέσα στο βιβλίο του Καλαφάτη που αποτυπώνουν μοναδικά όψεις της καθημερινής ζωής στα ΤΟΛ μετά το σεισμό ή στη διπλανή τους νέα συνοικία της κάτω Νεάπολης, την οργάνωση επίσης των παιδικών ομάδων τους -που τα μέλη τους μάθαιναν να ωριμάζουν κοινωνικά στο δρόμο με τα ομαδικά παιχνίδια, τις συμπλοκές ανάμεσά τους ή τις συνεργασίες τους- , την παιδική εργασία κ.λπ. Αυτό όμως το ανακαλούμενο παρελθόν έχει και άλλες διαστάσεις. Είναι φορέας, όπως σημειώθηκε ήδη, της ατομικής και εξίσου της συλλογικής συνείδησης και κυρίως έχει και μια τρίτη διάσταση που του προσδίδει πρόσθετη ιστορική αξία: η αναστοχαστική ανασκόπησή του, η αναδρομική ερμηνεία του από τα υποκείμενα που το έζησαν και επομένως δικαιούνται να προβαίνουν στην αναστοχαστική ανασκόπησή του και ερμηνεία του.
Το βιβλίο του Καλαφάτη κινείται σαφώς στον αστερισμό της τοπικότητας, της συλλογικότητας, της βιωματικότητας και της ανάδειξης του κοινωνικού υποκειμένου ως μη παθητικού και αποδεχόμενου τις επιβαλλόμενες από τα πάνω λογικές.

Τοπικότητα

Όψεις της κοινωνικής ζωής της μικρής πόλης της Λευκάδας στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια ζωντανεύουν στα μάτια του αναγνώστη. Μέσα από την καταγραφή της βιωμένης εμπειρίας και της μνήμης ενός παιδιού και εφήβου αναδεικνύονται πτυχές της τοπικής ιστορίας των προαναφερόμενων χρόνων με σαφείς βέβαια τις συνδέσεις του τοπικού με τη συνολική ιστορική εμπειρία. Το βιβλίο καταφέρνει να δείξει ότι αν η ιστορία αυτής της περιόδου ήταν μια κοινή και συνολική εμπειρία της Ελλάδας, αυτή δεν ήταν ομοιογενής και μονοδιάστατη εμπειρία, ίδια στα διάφορα τοπικά πεδία. Και αυτό διότι τα τελευταία, η Λευκάδα στην προκείμενη περίπτωση, ήταν υπόφορη» του πολιτισμού, της πολιτισμικής ταυτότητας και δυναμικής της ή άλλων γεωγραφικών, οικονομικών κ.λπ. τοπικών παραγόντων και ως τέτοια παρήγαγε ξεχωριστές αντιδράσεις, αντιδράσεις που διαμόρφωναν συνέχειες αλλά και τομές και ρήξεις. Μια τέτοια συγκρουσιακής μορφής ρήξη αναδεικνύεται στην ιστορία για τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών που κρεμάστηκαν στο πεντοφάναρο της πλατείας ή στην ιστορία όπου καταγράφεται η συμπαράσταση της πόλης στους εξεγερμένους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές της πόλης. Σ’ αυτήν επίσης που καταγράφει τον τραγικό θάνατο του καπετάν Γιαννούλη (κείμενο αριθμ. 62).
Αξιοπρόσεκτη είναι, επίσης, η μνημονική συγκρότηση της πόλης και τα χωρικά της πλαίσια αναφοράς. Τα τελευταία εμφανίζονται εξωστρεφή και ανοιχτά σε όλα, στις ιδέες, στο μετασχηματισμό, στην κινητικότητα, στο άνοιγμα της πόλης και προς το εσωτερικό-εθνικό και το εξωτερικό- διεθνές περιβάλλον (π.χ. κείμενο αριθμ. 14) στην τάση αναστροφής της πραγματικότητας που δημιουργούσαν η ένδεια, οι σεισμοί, η βία, στο άνοιγμα που αποτύπωνε ο φυσικός και ο δομημένος χώρος. Ανοιχτοί, τέλος, στο μέλλον με έντονο ωστόσο το ενδιαφέρον για το παρελθόν, για την παράδοση. Αυτό το παρελθόν του ανοιχτού και του εξωστρεφούς, της συλλογικότητας και της κοινωνικής συνοχής, της κυριαρχίας των φυσικών ρυθμών, του αυθόρμητου γέλιου και του νοηματοδοτημένου χιούμορ, αλλά και της αντοχής ή της υπόγειας ή φανερής αντίστασης απέναντι στην α-ταξία και στις ρωγμές που δημιούργησε στην πόλη ο εμφύλιος, οι πολιτικές συνθήκες, αυτό το παρελθόν των βεβαιοτήτων και της συλλογικότητας των λαϊκών στρωμάτων της πόλης διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο και εξελίσσεται σε πεδίο που δρα καθησυχαστικά στο ανήσυχο παρόν, αντισταθμιστικά στην αβεβαιότητά του, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη συγκρότηση μιας κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας στο παρόν που εμπεριέχει τη δυναμική του τόπου και τη συνεχιζόμενη ακόμα αντοχή του.

Τα παιδιά και οι γυναίκες

Από τις καταγραμμένες βιωμένες εμπειρίες του συγγραφέα προκύπτει ότι η οικογένεια ως παραγωγική και αναπαραγωγική μονάδα δεν υπήρξε παθητική στις πιέσεις που ασκούσαν πάνω της οι μεταβαλλόμενες παραγωγικές/κοινωνικές σχέσεις, ειδικότερα σε περιόδους κρίσεων, αλλά ότι ανέπτυσσε στρατηγικές επιβίωσης και πρακτικές προσαρμογής. Διαπιστώνεται ότι η γυναικεία και η παιδική εργασία αποτέλεσαν τον ύστατο μηχανισμό εκτόνωσης της κρίσης στην οποία περιήλθαν οι οικογένειες των λαϊκών και αγροτικών στρωμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο. Σημειώνεται δε ότι η έννοια της εργασίας γίνεται κατανοητή από τον συγγραφέα όχι μόνον ως οικονομική έννοια αλλά ως έννοια που αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και στην προκύπτουσα σημασιοδότηση τους (που εδράζεται περισσότερο στην ποιότητα των σχέσεων, παρά σε μια μονόπλευρη λογική υλικής επιβίωσης).

Βιωματικότητα

Το βιβλίο διατρέχει μια μορφή τραυματικής, πικρής μνήμης. Η ενοχοποίηση και ποινικοποίηση της φτώχειας, της ορφάνιας και της αριστερής πολιτικής στάσης -που γινόταν ασύστολα από το κυρίαρχο σύστημα και εκφραζόταν σε όλες τις πτυχές της ζωής ακόμα και ενός μικρού παιδιού-, βιώνεται με δραματικό και συνειδητό τρόπο από το παιδί των εμφυλιακών και μεταπολεμικών χρόνων. Η αποτύπωση ωστόσο αυτής της βιωμένης εμπειρίας και μνήμης δεν γίνεται με κραυγαλέο τρόπο, ούτε με θυμό ή με αίσθημα θυματοποίησης αλλά με βαθύ πόνο. Που φαίνεται να είναι ακόμα αγιάτρευτος για ένα συμβάν το οποίο ελάχιστα μνημονεύεται στο βιβλίο αν και το διατρέχει προσδιοριστικά. Και αυτό είναι η εκτέλεση του αριστερού πατέρα από αριστερούς συντρόφους.
Η καταγραμμένη μνήμη προβάλλει ταυτόχρονα μια αισιόδοξη στάση ζωής με προοπτική. Προβάλλει πτυχές της κοινωνικοποίησης των παιδιών, της σταδιακής πολιτικοποίησης και της ανεμελιάς επίσης της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Και όλα αυτά με μια γραφή λιτή, κοφτή χωρίς εξωραϊσμούς και νοσταλγίες.
Υπό αυτήν τη θεώρηση του έργου, δύσκολα θα κατέτασσα, έστω εν μέρει, αυτό το βιβλίο στην κατηγορία του αστικού φολκλόρ που σημειώνει ο Σπύρος Ασδραχάς στον πρόλογο του βιβλίου. Εκτός κι αν ο όρος φολκλόρ δεν χρησιμοποιείται εδώ με τρέχουσα νεοελληνική σημασία του (ως αναβίωση, ως νοσταλγική διαχείριση της παράδοσης και του παρελθόντος) αλλά με τη σωστή σημασία του, που είναι ο λαϊκός πολιτισμός στην ιστορικότητά του.

* Καθηγήτρια Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το κείμενο αποτέλεσε την ομιλία της στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο Λευκάδας, στις 27.7.2016.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet