Καλό φθινόπωρο, φίλες και φίλοι! Ας ξεκινήσουμε τη νέα σεζόν χωρίς σχόλια, χωρίς αναλύσεις, κάπως ανάλαφρα, έτσι για το καλό. Ας μιλήσουμε για προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Απ’ αυτές που έχουν να κάνουν με το θέατρο. Και υπάρχουν πολλές. Ίσως γιατί το θέατρο είναι μια τέχνη δύσκολη και όχι μόνο από καλλιτεχνικής απόψεως. Οι λειτουργοί του συχνά εξασφαλίζουν με μεγάλη αγωνία το ψωμί τους και η επιτυχία μιας παράστασης είναι νόμισμα με δύο όψεις: χαρά δημιουργίας αλλά και επιβίωση. Σ’ αυτές τις εύθραυστες ισορροπίες ενός κόσμου γεμάτου μεγαλείο, ναρκισσισμό αλλά και υλικές αγωνίες, πώς να μη δημιουργηθούν πολλές προλήψεις που ακολουθούν την αγαπημένη τέχνη του θεάτρου και τους ανθρώπους της εδώ και αιώνες; Το άρθρο της Μπριζίτ Σαλίνο στον «Monde» της 16ης Αυγούστου, έρχεται να μας θυμίσει μερικές που απασχόλησαν ή απασχολούν ακόμη το δυτικοευρωπαϊκό θέατρο.


Μ.Τ.

 

Ηταν ένα σεπτεμβριάτικο βράδυ του 1989, στο Θέατρο Ναντέρ- Αμαντιέρ, όπου παιζόταν Ο Θάνατος του Δαντών του Μπύχνερ, όταν, με το σήκωμα της αυλαίας,το κοινό αντίκρυσε μέσα στη σκοτεινή σκηνή μια πράσινη, μια πολύ πράσινη πολυθρόνα. Εκείνο το βράδυ πέθανε μια πρόληψη: το πράσινο ήταν ένα χρώμα που δεν χρησιμοποιούταν στα γαλλικά θέατρα και τώρα επέστρεφε χάρη σε ένα σκηνοθέτη, τον Κλάους Μίκαελ Γκρύμπερ (1941-2008).
Ο Γκρύμπερ ήταν γερμανός και στη χώρα του η χρήση του πράσινου δεν δημιουργούσε κανένα πρόβλημα. Όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο πως αυτή ήταν η αιτία που τόλμησε να το χρησιμοποιήσει. Ο Γκρύμπερ άλλωστε είχε ήδη δουλέψει στη Γαλλία και είχε σκηνοθετήσει τρεις παραστάσεις, τον Φάουστ στο παρεκκλήσι της Σαλπετριέρ, την Διήγηση της Υπηρέτριας Τσερλίν στους Μπουφ ντι Νορ και την Βερενίκη στην Κομεντί Φρανσέζ. Ήξερε λοιπόν την πρόληψη κι αν δεν την ήξερε, θα υπήρχε κάποιος που θα τον ενημέρωνε… Σε ό,τι αφορά τις προλήψεις, τα θέατρα δεν αστειεύονται.

Σκοινιά και γαρίφαλα

Ακόμα και σήμερα δεν πρέπει να προσφέρει κανείς γαρίφαλα σε μια ηθοποιό. Ο παραβάτης μπορεί ακόμη και να ξυλοκοπηθεί. Το τόσο δημοφιλές άνθος προσφερόταν στις ηθοποιούς όταν επρόκειτο να μην ανανεωθεί το συμβόλαιό τους είτε όταν θα τους πρότειναν κάποιο μικρό ρόλο. Οι άλλες έπαιρναν μπουκέτα με τριαντάφυλλα.
Δεν πρέπει επίσης να προφέρει κανείς τις λέξεις «κορδόνι» ή «σπάγκος». Κατάρες έπεφταν παλιότερα πάνω σε όποιον δύστυχο έκανε το λάθος να τις προφέρει και οι προληπτικοί του θεάτρου μπορούσαν και να σκοτώσουν στο άκουσμα της λέξης «κορδόνι». Βέβαια το πιθανότερο είναι πλέον να ακούσει ο παραβάτης μια κατσάδα και να υποχρεωθεί να κεράσει ένα ποτηράκι όσους βρίσκονται εκείνη την ώρα στο θέατρο.
Η πρόληψη αυτή έχει πίσω της μια όμορφη ιστορία. Ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν άρχισαν να χτίζονται θέατρα με απαιτητικά τεχνικά μέσα και έπρεπε να βρουν τολμηρούς μηχανικούς σκηνής που να μη φοβούνται να σκαρφαλώσουν στα ικριώματα και τις σανίδες που κρέμονταν σε εντυπωσιακά ύψη. Ήταν η εποχή που έσβηναν τα ιστιοφόρα εμπορικά πλοία και πολλοί ναυτικοί προσλήφθηκαν τότε στο θέατρο, μεταφέροντας εκεί μια πρόληψη του δικού τους επαγγέλματος.

Φαντάσματα

Το θέμα του πράσινου χρώματος, όμως, είναι πολυπλοκότερο. Κάποιοι ανάγουν την πρόληψη στην ελληνική αρχαιότητα. Οι υποκριτές χρησιμοποιούσαν μάσκες που, όταν ήταν κατασκευασμένες από χαλκό, άφηναν πάνω στο πρόσωπό τους ένα πρασινωπό χρώμα που ήταν αναγνωριστικό σημάδι του επαγγέλματός τους, όταν έφευγαν από τη σκηνή. Θεωρούμενοι για αιώνες ως παρίες, αφορισμένοι από την Εκκλησία που τους απαγόρευε τη χριστιανική ταφή, οι ηθοποιοί θεώρησαν το πράσινο χρώμα ως σύμβολο του αποκλεισμού τους.
Υπάρχει και μια δεύτερη υπόθεση πάντως, που επίσης συνδέεται με τις χρωστικές: στο παρελθόν βάπτιζαν τα ρούχα στο οξείδιο του χαλκού και σε κυανιούχα για να πάρουν πράσινο χρώμα, κάτι όμως που ήταν προφανώς επικίνδυνο για την υγεία και είχε προκαλέσει μοιραίες δηλητηριάσεις. Μια τρίτη υπόθεση υποστηρίζει πως το πράσινο δημιουργούσε άσχημες αντανακλάσεις στο γενικό φωτισμό των θεάτρων του 19ου αιώνα.
Υπάρχει όμως και ένας θρύλος που συνδέεται με τον Μολιέρο: είχε φορέσει πράσινο κοστούμι όταν έπαιξε για τελευταία φορά τον Κατά φαντασίαν ασθενή λίγο πριν το θάνατό του, στις 17 Φεβρουαρίου 1673. Δεν είναι αλήθεια πάντως ότι το κοστούμι του ήταν πράσινο, αλλά η πρόληψη τρέφεται από τη φαντασία. Άλλωστε ο Μολιέρος έγραψε τον Μισάνθρωπο, «τον άνθρωπο με τις πράσινες κορδέλλες» και είχε ντύσει με πράσινα υφάσματα τους τοίχους του θεάτρου του της Ανσιάν Κομεντί, κάτι που δεν ήταν περίεργο, αφού τον 17ο και τον 18ο αιώνα τα θέατρα ήταν είτε πράσινα είτε γαλάζια. Κόκκινα βάφτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα.

Κακοτυχία και καχυποψία

Σύμβολο τύχη και αισιοδοξίας, το πιο διαδεδομένο στη φύση χρώμα είχε εξοβελιστεί πια. Το θεωρούσαν κακότυχο και καταραμένο και οποιοσδήποτε στο θέατρο, όποια κι αν ήταν η θέση του εκεί, το αντιμετώπιζε με καχυποψία, αν όχι με φόβο. Κι αυτό προχωρούσε ακόμα παραπέρα. Ο Pierre Dux (1908-1990), o οποίος υπήρξε, εκτός από ηθοποιός, και σπουδαίος διευθυντής της Κομεντί Φρανσέζ, δεν ανεχόταν καν πράσινου χρώματος φακέλους πάνω στο γραφείο του και παρόλο που δέχτηκε κριτικές, έκανε καφετιές τις πράσινες κορδέλες του Μισανθρώπου, τον οποίο έπαιξε πολλές φορές. Ένας από τους συγχρόνους του, διευθυντής μεγάλου θεάτρου του Παρισιού, δεν έτρωγε πράσινα λαχανικά και υπόφερε όταν αναγκαζόταν να βλέπει κάποιον να τα τρώει παρουσία του.
Έτσι είναι οι προλήψεις. Μοιάζουν με τις παλιές εκείνες βεντέτες που περιφέρονταν γύρω από τα θέατρα για να εξορκίσουν το φόβο τους πριν να ανέβουν στη σκηνή.
Η ιστορία αυτή με το πράσινο χρώμα είναι ίσως μια γαλλική ιδιαιτερότητα, όμως έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι σε πολλές χώρες της Ευρώπης υπάρχουν αντίστοιχες προλήψεις που σχετίζονται με χρώματα. Στην Ιταλία είναι το βιολετί, που είναι σύμβολο της Εκκλησίας, στην Ισπανία το κίτρινο, επειδή, λένε πως, όταν ο ταυρομάχος πεθαίνει χτυπημένος από τα κέρατα του ταύρου, γυρίζει την κόκκινη κάπα του και αφήνει να φανεί η κίτρινη φόδρα της. Στην Γερμανία, ποιος ξέρει γιατί, κανένα χρώμα δεν θεωρείται ότι φέρνει κακοτυχία, όμως απαγορεύεται ρητά να σφυρίξει κανείς μέσα σε ένα θέατρο. Αυτό ίσχυε και για την Γαλλία αλλά σήμερα μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι το θυμούνται.
Οι προλήψεις συνεχίζουν να υπάρχουν, επίμονες, σαν τις παλιές καλλονές που κανένας δεν ήξερε την πραγματική τους ηλικία ούτε την ιστορία τους κι αυτές τριγύριζαν έξω από τα θέατρα εξορκίζοντας το φόβο που κάθε βράδυ ξαναγεννιόταν πως δεν θα καταφέρουν να ανέβουν στη σκηνή, πως θα ξεχάσουν τα λόγια τους, πως θα «κρεμάσουν» μια σκηνή. Και μια ωραία πρωία έφευγαν, όπως είχαν έρθει. Ποιος μπορεί να βεβαιώσει ότι η πρόληψη του κίτρινου δεν θα χαθεί μαζί με τις ταυρομαχίες που δέχονται πια τόσες επιθέσεις; Αυτή του πράσινου χρώματος δεν επιβίωσε της πράσινης πολυθρόνας του Θανάτου του Δαντών. Δυο χρόνια αργότερα, το 1991, ο Ζακ Λασάλ σκηνοθέτησε το Ένας σύζυγος του Ίταλο Σβέβο, μέσα σε ένα σκηνικό που κυριαρχούσε απολύτως το πράσινο χρώμα.


ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet