Του Θω­μά Τσα­λα­πά­τη

Κων­στα­ντί­νος ο Ενι­κός

Τον συ­νά­ντη­σα στο ξή­λω­μα της μέ­ρας
Όρθιο, α­κί­νη­το, να στέ­κει ε­κεί
Το έ­να χέ­ρι α­πό πη­λό, το άλ­λο
α­πό κρι­θά­ρι
Μά­τια βα­ριά και μια χα­ρα­κιά
στην μέ­σα ό­ρα­ση
να στέ­κει ε­κεί,
όρ­θιος κι α­κί­νη­τος
να ξε­δι­ψά την νε­ρο­πί­στο­λη ορ­γή του
στο μέ­τω­πο ε­νός βρά­χου.

-Σι­χαί­νο­μαι τους άλ­λους. Μου εί­πε
ε­κεί­νος
-Όλους τους άλ­λους; Τον ρώ­τη­σα ε­γώ
-Κυ­ρίως
Όλους
Τους άλ­λους
(Μου εί­πε ε­κεί­νος)

-Και για­τί τους σι­χαί­νε­σαι;
(Τον ρώ­τη­σα ε­γώ)

Τους σι­χαί­νο­μαι εί­πε
Τους σι­χαί­νο­μαι εί­πε
Τους σι­χαί­νο­μαι για­τί εί­ναι
πε­ρισ­σό­τε­ροι, εί­πε
-Τους σι­χαί­νο­μαι για­τί εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ε­μέ­να.

(Θ.Τσ. πρώ­τη έκ­δο­ση πε­ριο­δι­κό Τα Ποιη­τι­κά)

Προ­χω­ράς μέ­σα στην α­πει­λη­τι­κή συ­νά­φεια του πλή­θους. Ενι­κός και πλη­θυ­ντι­κός ταυ­τό­χρο­να. Μό­νος. Αλλά ταυ­τό­χρο­να κομ­μά­τι ε­νός συ­στή­μα­τος, που προ­χω­ρά αυ­τό­νο­μα, πα­ράλ­λη­λα και α­πό­το­μα. Ενός πλή­θους που σε πα­ρα­σέρ­νει και σε κα­τα­πί­νει. Ενός συ­στή­μα­τος, που σου ε­πι­βά­λει ρυθ­μό και τρό­πο, που σου πε­ρι­γρά­φει τους ό­ρους του βα­δί­σμα­τος, τους ό­ρους της α­νά­σας. Υπάρ­χεις ως μά­ζα και α­κό­μη και α­συ­ναί­σθη­τα ε­πι­θυ­μείς να ε­πι­στρέ­ψεις στην αυ­το­τέ­λεια της μο­νά­δας. Να ε­λέγ­ξεις την έ­κτα­σή σου και να ε­πι­βά­λεις τη μη συμ­με­το­χή σου. Να μεί­νεις ε­νι­κός, μο­νω­μέ­νος α­πό κό­σμο, κλει­στός σε έ­να ε­σω­τε­ρι­κό, που σου ε­πι­τρέ­πει να ε­κτεί­νεις τη σκέ­ψη, τη διά­θε­ση και το δι­κό σου τρό­πο, που ε­πι­τρέ­πει στα γύ­ρω πράγ­μα­τα να υ­πάρ­χουν.
Να βγεις α­πό τη μά­ζα, να μην προ­στε­θείς στο πλή­θος, να α­φαι­ρε­θείς α­πό τους α­ριθ­μούς. Ζη­τάς την α­πο­μό­νω­ση μέ­σα στο πλή­θος. Ζη­τάς να ε­πι­στρέ­ψεις στην α­σφά­λεια της προ­σω­πι­κής σου έ­κτα­σης. Και ε­ξο­πλί­ζε­σαι με ό, τι μπο­ρεί να σου προ­σφέ­ρει σιω­πή, προ­σω­πι­κό χώ­ρο, να σε α­φαι­ρέ­σει α­πό το βλέμ­μα των άλ­λων. Να δια­κό­ψει την ε­πι­κοι­νω­νία, την ε­πα­φή με τους α­γνώ­στους, το ε­πι­βε­βλη­μέ­νο μοί­ρα­σμα.

Η α­ντι­στρο­φή του φό­βου

Μα η μά­ζα έ­χει τον δι­κό της τρό­πο να α­ντι­στέ­κε­ται. Ο Ελία Κα­νέτ­τι, στο έρ­γο του «Μά­ζα και ε­ξου­σία» γρά­φει: «Μό­νον η μά­ζα μπο­ρεί να λυ­τρώ­σει τον άν­θρω­πο α­π’ τον φό­βο της ε­πα­φής. Εί­ναι η μο­να­δι­κή κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία αυ­τός ο φό­βος με­τα­στρέ­φε­ται στο α­ντί­θε­τό του. Για να γί­νει αυ­τό, χρεια­ζό­μα­στε την «πυ­κνή μά­ζα», ό­ταν το έ­να σώ­μα εί­ναι σφιγ­μέ­νο πά­νω στ’ άλ­λο, μά­ζα πυ­κνή και ως προς την ψυ­χι­κή της διά­θε­ση, έ­τσι ώ­στε να μην προ­σέ­χου­με ποιος εί­ναι αυ­τός που μας «στρι­μώ­χνει». Μό­λις πα­ρα­δο­θού­με στη μά­ζα, δεν φο­βό­μα­στε πια την ε­πα­φή μα­ζί της. Στην ι­δα­νι­κή πε­ρί­πτω­ση της μά­ζας, ο κα­θέ­νας νιώ­θει ί­διος με τους άλ­λους. Κα­μιά δια­φο­ρά δεν με­τρά­ει, ού­τε η δια­φο­ρά των φύ­λων. Αυ­τός που μας στρι­μώ­χνει εί­ναι σαν τον ί­διο τον ε­αυ­τό μας. Ξαφ­νι­κά τη στιγ­μή ε­κεί­νη ό­λα γί­νο­νται ό­πως στο ε­σω­τε­ρι­κό ε­νός και μό­νου σώ­μα­τος. Ίσως αυ­τός εί­ναι έ­νας λό­γος που η μά­ζα προ­σπα­θεί να πυ­κνώ­σει ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρεί: θέ­λει ν’ α­παλ­λα­γεί ό­σο πιο α­πό­λυ­τα γί­νε­ται α­πό τον φό­βο της ε­πα­φής των με­μο­νω­μέ­νων α­τό­μων. Όσο πιο δυ­να­τά σφίγ­γο­νται οι άν­θρω­ποι ο έ­νας με τον άλ­λο, τό­σο πιο α­σφα­λείς αι­σθά­νο­νται, τό­σο λι­γό­τε­ρο φο­βού­νται ο έ­νας τον άλ­λο. Αυ­τή η α­ντι­στρο­φή του φό­βου της ε­πα­φής εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μά­ζας. Η α­να­κού­φι­ση που α­πλώ­νε­ται μέ­σα στη μά­ζα, φτά­νει σ’ έ­ναν α­ξιο­ση­μείω­το βαθ­μό, ό­ταν η μά­ζα φτά­νει στην με­γα­λύ­τε­ρη πυ­κνό­τη­τά της.»

Εντός ε­αυ­τού, ε­ντός μά­ζας

Και κά­που ε­κεί μέ­νεις εκ­κρε­μής. Ενι­κός και πλη­θυ­ντι­κός μα­ζί. Οπλι­σμέ­νος με α­κου­στι­κά, βι­βλία, γυα­λιά η­λίου. Οπλι­σμέ­νος με α­φη­ρη­μά­δα και ο­νει­ρο­πό­λη­ση. Οπλι­σμέ­νος με ό, τι μπο­ρεί να σε συ­ντη­ρή­σει σε αυ­το­τέ­λεια. Εντός ε­αυ­τού και ε­ντός μά­ζας ταυ­τό­χρο­να. Προ­σπα­θώ­ντας να ο­ρί­σεις τη σχέ­ση σου με τον ε­αυ­τό σου και με τους άλ­λους, το μέ­σα και το έ­ξω, την ε­πα­φή και την α­πό­στα­ση. Επι­θυ­μώ­ντας να α­φε­θείς στην μά­ζα, ώ­στε να γλυ­τώ­σεις την ε­πα­φή, ε­πι­θυ­μώ­ντας να γυ­ρί­σεις στον ε­αυ­τό σου, ώ­στε να ε­πα­να­προσ­διο­ρί­σεις τις α­πο­στά­σεις, τις σχέ­σεις και τα πράγ­μα­τα.
Και έ­τσι ξαφ­νι­κά βρί­σκε­σαι μό­νος. Κα­θι­σμέ­νος σε έ­να ε­κτός, μα­κριά α­πό την μά­ζα. Και βλέ­πεις αυ­τό το πλή­θος που εί­σαι, το σύ­νο­λο των εκ­δο­χών και των δυ­να­το­τή­των, την πολ­λα­πλό­τη­τα που υ­πάρ­χει στην μο­νά­δα, στην κά­θε μο­νά­δα. Και φεύ­γεις ξα­νά προς το πλή­θος, αλ­λά τώ­ρα το νιώ­θεις. Μο­νά­δα ε­σύ α­νά­με­σα σε άλ­λες μο­νά­δες και κά­θε μο­νά­δα να εί­ναι έ­να πλή­θος ε­ντός του πλή­θους στην α­πει­λη­τι­κή αυ­τή συ­νά­φεια, που εί­ναι η ζωή μας.

http://tsalapatis.blogspot.gr/
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet